Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Πανεπιστημιακό άσυλο στο «γύψο»

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ «ΑΣΥΛΟΚΤΟΝΟΥΣ»

Οι διαχρονικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα στη χώρα μας για τις καταλήψεις στα πανεπιστημιακά κτίρια

Με αφορμή την ειρηνική «κατάληψη» του αχρησιμοποίητου παλιού κτιρίου της Νομικής από τους μετανάστες απεργούς πείνας και τους συμπαραστάτες τους, οι υπέρμαχοι της πλήρους κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου ξεσάλωσαν ακόμη μια φορά από τα τηλεοπτικά παράθυρα.

Κεντρικό επιχείρημά τους, η αναντιστοιχία του θεσμού με τις επιταγές των καιρών μας: η ύπαρξη ενός «ασύλου» στο χώρο των ΑΕΙ, απροσπέλαστου από τα σώματα ασφαλείας χωρίς ειδική άδεια, ισχυρίζονται, έχει νόημα μόνο σε καιρούς ανελεύθερους κι όχι σε μια σύγχρονη δημοκρατία.

Πρόκειται, φυσικά, για καθαρή κι ανιστόρητη στρεψοδικία. Το πανεπιστημιακό άσυλο, όπως και κάθε θεσμικός περιορισμός της κρατικής αυθαιρεσίας, νοείται μόνο σε καθεστώς στοιχειώδους δημοκρατίας, όπου οι διατάξεις προστασίας των ατομικών ελευθεριών ενδέχεται να γίνουν σεβαστές. Στα δικτατορικά καθεστώτα τέτοιοι περιορισμοί δεν υπάρχουν, ούτε πανεπιστημιακό άσυλο. Επί χούντας το «σπουδαστικό» της Ασφάλειας έκανε ό,τι ήθελε στο εσωτερικό των ΑΕΙ, οι φοιτητές με αντιδικτατορική δράση έχαναν βάσει νόμου (Ν. 93/1969) τη σπουδαστική ιδιότητα, ενώ απολυόταν με συνοπτικές διαδικασίες κάθε πανεπιστημιακός που θεωρούνταν έστω και στο ελάχιστο «αντιφρονών».

Μόνο το 1973, όταν το καθεστώς επιχείρησε να «πολιτικοποιηθεί» οργανώνοντας τη μετεξέλιξή του σε μια μόνιμη «κοινοβουλευτική» στρατοκρατία, άρχισε να γίνεται λόγος για «ακαδημαϊκό άσυλο». Η επιχειρηματολογία δε που επιστράτευσαν οι τότε κρατούντες κι οι προπαγανδιστές τους για να αντιμετωπίσουν το φοιτητικό κίνημα, θυμίζει απελπιστικά όσα ακούμε στις μέρες μας απ' τους συνήθεις ασυλοκτόνους.

Την επαύριο της πρώτης κατάληψης της Νομικής, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος ζήτησε π.χ. από τις συγκλήτους των αθηναϊκών ΑΕΙ να επαναφέρουν οι ίδιοι στην τάξη «τους ελαχίστους ταραξίας, οι οποίοι κάθονται εις τα σκαλοπάτια, μέσα εις το περιβάλλον των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ασκούντες ψυχολογικήν βίαν επί της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων σπουδαστών, δεν τους επιτρέπουν να εισέλθουν εις τας αιθούσας και να παρακολουθήσουν το μάθημα» (2.3.73).

Οσο για την ομιλία του της ίδιας μέρας προς τα διορισμένα Δ.Σ. των φοιτητικών συλλόγων, αυτή θα μπορούσε -με εξαίρεση την καθαρεύουσα- να προέρχεται από τη σημερινή (ή κάποια λίγο προηγούμενη) υπουργό Παιδείας: «Πέραν της μορφής του αγώνος διά του διαλόγου», υποστήριξε, «πέραν της μορφής του αγώνος διά των ιδεών, οιασδήποτε άλλης μορφής αγών είναι αγών "ζούγκλας" ο οποίος δεν πρέπει να προσιδιάζη εις άτομα πολιτισμένα, εις κοινωνίας οργανωμένας και πολιτισμένας».

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών κατήγγειλε τη δεύτερη κατάληψη της Νομικής (20.3.73) σαν μια «παράνομον συνάθροισιν φοιτητών, με συνθήματα και αιτήματα όλως απαράδεκτα και άσχετα προς τα φοιτητικά θέματα» κι εξέφρασε τη λύπη της «διότι ομάς φοιτητών, ελαχίστη εν σχέσει προς τον όγκον του φοιτητικού κόσμου, παρά πάσαν έννοιαν δικαίου και ελευθερίας προσπαθεί να εμποδίση την άσκησιν του αναφαιρέτου δικαιώματος των φοιτητών όπως μορφωθούν».

Η κατάληψη αυτή έληξε, όπως είναι γνωστό, με τη βίαιη εισβολή της αστυνομίας ύστερα από άδεια της συγκλήτου. Δικαιολογώντας τη στάση της, η τελευταία θα «αποδοκιμάση τας ενεργείας εκείνων οι οποίοι μεταχειρίζωνται το πανεπιστημιακόν άσυλον διά την εκτόξευσιν πολιτικών συνθημάτων», αποστασιοποιούμενη υποκριτικά από «την χρήσιν βίας οποθενδήποτε και εάν προήλθε αύτη» (24.5).

Η ίδια δέσμη επιχειρημάτων επιστρατεύτηκε μετά τη σφαγή του Πολυτεχνείου. Ξεναγώντας τους δημοσιογράφους στο ΕΜΠ μετά την επέμβαση των τανκς, ο υφυπουργός Τύπου Σπύρος Ζουρνατζής θα υποστηρίξει στις 19 Νοεμβρίου πως «η κυβέρνησις εσεβάσθη όσον ουδεμία άλλη προ αυτής το πανεπιστημιακόν άσυλον. Τούτου όμως έκαμαν αρχικώς χρήσιν και κατόπιν κατάχρησιν οι εγκλεισθέντες εις το Πολυτεχνείον δίκην παρισινής κομμούνας».

Κεντρικό επιχείρημά του ήταν ο μειοψηφικός χαρακτήρας της εξέγερσης («εκ των 85.000 φοιτητών μόνον 1.500 συμμετείχον εις τα επεισόδια των Αθηνών, των Πατρών και της Θεσσαλονίκης»), ενώ έμφαση έδωσε και στους υποτιθέμενους «βανδαλισμούς» των καταληψιών: «Εάν ήτο δυνατόν να περάση όλη η σπουδάζουσα νεολαία της Ελλάδος και να ίδη τα "κατορθώματα" των τεσσάρων ημερών του αναρχοκομμουνισμού

εις τας σχολάς του Πολυτεχνείου, θα αποκτούσε ένα μάθημα το οποίον θα την εγέμιζεν εις όλην την ζωήν της με φρίκην. Και κάτι ως μάθημα επίσης: Η βία δεν λύει κανένα πρόβλημα, διότι η ίδια είναι το πρόβλημα».

Ως «βία» χαρακτηρίζονταν -και τότε- τα οδοφράγματα ή ο πετροπόλεμος, όχι τα αστυνομικά γκλομπς και τα άρματα μάχης. Απ' τον καιρό της Νομικής, ο προκάτοχος του Ζουρνατζή Βύρων Σταματόπουλος το 'χε άλλωστε ξεκαθαρίσει: «Εάν ένα κτίριο κατελήφθη διά της βίας, πρέπει να ανακαταληφθή διά της νομίμου χρήσεως της βίας» (21.3.73). Για πιο ξενόφοβα γούστα, τα ΜΜΕ θα τονίσουν πως δύο από τους έντεκα επίσημους νεκρούς της εξέγερσης του Νοέμβρη ήταν «αλλοδαποί» -μια νορβηγίδα σπουδάστρια κι ένας αφγανικής καταγωγής τούρκος υπήκοος.

Η πιο επίκαιρη (για τα καθ' ημάς) διατύπωση περί πανεπιστημιακού ασύλου έγινε τέλος απ' τον υπουργό Παιδείας του Ιωαννίδη, Παναγιώτη Χρήστου, ένα μήνα περίπου μετά το μακελειό: «Διεθνώς σήμερον δεν αναγνωρίζεται άλλο άσυλον πέραν της πανεπιστημιακής ασυλίας, ήτοι της ασυλίας των ακαδημαϊκών ελευθεριών», ανακοίνωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1973. «Τας ακαδημαϊκάς ελευθερίας και συνεπώς την ακαδημαϊκήν ασυλίαν καταπατούν και οι ολίγοι εκείνοι ταραχοποιοί φοιτηταί, οι οποίοι παρεμποδίζουν τους συμφοιτητάς των εις την άσκησιν του δικαιώματός των να σπουδάζουν, τους καθηγητάς εις την άσκησιν του δικαιώματός των να διδάσκουν και τας πρυτανικάς αρχάς εις την άσκησιν του δικαιώματός των να διοικούν τα πανεπιστήμια επί τη βάσει των νόμων».

Η δικτατορία του 1973 δεν είχε βέβαια την παραμικρή σχέση με τη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία. Εκτός από τα στερεότυπα των προασπιστών του «νόμου και της τάξης» (τους)...

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Οι δέκα μύθοι του «Σκοπιανού»

ΕΤΣΙ «ΦΤΙΑΧΤΗΚΕ» Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ


Τα 'παμε τόσες φορές, που σε λίγο θα τα πιστέψουμε κι οι ίδιοι. Για την εθνική προπαγάνδα περί Μακεδονικού ο λόγος, που ανασύρεται πάλι από τα χρονοντούλαπα για να στηρίξει την πολιτική αμηχανία των δεκαπέντε τελευταίων χρόνων.


Δώδεκα χρόνια μετά την κυνική προφητεία του Κων/νου Μητσοτάκη για τις αντοχές του εθνικού μας μνημονικού, το «Σκοπιανό» επανεμφανίζεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας.

Με αφορμή τις προτάσεις Νίμιτς και την εκκρεμή εξέταση του αιτήματος εισδοχής της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε., οι ατυχήσαντες μακεδονομάχοι της περασμένης δεκαετίας ξανασηκώνουν κεφάλι, επιδιώκοντας να ξαναγίνουν ρυθμιστές της εξωτερικής πολιτικής. Επιστέγασμα της διαφαινόμενης στροφής αποτελούν οι νύξεις (ή διπλωματικές απειλές) για δημοψήφισμα, όπου ο ελληνικός λαός θα αποφανθεί για το όνομα και την ευρωπαϊκή προοπτική των γειτόνων μας.

Αφήνοντας κατά μέρος την προβληματική δημοκρατικότητα μιας τέτοιας ενέργειας, αναρωτιέται κανείς με ποια κριτήρια θα κληθεί ο ελληνικός λαός να κρίνει υπέρ ή κατά της όποιας προτεινόμενης λύσης.

Με δεδομένο το μοντέλο των τηλεοπτικών παραθύρων, που αποκλείει οποιαδήποτε ψύχραιμη κι εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα», το πιθανότερο είναι να κληθούμε απλώς να επικυρώσουμε τα στερεότυπα που επιβλήθηκαν πριν από μία δεκαετία σε συνθήκες εθνικιστικής υστερίας, πατριδοκάπηλης μικροκομματικής πλειοδοσίας, κατευθυνόμενης πληροφόρησης και δικαστικών διώξεων των αντιφρονούντων. Στερεότυπα που ποτέ δεν συζητήθηκαν σοβαρά (έξω από τους κύκλους των επαγγελματιών επιστημόνων) και ως εκ τούτου εξακολουθούν ν' αποτελούν «κτήμα» (και να καθορίζουν τις επιλογές) της κοινής γνώμης.

Γιατί η ουσία του «Σκοπιανού» είναι ακριβώς αυτή: η εικόνα που διαμορφώθηκε γι' αυτό στην ελληνική κοινωνία, σφυρηλατημένη το 1991-92 με μεθόδους «Εθνικής Ηθικής Διαπαιδαγώγησης», στηρίζεται σε «ανιστόρητα στερεότυπα» κι «ένα μείγμα από παραχαραγμένα ιστορικά στοιχεία και μισές αλήθειες», όπως διαπιστώνει ο επίσημος κρατικός μακεδονολόγος, Ευάγγελος Κωφός. Με αποτέλεσμα το μπλοκάρισμα οποιασδήποτε πραγματιστικής πολιτικής ή ακόμα και τη διεθνή γελοιοποίηση.

Ας δούμε όμως από κοντά τα βασικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρόσφατης «εθνικής μας τύφλωσης».

Μύθος 1ος

Η ονομασία «Μακεδόνες» των βορείων γειτόνων μας πρωτοεμφανίζεται το 1943-44 και αποτελεί κατασκεύασμα του Τίτο.

Στην πραγματικότητα η επίμαχη ονομασία χρησιμοποιείται ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι., όταν πρώτη φορά ετέθη δημόσια το ζήτημα του εθνικού χαρακτήρα των σλαβόφωνων χριστιανών της ευρύτερης Μακεδονίας. Οι τελευταίοι δηλώνουν «Μακεδόνες» την ίδια στιγμή που διαπραγματεύονται την υποστήριξή τους στην ελληνική, βουλγαρική ή σερβική εθνική ιδέα.

Τυπικό δείγμα, το κήρυγμα του (πρώην κομιτατζή και εν συνεχεία μακεδονομάχου) καπετάν Κώττα προς τους προεστούς των Κορεστίων, όπως καταγράφηκε από τον αυτόπτη Παύλο Μελά: «Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν, ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα» (Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964, σ. 242). Καθώς η παραπάνω ομιλία έγινε στη γλώσσα που ο ίδιος ο Μελάς αποκαλεί «μακεδονικά», οι κατά Κώτταν «Μακεδόνες» αυτοαποκαλούνταν -προφανώς- «Μακεντόντσι».

Δεν πρόκειται για τη μοναδική καταγραφή του είδους. Κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ, την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., πολλοί σλαβόφωνοι μετανάστες απαντούν στο ερώτημα ποια είναι η «φυλή» ή ο «λαός» τους με τη λέξη «Μακεδόνας». Οι σχετικές καταχωρήσεις είναι ηλεκτρονικά προσπελάσιμες, στην πρωτότυπη μορφή τους, στην ιστοσελίδα του Ελις Αϊλαντ.

Ενδιαφέρουσα είναι η προβολή αυτού του αυτοπροσδιορισμού από την ελληνική προπαγάνδα της εποχής, που από τη «μακεδονικότητα» των σλαβοφώνων έσπευδε να συναγάγει την «ελληνικότητά» τους. «Και αυταί αι παραδόσεις των βουλγαροφώνων Ελλήνων εισίν ελληνικαί, ως και το παρ' αυτοίς αίσθημα της εθνότητος, διότι αυτοί εαυτούς Μακεδόνας ονομάζουσιν, ουδέποτε δε χρώνται τη λέξει Βούλγαρος» διαβάζουμε, π.χ. στον εθνογραφικό χάρτη του Στάνφορντ (1877), που είχε συνταχθεί από τον έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Γεννάδιο. Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Δημήτριος Φιλιππίδης τονίζει κι αυτός ότι «οι χριστιανοί κάτοικοι, άνευ διακρίσεως οι τε Ελληνες και οι σχισματικοί, ονομάζουσιν εαυτούς υπό το γενικόν όνομα "Μακεδόνας"» («Η Μακεδονία», Εν Αθήναις 1906, σ. 30).

Το 1905, τέλος, ο επίσημος χαρτογράφος του ελληνικού μηχανισμού λοχαγός Πάτροκλος Κοντογιάννης, εισηγείται υπηρεσιακά την ενιαία χρήση του όρου «Μακεδόνες» για τους σλαβόφωνους χριστιανούς της ευρύτερης περιοχής, αναφερόμενος σε «Μακεδόνας ελληνίζοντας» και «Μακεδόνας βουλγαρίζοντας» και υποστηρίζοντας ότι «η εθνότης είναι η αυτή και εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, ήτοι η Μακεδονική» (βλ. «Ιός» 5.6.05).

Η τάση διακριτού αυτοπροσδιορισμού ενισχύθηκε προοδευτικά ως απάντηση στις αιματηρές προσηλυτιστικές εκστρατείες Βουλγάρων, Ελλήνων και Σέρβων. Η πρώτη πανηγυρική διατύπωση της συγκρότησης ενός σύγχρονου, σλαβικού «μακεδονικού έθνους» γίνεται το 1903 από τον (γεννημένο στην Πέλλα των Γιαννιτσών) Κάρστε Μισίρκωφ. Για τις αντίστοιχες αποκρυσταλλώσεις στη βάση των τοπικών κοινωνιών, αποκαλυπτική είναι η διαπίστωση του Στράτη Μυριβήλη το 1917: «Αυτοί εδώ οι χωριάτες», γράφει για τους οικοδεσπότες του στη Βελούσινα, «δε θέλουν νάναι μήτε "Μπουλγκάρ", μήτε "Σρρπ", μήτε "Γκρρτς". Μοναχά "Μακεντόν ορτοντόξ"» («Η ζωή εν τάφω», 1η έκδοση [1924], επανέκδ. Αθήνα 1991, σ. 104-5).


Ολα αυτά, μερικές δεκαετίες τουλάχιστον πριν ο Τίτο κάνει τη δημόσια εμφάνισή του στην πολιτική σκηνή των Βαλκανίων.

Μύθος 2ος

Η εδαφική επικράτεια της ΠΓΔΜ βρίσκεται ως επί το πλείστον εκτός «ιστορικής» Μακεδονίας.

Στην πραγματικότητα, όπως ο ίδιος ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει σε υπηρεσιακή έκθεσή του το 1885, ολόκληρη η σημερινή ΠΓΔΜ περιλαμβάνεται στα όρια της αρχαίας Μακεδονίας (επί Φιλίππου). Η πολυδιαφημισμένη διάκριση της μείζονος Μακεδονίας σε «γεωγραφική» και «ιστορική» δεν είναι αντίθετα παρά ένα τέχνασμα του τότε ελληνικού υπ.Εξ., με σκοπό την αυθαίρετη ταύτιση της Μακεδονίας με «το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών». Την αποκαλυπτική αυτή έκθεση εντοπίσαμε στα αρχεία του υπ.Εξ. και δημοσιεύσαμε αυτούσια παλιότερα («Ε» 24.2.2001).

Ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να δεχτεί τις σχετικές εισηγήσεις, τονίζοντας πως «επ' ουδεμιάς ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν» και προειδοποιώντας ότι «ουδείς ήθελε αποδεχθή» διεθνώς τον «νέον γεωγραφικόν όρον» που κατασκεύασε η ελληνική πολιτική ηγεσία για τις βορειότερες μακεδονικές περιοχές. Παρ' όλο που τότε δεν ακούστηκε, η Ιστορία έμελλε να τον δικαιώσει: η μετονομασία της Βόρειας Μακεδονίας σε «Δαρδανία» παρέμεινε ένα σόφισμα για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς οποιοδήποτε αντίκρισμα στη διεθνή επιστημονική και διπλωματική σκηνή -ούτε καν καθολική αποδοχή από τους εν Ελλάδι μακεδονολογούντες.

Μύθος 3ος

Το πραγματικό ιστορικό όνομα της ΠΓΔΜ είναι «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα».

Στην πραγματικότητα, η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε απ' το γιουγκοσλαβικό κράτος 12 χρόνια όλα κι όλα (1929-1941) και μάλιστα κάτω από συνθήκες που επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τον τεχνητό χαρακτήρα της.

Οταν η στρατιωτική δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου επιχείρησε το 1929 να εξαλείψει τις εθνότητες της χώρας συγχωνεύοντάς τις σε ένα ενιαίο «γιουγκοσλαβικό» έθνος υπό σερβική ηγεμονία, όλες οι «ιστορικές» περιφέρειες της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») με τα ονόματα των τοπικών ποταμών. Η αλλαγή παγιώθηκε με το σύνταγμα του 1931 (άρθρο 83) και αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από το διεθνή τύπο της εποχής.

Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διοικητική διαίρεση, τότε εκτός από (γιουγκοσλαβική) Μακεδονία δεν υπάρχουν επίσης Σλοβενία (αλλά «Ντράβσκα» Μπανοβίνα), Κροατία («Σάβσκα» και «Πριμόρσκα» Μπανοβίνα), Μαυροβούνιο («Ζέτσκα» Μπανοβίνα), Βοσνία-Ερζεγοβίνη («Ντρίνσκα» και «Βρμπάσκα» Μπανοβίνα), Βοϊβοδίνα («Ντουνάβσκα» Μπανοβίνα) και -φυσικά- ούτε Σερβία («Μοράβσκα» Μπανοβίνα). Η γελοιότητα του όλου επιχειρήματος, που προπαγανδίστηκε κι από επίσημα χείλη (βλ. επιστολή Παπαθεμελή, «Ε» 17.3.01), είναι παραπάνω από προφανής.

Μύθος 4ος

Ονομασία των βορείων γειτόνων μας ως «Μακεδονία» συνεπάγεται αλυτρωτικές βλέψεις εις βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας.

Στην πραγματικότητα, οι παλιότερες εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας ουδέποτε στηρίχτηκαν σε «ονοματολογικές» παρανοήσεις. Κεντρικό επιχείρημα της Βουλγαρίας και της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (πριν από το 1950) ήταν η συνεχιζόμενη παρουσία μιας συμπαγούς σλαβόγλωσσης μειονότητας σε περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας ή τα «ιστορικά δίκαια» που (υποτίθεται ότι) συνεπαγόταν η πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους και την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικρασίας.

Ακόμη κι αν η ΠΓΔΜ μετονομαζόταν «Δαρδανία», αυτό δεν θα εξαφάνιζε τις αναφορές των εκεί εθνικιστών σε «αλύτρωτους Δαρδανούς» της Β. Ελλάδας. Στη δε χώρα μας, θα γινόμασταν απλώς μάρτυρες της μετάλλαξης των «σλαβόφωνων Ελλήνων» σε «δαρδανόφωνους».

Της μόδας μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε επίσης η «γεωπολιτική» επιχειρηματολογία («δικαίωμα» των εθνών να «αναζητήσουν» καλλιεργήσιμα εδάφη, θαλάσσιες οδούς κ.λπ.). Παρόμοια επιχειρήματα πρόβαλε τότε κι η επίσημη Αθήνα, ζητώντας επέκταση των ελληνικών συνόρων προς βορρά. Σήμερα, τέτοιοι ισχυρισμοί θεωρούνται από το Διεθνές Δίκαιο απαράδεκτοι, ενώ η ύπαρξη και προστασία των κατά τόπους μειονοτήτων έχει πλήρως αποσυνδεθεί από εδαφικές «διευθετήσεις».

Μύθος 5ος

Η (φαντασιακή) σχέση των Σλαβομακεδόνων με τους αρχαίους Μακεδόνες είναι μια ιστορική πλαστογραφία που χαλκεύθηκε από τα Σκόπια στα μεταπολεμικά χρόνια.

Στην πραγματικότητα, η υποτιθέμενη καταγωγή των σλαβόφωνων από τους αρχαίους Μακεδόνες υπήρξε αγαπημένο θέμα της ελληνικής προπαγάνδας, ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι.

Το πιστοποιούν σλαβόγλωσσα έντυπα που οι μακεδονομάχοι μοίραζαν στον τοπικό πληθυσμό, όπως η «Διακήρυξη του Ελληνομακεδονικού Συλλόγου της Αθήνας για τους αδελφούς μας Μακεδόνες» (1905) ή οι υποτιθέμενες «Προφητείες του Μεγαλέξανδρου» (1907). Ανάλογες θεωρίες συναντάμε και σε προφορικά κηρύγματα προς τους σλαβόφωνους χωρικούς (Στ. Ράπτης «Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος», Εν Αθήναις 1910, σ. 168). Πασίγνωστη είναι τέλος η αναγόρευση της σλαβομακεδονικής σε μετεξέλιξη της «ομηρικής» γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων από λογίους της εποχής (Τσιούλκας, Μπουκουβάλας κ.ά.), τα πονήματα των οποίων βρίσκουν μέχρι σήμερα ανταπόκριση σε ελληνικούς εθνικιστικούς κύκλους.

Εξίσου παλιά είναι η οικειοποίηση αυτής της «ιστορικής» επιχειρηματολογίας από τους ίδιους τους σλαβόφωνους Μακεδόνες -είτε αυτοί συντάσσονταν με τον ελληνικό εθνικισμό είτε όχι. Προξενική έκθεση του 1871 καταγράφει το στολισμό του «σλαβοβουλγαρικού» βιβλιοπωλείου των Βιτωλίων με την εικόνα του Μεγαλέξανδρου, ενώ το 1902 κομιτατζήδες κηρύσσουν πως «θέλουν να αναζωώσουν τον Μέγαν Αλέξανδρον» και το κράτος του. Την ίδια χρονιά, σλαβόφωνος πράκτορας του ελληνικού μηχανισμού καυτηριάζει δημόσια τους συμπατριώτες του που «πλανώνται πλάνην μεγάλην φρονούντες ότι είνε δυνατόν να είνε απόγονοι συγχρόνως τε του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Κρούμου» (Γ. Π. Κώνστας, «Ενέργειαι και δολοφονικά όργια του βουλγαρικού κομιτάτου», Εν Αθήναις 1902, σ. ιθ').

Παρά την οφθαλμοφανή αυθαιρεσία του, το όλο «γενεαλογικό» σχήμα έχει συνεπώς τη δική του προϊστορία. Στο κάτω κάτω, τι φταίνε αυτοί αν πήραν τοις μετρητοίς όσα τους κανοναρχούσαν οι «δικοί μας» φωστήρες;

Διαφορετικής τάξης ζήτημα αποτέλεσε η υιοθεσία του «Ηλιου της Βεργίνας» ως εθνικού εμβλήματος της ΠΓΔΜ το 1992. Ευθύς εξαρχής ήταν προφανές πως επρόκειτο για (εσπευσμένη) κατασκευή ενός διαπραγματευτικού χαρτιού προς ανταλλαγή, ενόψει μελλοντικού διακανονισμού. Το αποδεικνύει όχι μόνο η άνετη απεμπόλησή του το 1995, αλλά και η προνοητικότητα της ηγεσίας των Σκοπίων να απεικονίσει έναν διαφορετικό «ήλιο» στα κέρματα που έκοψε το 1993.

Μύθος 6ος

Το ελληνικό κράτος αδιαφόρησε επί μισόν αιώνα για τις κινήσεις των Σκοπίων.


Στην πραγματικότητα, όπως εξηγεί σε απολογιστικό του κείμενο ο επίσημος ιστορικός του Μακεδονικού (κι εμπειρογνώμονας του ΥΠΕΞ επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες), Ευάγγελος Κωφός, «για τη διπλωματική μας Υπηρεσία, το θεωρούμενο από πολλούς ως "ανύπαρκτο θέμα" ήταν ένα πολύ υπαρκτό και ακανθώδες πρόβλημα. Υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες το 50% των εισερχομένων ημερησίως εγγράφων στο αρμόδιο Βαλκανικό Τμήμα του Υπουργείου αναφέρονταν άμεσα ή έμμεσα στο Μακεδονικό».

Η σχετική παρανόηση οφείλεται στην επιλογή της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να θεωρεί το θέμα επισήμως «ανύπαρκτο», επιβάλλοντας αυτή τη γραμμή στα ελληνικά ΜΜΕ.

Ο Κων/νος Καραμανλής (ο παλιότερος) δεν είχε π.χ. κανένα πρόβλημα να εξηγήσει το 1980 στο γιουγκοσλάβο ομόλογό του, Μιγιάτοβιτς, πώς υποχρέωσε τον ελληνικό τύπο ν' αποσιωπήσει την απάντηση του γιουγκοσλαβικού ΥΠΕΞ σε ερώτηση «ενός δικού μας ανόητου δημοσιογράφου για το Μακεδονικό» («Αρχείο Καραμανλή», τ. 12ος, σ. 61).

Η αιτία αυτής της διατεταγμένης αυτολογοκρισίας δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Χάρη στη (μυστική) ελληνογιουγκοσλαβική «συμφωνία κυρίων» του 1962 για εκατέρωθεν αποχή από οποιαδήποτε δημόσια ανακίνηση του Μακεδονικού, το ελληνικό κράτος μπόρεσε να οργανώσει -χωρίς διεθνείς περιπλοκές- ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αφομοίωσης της σλαβόφωνης μειονότητας του βορειοελλαδικού χώρου. Σε αντάλλαγμα αποδέχθηκε de facto την ύπαρξη της Σ. Δ. Μακεδονίας, όπως πιστοποιεί η αναγραφή της ονομασίας σε ΦΕΚ όλων των μεταπολεμικών κυβερνήσεων.

Μύθος 7ος

Η ηγεσία των Σκοπίων υπήρξε σταθερά αδιάλλακτη στο ζήτημα του ονόματος, απορρίπτοντας κάθε συμβιβαστική λύση.

Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση φρόντισε να απορρίψει πρώτη όλες τις εκδοχές σύνθετης ονομασίας που πρότειναν το 1992-93 οι μεσολαβητές της Ε.Ε. και του ΟΗΕ, όπως «Νέα Μακεδονία» (1.4.92) και «Nova Makedonija» (28.5.93).

Η δεύτερη απορρίφθηκε επίσημα (και) από τον Γκλιγκόροφ, μια μέρα όμως μετά το Μητσοτάκη.

Το ίδιο συνέβη και με τις βολιδοσκοπήσεις σε διμερές επίπεδο. Το Μάρτιο του 1992, κατά τη συνδιάσκεψη «Ελσίνκι-2» της ΔΑΣΕ, ο ΥΠΕΞ της ΠΓΔΜ Μάλεφσκι παρέδωσε σε μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας κατάλογο με πέντε εκδοχές σύνθετης ονομασίας («Μακεδονία του Βαρδάρη», «Βόρεια Μακεδονία» κ.λπ.) παροτρύνοντας σε άμεση από κοινού επίλυση του προβλήματος. Η ελληνική πλευρά απέρριψε το διάβημα με τη δικαιολογία ότι «η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη». Τις ίδιες μέρες κλιμακώθηκε η εκστρατεία του (τότε) έλληνα ΥΠΕΞ, Αντώνη Σαμαρά, για αποτροπή οποιουδήποτε συμβιβασμού με το «ψευδοκράτος» - με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα σημερινά αδιέξοδα.

Μύθος 8ος

Οι εθνικιστικοί κύκλοι της ΠΓΔΜ απειλούν άμεσα την ασφάλεια κι εδαφική ακεραιότητα της Β. Ελλάδας.

Η ύπαρξη εθνικιστών σε οποιαδήποτε χώρα είναι κάτι το αυτονόητο. Εντελώς διαφορετικό ζήτημα είναι η πραγματική επικινδυνότητά τους. Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, πολύς λόγος έγινε το 1991-93 για την αλυτρωτική συνθηματολογία του δεύτερου σε μέγεθος κόμματος της χώρας, του ΒΜΡΟ. Στην πραγματικότητα, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τον τοπικό τύπο, η ηγεσία του ΒΜΡΟ ήδη από το 1992 βρισκόταν σε επαφή με τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες -και συγκεκριμένα με τον ειδικό απεσταλμένο του Μητσοτάκη, στρατηγό Γρυλλάκη («Ιός» 22.12.2001).

Οταν το 1998 το ΒΜΡΟ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ακολούθησε έτσι πιο «ενδοτική» πολιτική απ' ό,τι οι προκάτοχοί του (ξεπούλημα στρατηγικών βιομηχανιών στο ελληνικό κεφάλαιο, κ.λπ.). Σύμφωνα με το «Βήμα» (3.6.2001), σύμβουλος του «εθνικιστή» πρωθυπουργού Γκεοργκίεφσκι «στις διαβουλεύσεις με την Αθήνα για την ονομασία» δεν ήταν άλλος από το Σταμάτη Μαλέλη -τον ίδιο άνθρωπο που, ως υπάλληλος του ελληνικού προξενείου, είχε ξεκινήσει το 1992 τις επαφές Γρυλλάκη-ΒΜΡΟ!

Απομένει το ζήτημα των εθνικιστικών αναφορών σε σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ. Κάποιες είναι όντως αλυτρωτικές, ενώ άλλες απλώς διαφέρουν από τη δική μας εικόνα για την ιστορία της περιοχής. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που έχει ευρύτερες βαλκανικές διαστάσεις, υπάρχουν διακρατικές επιτροπές επιφορτισμένες με την αμοιβαία εκκαθάριση των σχολικών βιβλίων από κηρύγματα μίσους και σοβινιστικές υπερβολές.

Προϋπόθεση της δουλειάς τους συνιστά, ωστόσο, η απουσία έντασης μεταξύ των ενδιαφερόμενων χωρών.

Μύθος 9ος

Στην επικράτεια της ΠΓΔΜ ζει μια ευμεγέθης ελληνική μειονότητα.

Πρόκειται για ανυπόστατη κατασκευή που δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό δεδομένο. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από μια σφυγμομέτρηση του περιοδικού «PULS» (1991) κατά την οποία, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, ένα 10,88 % των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ζήσει στην Ελλάδα κι όχι σε κάποια άλλη γειτονική χώρα -προτίμηση που από ελληνικά ΜΜΕ (και το Α2 του ΓΕΣ) ερμηνεύθηκε σαν εκδήλωση ελληνικής εθνικής συνείδησης!

Ακολούθησε η πανηγυρική υποδοχή της προκήρυξης μιας «Οργάνωσης Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας» (19.2.93), που σύντομα αποδείχθηκε κατασκεύασμα του εγχώριου «Στόχου». Οπως επισημαίνει και ο Κωφός, η όλη παραφιλολογία (στην οποία μετείχε ακόμη και η υφυπουργός Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, ανεβάζοντας μάλιστα το ποσοστό της «ελληνικής μειονότητας» σε 18,6) «ενίσχυε την εντύπωση σε τρίτους ότι η Ελλάδα αναζητεί ή κατασκευάζει ερείσματα για επέμβαση στη γειτονική χώρα».

Μύθος 10ος

Η στάση της Αθήνας απέναντι στα Σκόπια υπήρξε σταθερά ενδοτική και καθόλου απειλητική.

Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός εθνικισμός φλέρταρε σοβαρά με την ιδέα της διάλυσης του «ψευδοκράτους». Εκτός από χιλιάδες διαδηλωτές που πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας ζητώντας «σπάσιμο των συνόρων» και «σύνορα με τη Σερβία» (10.12.92), τη «στρατιωτική πίεση» και το διαμελισμό της ΠΓΔΜ υποστήριξαν επίσης δημόσια προσωπικότητες όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Κων/νος Βακαλόπουλος, ο Σαράντος Καργάκος, ο Χρήστος Πασσαλάρης ή ο τέως πρόεδρος Χρήστος Σαρτζετάκης. Στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύθηκαν σενάρια προέλασης του ελληνικού στρατού στο έδαφος της ΠΓΔΜ («Βήμα» 15.12.91 και 31.5.92), ακόμη και χάρτης με τις προτάσεις του ΓΕΕΘΑ για τα νέα σύνορα της Ελλάδας («Εθνος» 7.12.92).

Σ' ένα άλλο επίπεδο, ο ΥΠΕΞ Σαμαράς βάσισε μεγάλο μέρος της στρατηγικής του στην προοπτική αποσύνθεσης και κατάρρευσης του «κρατιδίου» (χάρη και στο πρώτο άτυπο ελληνικό εμπάργκο του 1992), ενώ γνωστές είναι οι διαβουλεύσεις με τους Μιλόσεβιτς και Ντράσκοβιτς για ελληνοσερβική «μοιρασιά» της ΠΓΔΜ.

Τέλος, διαφορετικής τάξης σχεδιασμοί για την «προληπτική» κατάληψη μιας «υγειονομικής ζώνης» εντός της ΠΓΔΜ σε περίπτωση επέκτασης των εκεί διακοινοτικών ταραχών συζητήθηκαν επίσημα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τον Αύγουστο του 2001.



Οι διαμορφωτές της εθνικής γνώμης

Μια σχεδόν ξεχασμένη πτυχή της εθνικιστικής υστερίας του 1991-94 αφορά την πολιτική ταυτότητα των «ειδημόνων» που ανέλαβαν να διαφωτίσουν εν μία νυκτί την εγχώρια κοινή γνώμη για την προϊστορία, τη φύση και τις πραγματικές διαστάσεις ενός ζητήματος που μέχρι τότε εθεωρείτο «ανύπαρκτο» από το επίσημο κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του.

Την κάλυψη του πολιτικού, ιδεολογικού και βιβλιογραφικού κενού που παρήγαγε η διατεταγμένη κρατική σιωπή (αλλά και η αδιαφορία της τότε αριστεράς και προοδευτικής διανόησης για παρόμοια ζητήματα) ανέλαβαν να καλύψουν οι εκπρόσωποι κι οργανικοί διανοούμενοι της μετεμφυλιακής και χουντικής εθνικοφροσύνης που μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 είχαν μπει στο περιθώριο.

*Συντάκτης της ιδρυτικής διακήρυξης (17.1.92) της «Επιτροπής Μακεδόνων» που οργάνωσε το πρώτο εθνικιστικό συλλαλητήριο (Θεσσαλονίκη 14.2.92), δίνοντας τον τόνο και αποκρυσταλλώνοντας την επιχειρηματολογία της «λαϊκής διπλωματίας» της περιόδου, ήταν ο Νικόλαος Μέρτζος, συγγραφέας του βιβλίου «Εμείς οι Μακεδόνες» (Αθήνα 1986), σύμβουλος του Μητσοτάκη για τα «εθνικά ζητήματα» αλλά και αντιπρόεδρος επί χούντας της (διορισμένης από τον Παπαδόπουλο) «Συμβουλευτικής».

*Συγγραφέας του best seller «Οι Ελληνες Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας» (Αθήνα 1991), ο Ιωάννης Χολέβας υπήρξε γενικός γραμματέας του υπουργείου Β. Ελλάδος επί ΕΡΕ αλλά και υπουργός Ναυτιλίας επί χούντας.

*Συμπληρωματικό ρόλο έπαιξαν «Η συνωμοσία κατά της Μακεδονίας» (Αθήνα 1987) του κατοχικού νομάρχη Τρικάλων και χουντικού υφυπουργού Εσωτερικών Θεόδωρου Σαράντη και το κλασικό μετεμφυλιακό εγχειρίδιο του Γεωργίου Λεβέντη «Η εναντίον της Μακεδονίας βουλγαροκομμουνιστική επιβουλή» (Αθήνα 1963 και 1966).

*Για πιο σκληρά γούστα, ανακαλύφθηκε ξανά ο «φίρερ» της 4ης Αυγούστου, Κώστας Πλεύρης. Τρεις μέρες πριν από το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, κλήθηκε να διαφωτίσει για το Μακεδονικό τους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Χαλανδρίου. Σύμφωνα με το δελτίο ειδήσεων του Tele-City, γύριζε τότε «από σχολείου εις σχολείον, μπας και ξυπνήσουμε τον εθνικό μας οίστρο» («Ε» 12.2.92).

*Η δραστηριότητά του αυτή δεν έμεινε απαρατήρητη από τους υπόλοιπους λάτρεις της εθνικής αφύπνισης. Αρθρο της «Καθημερινής» διαφημίζει π.χ. τον «καθηγητή» Πλεύρη σαν «διαπρεπή αναλυτή, σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο, ιστορικό, φιλόλογο και νομικό», που «παρουσιάζει κατά τρόπο μοναδικό τις αξίες της αρχαιοελληνικής μας κληρονομιάς, τον κλασικό μας πλούτο, τις μεγάλες μορφές της Φιλοσοφίας, της Τέχνης και της πολιτικής των προχριστιανικών χρόνων, με ιδιαίτερη πάντα αναφορά στους Ελληνες Μακεδόνες Φίλιππο, Αριστοτέλη και Μέγα Αλέξανδρο» (16.2.92).

Σαφώς πιο απειλητική για την ελευθερία του λόγου, αλλά κι ενδεικτική του κλίματος των ημερών, ήταν η επιστράτευση του ίδιου «φίρερ» από τον εισαγγελέα ως βασικού μάρτυρα κατηγορίας σε μία από τις βασικές διώξεις αντιφρονούντων της εποχής. Αντικείμενο της δίωξης ήταν το βιβλίο της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη» και η κατηγορία αφορούσε τα εμφυλιοπολεμικά αδικήματα της «διασποράς ψευδών ειδήσεων», της «πρόκλησης πολιτών σε διχόνοια» και της «διατάραξης των σχέσεων της χώρας με φιλικά κράτη». Ο Πλεύρης κλήθηκε να καταθέσει με την ιδιότητα του «ειδήμονος περί τα εθνικά θέματα» και, φυσικά, έσπευσε να στηρίξει την κατηγορία.

*Μια άλλη ακροδεξιά παρέα, η «Εθνική Σταυροφορία» (με αρχηγό έναν ιδιοκτήτη πορνομάγαζου καταδικασμένο για μαστροπεία), συνέβαλε κι αυτή στις διώξεις των αντιφρονούντων, «τεκμηριώνοντας» με τις επιδρομές της την «πρόκληση διχόνοιας» που (υποτίθεται ότι) προκαλούσε η δημόσια διαφωνία με την υστερία.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της ζύμωσης ήταν να χαθεί πλήρως ο έλεγχος της κατάστασης, ακόμη κι από τους αρχικούς εμπνευστές της όλης καμπάνιας. Οταν στις αρχές του 1993 ο Μέρτζος αρθρογράφησε πρώτη φορά υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης στο ζήτημα του ονόματος, εισέπραξε τη γενική κατακραυγή. Το τζίνι είχε βγει απ' το μπουκάλι και θα περνούσε καιρός μέχρι να τιθασευτεί.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Athena Skoulariki
«Au nom de la nation. Le discours publique en Greece sur la question macedonienne et le role des medias (1991-1995)»
(αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Universite Paris ΙΙ, Μάρτιος 2005).
Εξαιρετική ανατομία του δημόσιου λόγου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης για το «Σκοπιανό».

Evangelos Kofos
«Greece's Macedonian Adventure: the Controversy over FYROM's Independence and Recognition»
(στο συλλογικό «Greece and the New Balkans», Ν. Υόρκη 1999, εκδ. Pella).
Εντονα κριτικός απολογισμός της κρίσης του 1991-95 από τον μέχρι τότε εμπειρογνώμονα του ΥΠΕΞ για το Μακεδονικό.

Τάσος Κωστόπουλος
«Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία»
(Αθήνα 2000, εκδ. «Μαύρη Λίστα»).
Περιγραφή της εσωτερικής διάστασης του Μακεδονικού, με βάση δεκάδες ντοκουμέντα διπλωματικών και άλλων υπηρεσιών.

Γιάννης Βαληνάκης - Σωτήρης Ντάλης
«Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996»
(Αθήνα 1996, εκδ. «Ι. Σιδέρης»).
Τα βασικά επίσημα ντοκουμέντα της διαμάχης. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρωχημένη ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία του ελληνικού μνημονίου στον ΟΗΕ (25.1.93) και σχετικής εγκυκλίου του ΥΠΕΞ (7.3.94).

Θεόδωρος Σκυλακάκης
«Στο όνομα της Μακεδονίας»
(Αθήνα 1995, εκδ. «Ελληνική Ευρωεκδοτική»).
Η εκδοχή Μητσοτάκη για το «Σκοπιανό».

Αλέξανδρος Τάρκας
«Αθήνα-Σκόπια. Πίσω από τις κλειστές πόρτες»
(Αθήνα 1995, εκδ. «Λαβύρινθος»).
Η εκδοχή Σαμαρά για το ίδιο θέμα.

Μιχ. Παπακωνσταντίνου
«Το ημερολόγιο ενός πολιτικού. Η εμπλοκή των Σκοπίων»
(Αθήνα 1994, εκδ. «Εστία»).
Αυτοβιογραφική εξιστόρηση από το διάδοχο του Σαμαρά στο ΥΠΕΞ.

(Ελευθεροτυπία, 23/10/2005)


http://www.iospress.gr/ios2005/ios20051023.htm

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Ο παππούς μας ο λαθρομετανάστης

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΟΥΣ, ΑΣΙΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΑΝΟΥΣ


Ο απαξιωτικός όρος «λαθρομετανάστης», που εξομοιώνει τον ανθρώπινο πόνο με τα εμπορεύματα, επινοήθηκε για να χαρακτηρίσει τους Ελληνες που έφευγαν χωρίς χαρτιά, συχνά και χωρίς εισιτήριο, στην Αμερική, στις αρχές του 20ού αιώνα

Παρά τις διαμαρτυρίες των αντιρατσιστικών οργανώσεων, παρά την έκκληση ακόμα και του επικεφαλής του γραφείου της Υπάτης Αρμοστίας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, Γιώργου Τσαρμπόπουλου («ο απαξιωτικός όρος λαθρομετανάστες, που εξομοιώνει τον ανθρώπινο πόνο με εμπορεύματα, πρέπει επιτέλους να εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο», «Αυγή», 21/6/2009), τα μέσα ενημέρωσης και τα περισσότερα πολιτικά κόμματα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον όρο «λαθρομετανάστες» για να περιγράψουν τους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες που καταφεύγουν στη χώρα μας.

Είναι γνωστό ότι η γλώσσα τσακίζει κόκαλα. Στην προκειμένη περίπτωση τα κόκαλα είναι κόκαλα «αλλοδαπών». Αρα μικρό το κακό. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς έτσι;

Η ιστορία της λέξης αυτής λέει πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελαν εκείνοι που τη χρησιμοποιούν με επιμονή. Γιατί αυτή η ιστορία ανατρέπει τον ισχυρισμό ότι οι έλληνες μετανάστες ήταν πάντα νόμιμοι και ότι η μετάβασή τους στα ξένα έγινε με οργανωμένο τρόπο, άρα δεν μπορεί να συγκρίνονται με τους μετανάστες από την Ασία και την Αφρική που φτάνουν σήμερα στην Ευρώπη.

Στα λεξικά ο όρος «λαθρομετανάστης» καταγράφεται από τη δεκαετία του 1990 (βλ. σχετικά http://sarantakos.wordpress.com). Αλλά η λέξη εμφανίζεται από τις αρχές του 20ού αιώνα και αναφέρεται αποκλειστικά σε έλληνες μετανάστες. Ο νεολογισμός προέκυψε ίσως από τον όρο «λαθρεπιβάτης», γιατί οι Ελληνες που έφευγαν για τις ΗΠΑ χωρίς επίσημα χαρτιά συχνά δεν είχαν και εισιτήρια.

Χάρη στην πρόσφατη ψηφιοποίηση μεγάλου μέρους του ελληνικού τύπου, μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες πρώτες χρήσεις του όρου. Η παλιότερη αναφορά που εντοπίσαμε αναφέρεται στους «λάθρα μεταναστεύσαντες» Ελληνες και τα μέτρα που πήρε το υπουργείο Ναυτικών στο λιμάνι του Πειραιά για να εμποδίσει το ρεύμα της μαζικής φυγής προς την Αμερική («Σκριπ», 26/8/1916).

Οι αναφορές της ίδιας εφημερίδας μετά από μια δεκαετία έχουν πολύ δραματικότερο χαρακτήρα. Κάτω από τον τίτλο «Τα μαρτύρια των Ελλήνων μεταναστών - Πού τους αποστέλλουν εξαπατώντες αυτούς» (16/3/1927), περιγράφεται η περιπέτεια 15 Ελλήνων που μετέβησαν στην Κούβα και από εκεί «παρελήφθησαν από κάποιον πράκτορα Αλεξιάδη» και επιβιβάστηκαν σε μικρό βενζινόπλοιο, «κρυφθέντες εντός μεγάλων δεμάτων χάρτου, διά να εισέλθουν εις την Β. Αμερικήν λαθραίως κατά την εκφόρτωσιν του εμπορεύματος». Κανένας δεν τα κατάφερε: «Κατά τον πλουν τέσσαρα δέματα χάρτου ανηρπάγησαν από τα κύματα και οι εν αυτοίς ατυχείς μετανάσται επνίγησαν. Εις άλλος μετανάστης εθανατώθη οικτρότατα κατά την εκφόρτωσιν του δέματος του χάρτου εντός του οποίου είχε κρυφθή, διότι το βαρούλκον του πλοίου του διετρύπησε την κοιλίαν».

Αντίστοιχο είναι και το δημοσίευμα που υπέδειξε στον Πάνο Τριγάζη ο καθηγητής του ΑΠΘ Γιώργος Τσιάκαλος (βλ. «Αυγή» 13/6/2009). Πρόκειται για ρεπορτάζ στο «Εμπρός» με τίτλο «Η λαθρομετανάστευσις εις τον λιμένα Πειραιώς» (26/4/1929):

«Πόσα περιστατικά Ελλήνων λαθρομεταναστών δεν μας είναι γνωστά. Χιλιάδες άνθρωποι γυμνητεύουν, πεινούν περιφερόμενοι εις τον Καναδάν ή την Αργεντινήν όπου έχουν αποσταλή πλανηθέντες παρά των πρακτόρων αυτών οι οποίοι εφρόντισαν να πείσουν τούτους ότι η Γη της Επαγγελίας είναι εκεί και ότι τα δολάρια τους αναμένουν εις τας προκυμαίας. [...] Με ατμόπλοιον επέστρεψαν προ ημερών 17 λαθρομετανάσται. Ούτοι κατήγγειλαν ότι εξαπατήθησαν ενταύθα υπό διαφόρων πρακτόρων, ότι τους πήραν και την τελευταίαν πεντάραν και ότι εις τα αμερικανικά εδάφη αντί χρυσού εύρον την πείναν και την απόγνωσιν... "Φωνάχτε σε όλο τον κόσμο", κατέθεσαν ούτοι. "Γράφτε στις εφημερίδες να μη φεύγη κανείς για εκεί! Τι τραβήξαμε δεν λέγεται. Φυλακή, πείνα, θάνατος, κακομοιριά". Μόλις αποβιβασθούν εις τον Καναδάν ή την Αργεντινήν τους περικυκλώνουν διάφορα πρόσωπα και τους υπόσχονται ότι θα τους εισαγάγουν εις το έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών [αλλά] κατόπιν πολλών περιπετειών τους εγκαταλείπουν πειναλέους και ρακένδυτους». Το δημοσίευμα αναφέρεται και στη σύλληψη όσων οργάνωσαν το ταξίδι των μεταναστών (οι «δουλέμποροι» που θα λέγαμε σήμερα). Ολοι Ελληνες φυσικά.

Οι αναφορές σε «λαθρομετανάστες» πολλαπλασιάζονται όσο πλησιάζει η οικονομική κρίση του 1929 και οι ΗΠΑ πιέζουν τις χώρες προέλευσης μεταναστών να πάρουν μέτρα. Τον όρο «λαθρομετανάστης» για τους Ελληνες χρησιμοποιεί και σε άρθρο του γραμμένο ειδικά για το «Ελεύθερον Βήμα» ο υπουργός Εργασίας των ΗΠΑ, Τζέιμς Ντέιβις (25/2/1928): «Αργά ή γρήγορα, εφόσον δεν υπάρχει νόμιμος περιορισμός διά τον εκτοπισμόν των λαθρομεταναστών, πιστεύω ότι κάθε λαθραίως εισελθών ξένος θα ευρεθή υποψήφιος προς εκτοπισμόν. Διά να σταματήση εντελώς η λαθραία είσοδος θ' απαιτηθούν αυστηρότεροι νόμοι και μεγαλυτέρα οργάνωσις των οικείων υπηρεσιών».

Είχε προηγηθεί εκτενής ανάλυση της ίδιας εφημερίδας για τις νέες συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι «λαθρομετανάστες» στις ΗΠΑ (3/1/1928). Το άρθρο εφιστά την προσοχή των «λαθραίων μεταναστών» να μη «αποστέλλωσι τα τέκνα των, τας συζύγους των, τους αδελφούς των και τους άλλους οικείους των εις τας Ηνωμένας Πολιτείας διά των διαφόρων τούτων τυχοδιωκτικών μέσων, τα οποία σκέπτονται απάνθρωπα υποκείμενα διά να κερδίσουν ελάχιστα χρήματα εις βάρος της τιμής και της ζωής των άλλων». Υποδεικνύεται μάλιστα η «κανονική μετανάστευσις», την οποίαν εξασφαλίζουν «μόνο σοβαρά γραφεία μεγάλης περιωπής ισχυρώς οργανωμένα και από πολλών ετών λειτουργούντα [...] τοιαύτα δε γραφεία είναι εν Ελλάδι σχεδόν μόνα τα γραφεία του New York Athens Express Company των Αδελφών Κοντονή».

Ειρωνεία της τύχης. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου οι αδελφοί Κοντονή συνελήφθησαν, με βαριές κατηγορίες για απάτη, λαθραία μετακίνηση, μέχρι και για φόνο μεταναστών...

Σιγά σιγά, ο όρος «λαθρομετανάστες» έπαυσε να χρησιμοποιείται για Ελληνες. Μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου οι ελληνικές εφημερίδες χαρακτήριζαν «λαθρομετανάστες» τους εβραίους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος που επιχειρούσαν να διαφύγουν στην Παλαιστίνη (βλ. λ.χ. «Εμπρός», 10 και 11/10/1947). Από τότε και μέχρι το 1990 που τον ξαναθυμηθήκαμε, η χρήση του όρου είναι σποραδική και συνήθως γίνεται για να περιγραφούν εγκληματίες που έχουν και την ιδιότητα του αλλοδαπού.

Ας έχουν λοιπόν υπόψη τους αυτό το ιστορικό βάρος του όρου «λαθρομετανάστης» όσοι συνεχίζουν να τον χρησιμοποιούν. Κι ας συλλογιστούν κάθε φορά που τον εκστομίζουν ότι δημιουργήθηκε για να δώσει εγκληματικό περιεχόμενο στη μαζική φυγή από την Ελλάδα απελπισμένων συμπατριωτών μας.

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=06/02/2011&id=248643

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Ο καημός του μη καπνιστή

Τα Νέα, 28 Απριλίου 2007

Είπα να το γυρίσω στο μελό, και πώς αλλιώς, αφού οι περισσότεροι φίλοι και γνωστοί καπνίζουν, ο περισσότερος κόσμος καπνίζει, κάπνιζα κάποτε κι εγώ, φουγάρο, όπως λένε, μια φορά βρέθηκα στη ζωή μου στην πλειοψηφία, όμως εδώ και δώδεκα χρόνια ανήκω πια σε άλλη μια μειοψηφία, θλιβερή, επονείδιστη, των μη καπνιστών –και ούτε καν: σε μέρος της μειοψηφίας, δεν ξέρω πόσο είναι αυτό, στους αντικαπνιστές.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αμαρτία εξομολογημένη λοιπόν, γιατί είναι, θεωρείται, αμαρτία να μην καπνίζεις, είναι κυρίως αμαρτία να σ’ ενοχλεί το κάπνισμα των άλλων (γιατί υπάρχουν και μη καπνιστές ευτυχείς, εγώ τους μακαρίζω, που διόλου δεν τους ενοχλεί το κάπνισμα), και κυριότατα είναι αμαρτία (έως και φασισμό το είπαν!) αν θες να εμποδίσεις το κάπνισμα των άλλων, να τους στερήσεις την ελευθερία (δεν ειρωνεύομαι όμως εδώ, το ξέρω ότι είναι στέρηση της ελευθερίας κάτι τέτοιο) να καπνίζουν.

Αν όμως παραδέχεσαι, θα πει κανείς, πως είναι στέρηση ελευθερίας η απαγόρευση του καπνίσματος, πώς τότε την επικροτείς, πώς νοείται να την επιζητείς, ίσως και την απαιτείς; Χωρίς να αναφερθώ σε άλλου τύπου στερήσεις της ελευθερίας που θεωρούνται όμως γενικά αποδεκτές και επιβεβλημένες (το όριο ταχύτητας, η ζώνη ή το κράνος, αμέσως αμέσως, στην οδήγηση), θα πω εκ προοιμίου ότι η ελευθερία του ενός να καπνίζει έχει ήδη καταργήσει την ελευθερία του άλλου που δεν θέλει να καπνίσει. Όμως η ελευθερία του ενός θεωρείται αυτονόητη, είναι κεκτημένη, άρα η συζήτηση περί ελευθερίας αρχίζει από ένα σημείο και πέρα, απ’ τα μισά του δρόμου.

Υπήρξα, είπα, μανιώδης καπνιστής, κι αυτό, παρεμπιπτόντως, θεωρείται ακόμα μεγαλύτερο αμάρτημα, ο καπνιστής που έγινε αντικαπνιστής: «οι πρώην καπνιστές γίνονται οι φανατικότεροι αντικαπνιστές» λέγεται, σου το λεν κατάμουτρα, κάτι σαν τους γενίτσαρους περίπου, σε κάνουν να σκεφτείς, σαν τους πρώην κομμουνιστές που έγιναν οι φανατικότεροι αντικομμουνιστές, αυτό το στερεότυπο εντέλει υπόκειται στην παρατήρηση αυτή, που σε κάνει να νιώθεις ακόμα πιο μίζερος, πιο επονείδιστος, όπως είπα, εσύ ο αντικοινωνικός, εσύ ο εκτός, ο δακτυλοδεικτούμενος εχθρός.

Είναι βαρύ το στίγμα τού εκτός (το είπα πως θα το ρίξω στο μελό), γιατί όντως το «μη τσιγάρο» σε θέτει αυτομάτως εκτός: ήδη οι φίλοι σου, όταν σε προσέχουν, να μη σου έρχεται ο καπνός, όταν μετρούν το καινούριο, απανωτό τσιγάρο την ώρα που πάνε να το ανάψουν και κάνουν αμήχανα για λίγο πέρα το πακέτο, όταν γυρίζουν απ’ την άλλη να φυσήξουν τον καπνό, σου θυμίζουν πόσο εκτός εντέλει είσαι, άτομο δηλαδή με ειδικές ανάγκες που το φροντίζουν στοργικά, στην καλύτερη περίπτωση, στη χειρότερη άτομο υστερικό, γεροπαράξενο, οπωσδήποτε αντικοινωνικό –αυτά, εντάξει, όχι από τους φίλους, αλλά από τους τρίτους.

Γιατί το τσιγάρο είναι σήμα κοινωνικότητας, δημιουργεί κοινωνία, φτιάχνει κοινότητα, όπως το ποτό, το χαρτί, τα σπορ, κατεξοχήν το ποδόσφαιρο. Ο θεριακλής ή/και το γερό ποτήρι συνιστά εντέλει αξία, ακόμα και στην κατάχρηση, ιδίως (ή ακόμα και) στο αλκοόλ, που εκεί πια κανένας δεν αμφισβητεί το αρνητικό πρόσημο του αλκοολισμού.

Ο μανιώδης καπνιστής που εξακολουθεί να καπνίζει σαν φουγάρο, παρότι έχει ήδη προβλήματα υγείας και αυστηρή απαγόρευση απ’ το γιατρό, κάπου μέσα μας βαθιά μάς συγκινεί, θραύσματα από μυθολογίες ηρωικές μάς φέρνει στο νου, νά, τα δέντρα που πεθαίνουν όρθια, νά ο παλιός ο φίλος, ο έξω καρδιά Σταμάτης, πάνε χρόνια που μας άφησε, αυτός το δήλωνε ρητά: «καλύτερα να πεθάνω όπως γουστάρω παρά να μιζερέψω τη ζωή μου», και συνέχισε το τσιγάρο και το κρασί παρά τα καρδιακά επεισόδια που είχε, αυτοκτόνησε δηλαδή, πώς να μην του αναγνωρίσεις μια τέτοια απόφαση ζωής, τέτοια λεβεντιά. (Η μία όψη βέβαια είναι αυτή, ας την αφήσουμε κατά μέρος την άλλη, έστω και μόνο για τη μνήμη του Σταμάτη, των διάφορων Σταμάτηδων που θα ’χουμε όλοι στη ζωή μας.)

Αντίστοιχα, ο γερός πότης που επιμένει, με όποιες προειδοποιήσεις ή ίσως ήδη υπαρκτά προβλήματα υγείας, και με αναγνωρισμένο εδώ, όπως είπα, τον κίνδυνο του αλκοολισμού, επίσης κάπου μας συγκινεί: μεταξύ μας μάλιστα, στους διανοούμενους εννοώ, διατί να το κρύψωμεν άλλωστε, πανάθεμά μας, ο μύθος του καταραμένου ποιητή, του καταραμένου καλλιτέχνη γενικότερα, του εκτός ορίων και αυτοκτονικού, μάς έχει σημαδέψει, μας συγκλονίζει η ζωή που έδωσε το έργο που μας έθρεψε, το έργο που θαυμάζουμε.

Με το τσιγάρο που θα προσφέρεις, όταν σου ζητηθεί ή από μόνος σου, και αντίστροφα με το τσιγάρο που θα κάνεις τράκα όταν ξέμεινες, το ίδιο με τη φωτιά που θα προσφέρεις ή που θα ζητήσεις (κρύβοντας μάλιστα, καμιά φορά, τον δικό σου αναπτήρα, όταν είναι να κάνεις καμάκι), δημιουργείται αυτομάτως «κοινότητα»: μαζί με το τσιγάρο που θα καπνίσεις με τον άλλο θα ανταλλάξεις και δυο λόγια –μπορεί και τηλέφωνα. (Ενώ πώς να βρεθούν και τι να πουν δύο μη καπνιστές;) Με το ποτό, το ίδιο –για να μην πω πολύ περισσότερο. Και καλά να αρνηθείς το τσιγάρο που σου προσφέρουν. Να αρνηθείς όμως το ποτήρι κρασί που σου προσφέρουν, το «κάτσε να πιεις ένα ποτήρι μαζί μας»; Ύβρις –πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τσικουδιά στην Κρήτη! Οποία καταισχύνη, σκουλήκι νιώθεις τότε, κατάπτυστο, μες στη μιζέρια.

Δόξα τω θεώ, γερό ποτήρι όπως παλιά δεν είμαι, κάτι όμως πίνω, αυτό το μερίδιο καταισχύνης το γλιτώνω, το άλλο με το τσιγάρο όχι. Με πειράζει το τσιγάρο, και δε μιλάω καθόλου για υγεία, θα την αφήσω εντελώς απέξω την παράμετρο αυτή, όσο σοβαρή κι αν είναι: ανάλογα με την ώρα, τον καιρό (παίζουν σαφώς ρόλο τέτοιοι παράγοντες), και βέβαια τη διάθεση, μπορεί να έχω από απλό πονοκέφαλο έως και ναυτία. Θα μείνω όμως στο πολύ απλό θέμα τού αν κάτι αρέσει σε κάποιον ή όχι, στο θεμελιώδες δικαίωμα στην απόλαυση, που εύλογα διεκδικούμε όλοι. Θα μείνω δηλαδή απλώς και μόνο στη δυσφορία που μπορεί να προκαλεί ο καπνός του τσιγάρου. Την ίδια έστω δυσφορία που αναγνωρίζεται γενικά ότι προκαλεί ένα ενδεχομένως υπέροχο και πανάκριβο αλλά δυνατό άρωμα, αμφισβητείται όμως για τη μυρωδιά του τσιγάρου.

Η αποστροφή του καπνιστή για το τσιγάρο!

Δε θα μπω στη μηχανιστική λογική: «καλά δε σ’ ενοχλεί το καυσαέριο, σ’ ενοχλεί το τσιγάρο;» και ανάλογα: «αντί να κάνουν κάτι για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, κυνηγάνε το τσιγάρο», θα παρατηρήσω όμως ότι οι καπνιστές που εκπλήσσονται πώς και πόσο πια μπορεί να ενοχλεί τον μη καπνιστή το τσιγάρο (και μάλιστα σε ανοιχτό χώρο: ακόμα περισσότερο εκεί, θα πω εγώ!), οι ίδιοι, οι περισσότεροι οπωσδήποτε, ομολογούν πως μες στο σπίτι τούς βρομάει το τασάκι, πως αερίζουνε τα ρούχα τους όταν γυρίζοντας από έξοδο μυρίζουν ώς και τα εσώρουχά τους (μας!), ενώ ειδικότερα οι οδηγοί, έχω την αίσθηση οι 8 στους 10, πετάνε τη στάχτη κι έπειτα το τσιγάρο τους έξω απ’ το παράθυρο –επειδή μυρίζει το τασάκι και το αυτοκίνητο όλο (κι όχι απλώς επειδή πετάνε γενικότερα τα σκουπίδια τους απέξω, αυτοί ευτυχώς δεν είναι 8 στους 10). Κάτι ακόμα πρέπει να μας λέει ο τρόπος που οι περισσότεροι, όταν βρίσκονται στο δρόμο, τινάζουν μακριά τη γόπα, με μια κίνηση απότομη, σχεδόν απέχθειας, αντί να την πετάξουν απλούστατα μπροστά τους και να τη σβήσουν πατώντας την. Ενώ έχω δει καπνιστές να πετάνε το αποτσίγαρο απ’ τη βεράντα, του σπιτιού τους ή και ξένου, αδιάφορο αν στο δρόμο κάτω ή στην τέντα τού αποκάτω, άνθρωποι, έχει σημασία αυτό, που δε θα πετούσανε ποτέ ούτε φλούδι πασατέμπου.

Είναι κοινή συνείδηση, δηλαδή, και σ’ αυτούς πως το τσιγάρο είναι κάτι «βρόμικο». Που όμως τους αρέσει, όπως μου άρεσε φοβερά κι εμένα, πολλοί το ομολογούν ότι δε θέλουν να το κόψουν, άλλοι από φόβο, για τα παραπανίσια κιλά, για την αμηχανία με τις αυτοματικές κινήσεις και τα χέρια, ή πώς θα δουλεύουν κτλ. (Δε μου είναι άγνωστος κανένας από αυτούς τους φόβους, μου είναι όμως γνωστή η μεγάλη ευκολία με την οποία το κόβεις, έτσι και το αποφασίσεις σοβαρά!) Και είναι όντως μέγα θέμα το ψυχολογικό, η ψυχολογική εξάρτηση, ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι ότι το τσιγάρο αποτελεί οπωσδήποτε απόλαυση.

Μόνο που αυτή η απόλαυση καταργεί αυτομάτως την απόλαυση κάποιου άλλου.

Εκ στόματος καπνιστών

Τα Νέα, 12 Μαΐου 2007

Άρχισα την περασμένη επιφυλλίδα για τον «Καημό του μη καπνιστή»και έμεινα στην επισήμανση πως η ελευθερία του καπνιστή έχει ήδη καταργήσει την ελευθερία του μη καπνιστή· άρα η συζήτηση περί ελευθερίας αρχίζει από ένα σημείο και πέρα, είναι δηλαδή ουσιαστικάυπονομευμένη.

διαβάστε τη συνέχεια...

Έμεινε δηλαδή ανολοκλήρωτη η επιφυλλίδα, έμεινε απέξω ο «καημός», ότι τον αποκλεισμό που –θα, ίσως, κάποτε αρχίσουν να– νιώθουν οι καπνιστές, ο μη καπνιστής τον βιώνει ήδη, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, αποκλεισμένος από διάφορους χώρους, π.χ. από τα φουαγιέ των θεάτρων ή τα μπαρ: στα εστιατόρια τουλάχιστον υπάρχει και το «διάλειμμα», οι στιγμές που όλοι τρώνε και δεν καπνίζουν. Εγώ, φερειπείν, έχω σχεδόν ξεχάσει πώς είναι τα μπαρ, χρόνια είχα να πατήσω και σε συναυλία στο «Ρόδον», προτού μας αφήσει χρόνους και αυτό, με τα χίλια ζόρια πάω σε κάνα στέκι όταν παίζουν μουσική τίποτα φίλοι, αποφεύγω πια και τα σπίτια φίλων καπνιστών: στα εστιατόρια υπάρχει τουλάχιστον κάποιος στοιχειώδης εξαερισμός, και επιπλέον εκεί, λίγο μετά το φαγητό, όταν πια αρχίζουν όλοι και καπνίζουν κι εσένα σου βγαίνει η απόλαυση του φαγητού και του ποτού από τη μύτη και αρχίζει και ο πονοκέφαλος, κάπου εκεί λοιπόν ζητάει η παρέα το λογαριασμό και φεύγετε, ενώ στο σπίτι λίγο δύσκολα να σηκωθείς να φύγεις «έτσι ξαφνικά», κάνεις συνδυασμούς φίλων για να βγεις, να μη σου πέσουνε μαζί πολλοί οι καπνιστές, και άλλα, υστερικά πάλι θα πουν.

Μήπως τα παραλέω; Πάντως, αυτό που πιο πολύ κι απ’ τον καπνό τον ίδιο με παραλύει είναι η αδυναμία να γίνουν καταρχήν αντιληπτά τα ωστόσο προφανή και απλά. Το πιο απλό απ’ όλα, με τα πιο απλά λόγια του κόσμου: μιλώ για το «δικαίωμα» εντέλει να ενοχλούμαι απ’ τον καπνό (χωρίς τη δυσφορία τού «αμάν κι εσύ, βρε παιδί μου», την απορία «μα καλά, και σ’ ανοιχτό χώρο;» ή κάποτε την απροκάλυπτη ειρωνεία και χλεύη), να ενοχλούμαι από αυτόν τον ίδιο καπνό που, ενώ σαν πράξη αποτελεί απόλαυση και ανάγκη, κατά κανόνα είναι και για τον καπνιστή, ομολογημένα, δυσάρεστος και ενοχλητικός!

Άλλο ωστόσο είναι το μείζον, το είχα αρχίσει από την προηγούμενη φορά, και σ’ αυτό θα επιμείνω: ο περί ελευθερίας λόγος, που μοιάζει να συναγείρει ακόμα και μη καπνιστές: στα αείμνηστα «Πρόσωπα» των Νέων είχε δημοσιευτεί ένα ενδιαφέρον άρθρο του μεγάλου Περουβιανού συγγραφέα Γιόσα, «Οι βλαβερές συνέπειες του να είσαι καπνιστής», 9.11.2000.

Ο Γιόσα, παλιός μανιώδης καπνιστής, που έπειτα έκοψε το κάπνισμα και μεταβλήθηκε σε «“ιεραπόστολο” του αντικαπνιστικού αγώνα», άρχισε να γίνεται σκεπτικιστής «όταν πια οι αντικαπνιστικές εκστρατείες έγιναν τόσο παρανοϊκές που κατάντησαν να μοιάζουν με κυνήγι μαγισσών»: κάποτε ξεσηκώνονται κι οι σκλάβοι, μου ’ρχεται να πω, ελαφρώς έστω παρατραβηγμένα, στο περί «κυνηγιού μαγισσών», ουσιαστικά για να τονίσω ότι πρόκειται επιτέλους γιαάμυνα, και όχι για επίθεση (αυτά και για τα περί «φασισμού των απαγορεύσεων», σαν να μην είναι τότε… φασισμός η επιβολή του καπνού στον μη καπνιστή). Και μέσα από την καταπίεση και τη λογική της άμυνας θα έπρεπε να «διαβαστούν» και οι όποιες υπερβολές του αντικαπνιστικού.

Νά λόγου χάρη μια «υπερβολή», όπως τη μετέφερε εδώ (Νέα 17.9.05) ο φίλος Λάκης Προγκίδης, με τίτλο «Καπνιστές εις θάνατον!», παρουσιάζοντας ένα βιβλίο του Ντυτέρτρ, «μια εφιαλτική φάρσα» για «μια μελλοντική κοινωνία όπου ο καπνιστής θεωρείται το ίδιο σχεδόν επικίνδυνος με έναν τρομοκράτη»· περιγράφει λοιπόν ο Λ.Π. ένα επεισόδιο στο εδώ αεροδρόμιο, όπου έφτασε με μερικούς Γάλλους συγγραφείς, κι ένας από αυτούς άναψε τσιγάρο, οπότε κάποιος φουκαράς άρχισε να ωρύεται ότι απαγορεύεται, και με τα πολλά, όταν είδε κι απόειδε, έτρεξε κι έφερε τον μπάτσο. «Είστε ένας κοινός καταδότης» του είπε ο Γάλλος. Εύκολα αποσπά κανείς τη συμφωνία του αναγνώστη απέναντι στον «ρουφιάνο», εύκολα γελοιοποιείται η –πώς τη λένε; ναι, υστερία τη λένε, η «υστερία» να θες να γλιτώσεις επιτέλους στο ένα μόλις εκατοστό «για μη καπνίζοντες» που σου έχει με τα χίλια ζόρια παραχωρηθεί.

Κι άλλη «υπερβολή»: διαβάζω ένα πιο πρόσφατο άρθρο εδώ, του πάντοτε καίριου Ρούσσου Βρανά: «Άλλη μια μικρή ελευθερία γίνεται “καπνός”» γράφει, μ’ αυτό το ωραίο λογοπαίγνιο, για την απαγόρευση του καπνού (Νέα 2.2.07)· αφορμή του, η απαγόρευση του καπνίσματος στο αυτοκίνητο, όταν είναι μέσα και ανήλικα παιδιά, μια απαγόρευση που σκέφτονται να επιβάλουν ορισμένες αμερικανικές πολιτείες.

Θεωρείται σχεδόν αυτονόητο ότι δεν επιτρέπεται π.χ. να κάνουν έρωτα οι γονείς μπροστά στα παιδιά τους, ενώ αμφιλεγόμενο είναι αν κάνει να κυκλοφορούν γυμνοί οι γονείς μέσα στο σπίτι, πολλοί πάντως θεωρούν ότι κι αυτό δεν επιτρέπεται. Κι ωστόσο θεωρείται απολύτως φυσικό να ντουμανιάζουν τα παιδιά τους μέσα στο σπίτι, ή στον πολύ πιο περιορισμένο χώρο του αυτοκινήτου: αμ δεν είναι κακοποίηση αυτό ανηλίκων;

Πίσω όμως στο άρθρο του Γιόσα, ένα άρθρο γραμμένο με αφορμή την απόφαση δικαστηρίου στο Μαϊάμι που επέβαλε πρόστιμο σε καπνοβιομηχανίες: η απόφαση αυτή, καταλήγει ο Γιόσα, «δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο περιορισμού των ατομικών ελευθεριών»: ορθόν, αλλά κι εδώ παραγνωρίζεται ότι το υπό δημιουργία προηγούμενο έχει πίσω του άλλο προηγούμενο, περιορισμού ακριβώς των ατομικών ελευθεριών –των ατομικών ελευθεριών του μη καπνιστή.

«Ελευθερία», «αυτοδιάθεση», «ελευθερία επιλογής» κτλ., ωραία, εντυπωσιακά λόγια, που εύκολα αποσπούν κι αυτά τη συμφωνία του αναγνώστη· στην ουσία, εκβιάζουν ιδεολογικά τον αναγνώστη –άλλος ένας δηλαδή εκβιασμός, πλάι στον καθημερινό, έστω και μόνο τον συναισθηματικό, που ασκείται, έμμεσα και οπωσδήποτε ασύνειδα, π.χ. από τους φίλους ή τους συναδέλφους στο γραφείο που καπνίζουν. Ωραία λοιπόν λόγια, που όλα αφήνουν απέξω τα ίδια ακριβώς που θα έπρεπε να ισχύουν αυτονόητα και για την άλλη πλευρά, των μη καπνιστών. «Αντιστεκόμενος κανείς στον διωγμό των καπνιστών δεν υποστηρίζει το κάπνισμα» καταλήγει σε ένα του άρθρο ο Χρ. Χωμενίδης (Lifo 14.9.2006). «Υπερασπίζεται την ανεκτίμητη προσωπική ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει αδιαπραγμάτευτα την ελευθερία ακόμα και της αυτοκαταστροφής» Προσυπογράφω, φυσικά, την υπεράσπιση της «ανεκτίμητης προσωπικής ελευθερίας»: αλλά και τη δική μου, παρακαλώ! Προσυπογράφω ακόμα και την «ελευθερία της αυτοκαταστροφής»: προσοχή μόνο στο «αυτο-»: να είναι δηλαδή μόνο δική του, του καπνιστή, και όχι στανικά και δική μου!

«Φορέας –και όχι θύμα– ολοκληρωτισμού»

Κανένα αντικαπνιστικό άρθρο, λοιπόν; Που έγραψα τώρα κι εγώ, έπειτα από δισταγμό (=αυτολογοκρισία, καταπίεση) πολλών χρόνων, και με τεράστια αμηχανία, έως αισθήματα ενοχής απέναντι σε φίλους, και εισέπραξα είτε «επιδεικτική» (ωραία, υπερβάλλω) είτε πληγωμένη (χωρίς εισαγωγικά αυτό) σιωπή, ή πειράγματα από ελαφρώς πειραγμένους φίλους αναγνώστες, ή, το χειρότερο, κάτι σαν παράπονο από στενούς προσωπικούς φίλους… «Ο ολοκληρωτισμός του τσιγάρου» επιγράφεται μια παλαιότερη επιφυλλίδα του Μιχάλη Μητσού (Νέα 12.1.05), που αναφέρεται στην πρόσφατη τότε απαγόρευση του καπνίσματος στην Ιταλία (που περιέργως, για την Ιταλία, έγινε αμέσως αποδεκτή, και είχε και πλούσιους καρπούς: 500.000 Ιταλοί έκοψαν το κάπνισμα σε ένα μόλις χρόνο μέσα, ενώ «85% των Ιταλών αρνούνται να “χαλαρώσει” ο νόμος της απαγόρευσης», σύμφωνα με άρθρο της Monde, που μεταφράστηκε στα Νέα, 13.10.06).

Η επιφυλλίδα του Μ.Μ. άρχιζε με λόγια του διάσημου Ιταλού τροβαδούρου Πάολο Κόντε: «Καπνίζω εδώ και πολλά χρόνια, συχνά έχω την αίσθηση ότι κάπνιζα ανέκαθεν. Αλλά θεωρώ ότι αυτός ο νόμος είναι δίκαιος. Το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους αποτελεί προσβολή του διπλανού μας». Σπουδαία λέξη, που την έψαχνα: προσβολή –και το πιο σπουδαίο, γραμμένη από καπνιστή.

Ενώ ο γνωστός Ιταλός σατιρικός συγγραφέας Μικέλε Σέρα, μανιώδης καπνιστής κι αυτός, γράφει στη Ρεπούμπλικα (και μεταφράζει στην επιφυλλίδα του ο Μ.Μ.): «Με ενοχλεί αυτός ο “μακαρθισμός της υγείας” [...]. Δεν θέλω να καθαρθώ, μ’ αρέσει να αισθάνομαι μετρίως μολυσμένος, γιατί πιστεύω ότι η ζωή και η μόλυνση είναι σχεδόν συνώνυμα. Το ίδιο κριτικό πνεύμα απέναντι στο κράτος-νοσοκόμα, όμως, πρέπει να χαρακτηρίζει και τη στάση μου απέναντι στις συνήθειές μου. Όταν φυσάω τον καπνό μου στα μούτρα του άλλου, αδιαφορώντας για το αν τον δηλητηριάζω, γίνομαι φορέας –και όχι θύμα– ενός ολοκληρωτισμού».

Χέρια να μου ’δινε ο Θεός, να προσυπογράφω!


Σημείωση: στη θέση αυτή είχε αναρτηθεί ποστ με εκτενείς σημειώσεις, κομμάτια ολόκληρα που δεν είχαν χωρέσει στην επιφυλλίδα "Ο καημός του μη καπνιστή". Είχα σκεφτεί ότι το θέμα δε σήκωνε δεύτερη επιφυλλίδα, κι είπα να βάλω εδώ τις σημειώσεις μου, για άλλη, μελλοντική ίσως χρήση. Αμτιγράφοντάς τες όμως, μοιραία τις επεξεργαζόμουν κάπως, οπότε προέκυψε ξαφνικά κείμενο ολόκληρο. Με νέα επεξεργασία, αρκετές περικοπές και διαφορετικό... μοντάζ, έστησα τελικά αυτήν τη δεύτερη επιφυλλίδα, που δημοσιεύτηκε κανονικά στην εφημερίδα και μεταφέρθηκε τώρα και εδώ. Πάντως, τα σχόλια που ακολουθούν (ώς την 1.6.07 τουλάχιστον -δεν ξέρω αν υπάρξει άλλο μελλοντικά) αναφέρονταν στο αρχικό ποστ με τις σημειώσεις.

Αντιπαθητικοί καπνιστές

Τα Νέα, 16 Οκτωβρίου 2010

Είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται πολλά επιχειρήματα του καπνιστή
Το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο –«το τσιγάρο είναι κουλτούρα» λέει το καινούριο σλόγκαν, ελληνική εννοείται


«Δεν υπάρχουν παθητικοί καπνιστές, υπάρχουν αντιπαθητικοί αντικαπνιστές» λέει ένα σύνθημα που, μολονότι με περιλαμβάνει –και με περιλαβαίνει!– και εμένα, το βρίσκω άκρως ευρηματικό.

Αντιπαθητικοί αντικαπνιστές λοιπόν. Αλλά τι είναι πρώτα οι αντικαπνιστές; Γιατί όλοι οι άκαπνοι δεν είναι αντικαπνιστές. Εννοώ ότι πολλοί δεν καπνίζουν, αλλά δεν τους ενοχλεί το κάπνισμα των άλλων, κάποιοι μάλιστα από αυτούς δηλώνουν και αντίθετοι με τον αντικαπνιστικό νόμο, αντίθετοι και αυτοί σε κάθε απαγόρευση, για λόγους αρχής. Άρα αντικαπνιστές είναι αυτοί που ενοχλούνται από το κάπνισμα, και έτσι επιθυμούν, ή ανάλογα και απαιτούν, τον περιορισμό του ή, πάλι ανάλογα, την απαγόρευσή του.

Ε, αυτοί λοιπόν, οι αντικαπνιστές, που σημειωτέον οι περισσότεροι είναι πρώην καπνιστές, κυρίως αυτοί είναι αντιπαθητικοί.

Γιατί είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής; Πρώτα και κύρια γιατί είναι φύσει και θέσει αντίθετος με τον καπνιστή, γιατί αμφισβητεί και προπαντός εμποδίζει –ή θέλει να εμποδίσει– την απόλαυση του καπνιστή. Αντιπαθητικός είναι όμως και πριν απ’ αυτό, γενικότερα. Κι αν όχι αντιπαθητικός, σαφώς ξενέρωτος. Γιατί είναι πλήθος τα στερεότυπα, του κρυόκωλου, υποχόνδριου υγιεινιστή απ’ τη μια, του ηδονιστή καπνιστή απ’ την άλλη! Ειδικότερα, το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο και σαγηνευτικό: «Εγώ τον άντρα τον θέλω να μυρίζει ουίσκι και τσιγάρο, κι όχι σαπούνια και σαμπουάν» θυμάμαι που έλεγε μια συμπαθής τραγουδίστρια παλιά, σε εποχές πάντως που ουίσκι και τσιγάρο μύριζα κι εγώ!

Ώστε λοιπόν: ο άντρας απ’ τη μια, κι από την άλλη ο φλούφλης, ο ραχιτικός διανοούμενος: γυαλάκια και ξενερωσιά.

Είναι όμως, φοβούμαι, και άλλος, μέγας λόγος που υποστηρίζει αυτή την αντιπάθεια –και μένω στην αντιπάθεια, για να μη μιλήσω για σίγουρη κάποτε αποστροφή, συχνά και μίσος. Είναι λοιπόν αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται έμμεσα, αν όχι ευθέως, πολλά από τα ερείσματα του καπνιστή.

Ξέρει δηλαδή ο καπνιστής, ή αισθάνεται βαθύτερα, μπορεί και εντελώς ασύνειδα, πάντως σίγουρα το βλέπει στον άλλον, πλάι του: ότι δεν είναι πάντα δύσκολο το κόψιμο του τσιγάρου, ίσα ίσα, συχνά είναι εντυπωσιακά απλό, ότι δεν απαιτείται σιδερένια θέληση και χαλύβδινος χαρακτήρας, ότι δε θα πάθει κάνα φοβερό στερητικό ούτε θα έχει καμιά φοβερή επίπτωση στην απόδοσή του στη δουλειά, στην έμπνευσή του κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Ακόμα χειρότερα: ξέρει ο καπνιστής από τον ίδιο τον εαυτό του τώρα, το έχει δει σε πλείστες περιπτώσεις πάνω του, πως σίγουρα μπορεί και χωρίς τσιγάρο. Ξέρει δηλαδή ότι σε σχετικώς μεγάλα διαστήματα, ακόμα και ημερών, π.χ. με γρίπη, έμεινε άκαπνος, χωρίς να αρχίσει να τρέμει επειδή του έλειψε η νικοτίνη· συχνότερα στον κινηματογράφο ή το θέατρο, σε πολύωρες προβολές και κυρίως θεατρικές παραστάσεις, σαφώς απόλαυσε το θέαμα, χωρίς να ιδρώσει από τη στέρηση· ή στο αεροπλάνο όπου κάποτε με το τσιγάρο διασκέδαζε το φόβο του, σε μια τόσο σοβαρή λοιπόν περίσταση, από τις ελάχιστες όπου βρίσκω δικαιολογημένη την ανάγκη του άλλου για τσιγάρο, έμεινε τώρα άκαπνος, χωρίς να μεγαλώσει λ.χ. ο φόβος του. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Αλλά ξέρει και όλα τα άλλα, τα στοιχειώδη, τα ομολογεί, πως λόγου χάρη του βρομάει το τασάκι στο σπίτι, και πιο πολύ το τασάκι του αυτοκινήτου, γι’ αυτό και πάντα το πετάει απ’ έξω το τσιγάρο, και του βρομάν τα ρούχα του έπειτα από ταβέρνα. Και ξέρει ακόμα πως και έξω, σε ανοιχτό χώρο, μυρίζει ο καπνός, που πάει πάντα δίπλα προτού αναληφθεί (εάν!) στους ουρανούς κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Και ξέρει κι άλλο βασικό, το παραδέχεται, ότι δεν είναι τόσο η νικοτίνη, ότι δεν είναι κυρίως η νικοτίνη, αλλά η χειρονομία, παναπεί η αμηχανία, η κοινωνική δηλαδή παράμετρος, και καμία οργανική ή άλλη ανάγκη.

Άντε μετά να διεκτραγωδήσει το δράμα του για εθισμό, νιώθοντας ότι ο άλλος μπορεί να τον ακούει βερεσέ. Ο αντιπαθητικός λοιπόν. Που μάλιστα δεν είναι ασκητής ή βράχος θέλησης –συχνά, για να αναφερθώ τουλάχιστον στον εαυτό μου, κάθε άλλο! Διπλά, πολλαπλά αντιπαθητικός λοιπόν.

Φυσικά, όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι, ούτε όλες οι περιπτώσεις ίδιες, μα τι περίεργο, αυτό μοιάζει να ισχύει πάντα για τον ίδιον που το επικαλείται, ποτέ για τον άλλον, για τις ανάγκες εννοώ, τα γούστα, τις αδυναμίες, την απόλαυση του άλλου.

Ας μείνουμε λοιπόν στο μόνο σοβαρό, αδιαμφισβήτητο, και ακαταμάχητο: στην απόλαυση, στο «έτσι γουστάρω», κι ας αφήσουμε τις αδυναμίες και τους εθισμούς, και πολύ περισσότερο τις ελεύθερες επιλογές και τα λοιπά, ας μείνουμε ξαναλέω στην απόλαυση· και τότε να δούμε ότι και του άλλου, του μη καπνιστή, η δική του απόλαυση, είναι ακριβώς το αντίθετο, το μη κάπνισμα, ο μη καπνός.

Και τότε, μόνο τότε, θα μπορέσει να αρχίσει η όποια συζήτηση. Με βάση δηλαδή τις δύο διαμετρικά αντίθετες, αλλά απολύτως νόμιμες για τον καθένα, γιατί ο καθένας έτσι γουστάρει, απολαύσεις. Του άλλου και τη δική μου.



Για τη δασκάλα του Μεγαδέρειου

Όταν ήμουν φαντάρος, το Μέγα Δέρειο (που το προφέραμε σαν μια λέξη, Μεγαδέρειο) το θεωρούσαμε τη χειρότερη μετάθεση που μπορούσε να μας τύχει. Βασανίζω το μυαλό μου, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί το φοβόμασταν τόσο, περισσότερο από τις καθαυτό παραμεθόριες μονάδες –ίσως επειδή βρίσκεται σε σχετικά ερημική περιοχή, δεν ξέρω, αλλά δεν αποκλείεται η συγκεκριμένη μονάδα να είχε κακή φήμη παροδικά, λόγω αυστηρού διοικητή. Τελικά, στάθηκα (πολύ) τυχερός και μετατέθηκα σε μεγάλη πόλη, την Κομοτηνή, σε μια μάλλον χαλαρή μονάδα, αλλά δεν έχω σκοπό να μιλήσω για τις στρατιωτικές μου αναμνήσεις, οπότε σταματάω εδώ.

Το Μεγαδέρειο είναι μειονοτικό χωριό, πιθανώς πομακοχώρι. Βρίσκεται στο νομό Έβρου, αλλά πιο κοντά στα βουλγάρικα σύνορα. Ο Παυσανίας έχει ένα Δέρειο αλλά στην Πελοπόννησο’ δεν ξέρω γιατί (μετ)ονομάστηκε έτσι το χωριό -στα βουλγάρικα πάντως λέγεται Γκολιάμ Ντερβέντ, στα τούρκικα Μπουγιούκ Ντερβέντ).

Παρόλο που εμείς ως φαντάροι θέλαμε να το αποφύγουμε, η δασκάλα Χαρά Νικοπούλου αν δεν επιδίωξε να μετατεθεί εκεί, πάντως δέχτηκε ευχαρίστως τη μετάθεσή της, παρόλο που δεν ήταν ο τόπος καταγωγής της. Φαίνεται πως η κ. Νικοπούλου εκτέλεσε με ζήλο και μεράκι τα καθήκοντά της, και μάλιστα πρόσφατα τιμήθηκε από το Υπουργείο για τη μαθητική εφημερίδα του σχολείου. Και όχι μόνο επέλεξε να εγκατασταθεί στο Μεγαδέρειο, αλλά και (κάπως ασυνήθιστο αυτό) μετέφερε εκεί και τα εκλογικά της δικαιώματα. Όλα αυτά δημιουργούν μια πολύ θετική εικόνα για τη νεαρή δασκάλα, που δεν επιστράτευσε τις οικογενειακές της γνωριμίες (ο πατέρας της είναι πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου, κάποιους ανθρώπους θα γνωρίζει) για να αποφύγει τη δύσκολη μετάθεση και που φαίνεται πως δεν αρκέστηκε να διεκπεραιώνει στο μίνιμουμ τα καθήκοντά της μετρώντας τις μέρες μέχρι την επόμενη ευνοϊκότερη τοποθετηση. Σύντομα όμως τα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται.

Κατά καιρούς διάβαζα στο Διαδίκτυο για τη συγκεκριμένη δασκάλα, τώρα τελευταία όμως –και ιδίως μετά την εμφάνισή της στην τηλεόραση– τα δημοσιεύματα έχουν πυκνώσει πάρα πολύ· σε ένα σωρό ελληνοκεντρικά ιστολόγια διαβάζουμε ύμνους για την «ηρωική δασκάλα Χαρά Νικοπούλου, που δεν υπέκυψε επί μήνες στις πιέσεις του Τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής, μέχρι που υπέστη επίθεση και ξυλοδαρμό από μουσουλμάνο παρακρατικό».

Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα, υποθέτει κανείς ότι το επεισόδιο του ξυλοδαρμού έγινε πρόσφατα –όμως όχι, συνέβη στις 8 Φεβρουαρίου 2008, πριν από δυόμισι χρόνια! Μάλιστα, έγινε και η δίκη (τον Νοέμβριο του 2009) και ο κ. Οσμάν Κασάικα καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 μηνών και 20 ημερών, την οποία εξαγόρασε. Βέβαια, διαβάζω ότι έχουν αλληλομηνυθεί με τη δασκάλα (που φαίνεται ότι ζητάει αποζημίωση 370.000 ευρώ) και αυτές οι υποθέσεις δεν έχουν εκδικαστεί ακόμη. Η γυναίκα του κ. Κασάικα ήταν καθαρίστρια του σχολείου και φαίνεται πως αρχικά η κ. Νικοπούλου την είχε επιπλήξει για τον τρόπο που δούλευε.

Πάντως, δημιουργεί απορία η ομοβροντία των δημοσιευμάτων, πολύ περισσότερο που η κ. Νικοπούλου στα τέλη Νοεμβρίου 2009 έκανε αίτηση να μετατεθεί στη Θεσσαλονίκη, αίτηση που έγινε δεκτή -αν και ίσως αργότερα φαίνεται πως άλλαξε γνώμη (Παρεμπιπτόντως, όσα γράφονται σε πολλά ιστολόγια, ότι η μετάθεση της κ. Νικοπούλου από το Μεγαδέρειο ήρθε ως τιμωρία επειδή τον Μάρτιο του 2010 σε εκδήλωση επέσυρε την οργή της Θάλειας Δραγώνα δεν μπορεί να είναι αλήθεια, αφού είχε προηγηθεί η αίτηση της κ. Νικοπούλου!).

Στα τέλη Μαΐου, ο γνωστός παρουσιαστής Κ. Χαρδαβέλλας, σε μια παρέκκλιση από το σύνηθες θεματολόγιό του (σημάδια εξωγήινης επίσκεψης, τα άδυτα των μασόνων, τα σκοτεινά μονοπάτια του σατανισμού κτλ.) αφιέρωσε μια εκπομπή στην κ. Νικοπούλου. Δεν είδα, ομολογώ, την εκπομπή, αλλά αν θέλετε μπορείτε εδώ να διαβάσετε τι έγραψε ο ίδιος ο κ. Χαρδαβέλλας.

Διαβάζω τώρα ότι μεθαύριο, στις 15 Ιουνίου, γίνεται η γιορτή λήξης του σχολικού έτους στο σχολείο του Μεγαδέρειου και η κ. Νικοπούλου έχει στείλει στο Διαδίκτυο την εξής πρόσκληση: «Σας περιμένω στην εορτή λήξης του σχολείου μας στις 15 Ιουνίου στις 11 το πρωί για να γνωρίσετε τα ηρωικά Ελληνόπουλα των Πομάκων. Ο Θεός μαζί σας». Αυτό το βρίσκω επικίνδυνο –φανταστείτε πούλμαν με θερμόαιμους π.χ. από την Καλαμάτα να κατακλύσουν το χωριό αναζητώντας “τουρκόφρονες”· ποιον θα εξυπηρετούσε άραγε αυτό; [Η αναφορά σε "Ελληνόπουλα των Πομάκων" με ξενίζει' θα λέγαμε ότι τα παιδιά της μειονότητας στην Αλβανία είναι "Αλβανόπουλα των Βορειοηπειρωτών;"]

Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο βρήκα στιγμιότυπα από προηγούμενες γιορτές στο σχολείο του Μεγαδέρειου, που δείχνουν κάτι εξαιρετικά νοσηρό. Φαίνεται ότι κάποιοι θέλησαν να μετατρέψουν τις εθνικές γιορτές σε πεδίο αντιπαράθεσης· πώς αλλιώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι στην εορτή του σχολείου του Μεγαδέρειου για την 28η Οκτωβρίου 2008 παραβρέθηκαν ο βουλευτής Σερρών (!) του ΛΑΟΣ Η. Πολατίδης (ο οποίος μάλιστα έκανε και δηλώσεις στις οποίες έψεξε τους γονείς μαθητών που δεν επέτρεψαν στα παιδιά τους να συμμετάσχουν στη γιορτή) καθώς και ο δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης (!) και μέλος της ΚΕ του ΛΑΟΣ Γ. Κουριαννίδης; Είναι άραγε συνηθισμένο σε γιορταστικές εκδηλώσεις άλλων σχολείων της ακριτικής υπαίθρου να συμμετέχουν βουλευτές και πολιτευτές από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά; Είναι υγιές να συμμετέχει, σε χωριό της μειονότητας, κλιμάκιο επιφανών στελεχών από ένα ακραίο κόμμα που έχει εκφρασμένη αντιμειονοτική στάση (το κόμμα του κ. Καρατζαφέρη είχε παλιότερα δηλώσει ρητά ότι δεν δέχεται μειονοτικούς υποψήφιους’ δεν ξέρω αν στα λόγια άλλαξε αυτή τη στάση που θα μπορούσαμε ίσως να την πούμε ρατσιστική, πάντως στις τελευταίες εκλογές τα ψηφοδέλτιά του δεν είχαν κανέναν μειονοτικό).

Επίσης, αν προσέξετε το βιντεάκι από την εκδήλωση (βλ. παρακάτω), θα δείτε ότι οι μαθητές που συμμετείχαν ήταν ελάχιστοι –περισσότεροι ήταν οι ενήλικοι θεατές! Μάλιστα, σε μια ακροδεξιά ιστοσελίδα, σε ρεπορτάζ για άλλη εθνική γιορτή στο διάσημο πια σχολείο του Μεγαδέρειου, διάβασα ότι μεγάλο μέρος των γονέων έχουν σταματήσει να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο (η εφημερίδα βρίσκει θρησκευτικές διαφορές, ότι οι σουννίτες είναι κατά της δασκάλας ενώ οι αλεβίτες υπέρ· ομολογώ ότι δεν ξέρω τη σύνθεση του πληθυσμού στο Μεγαδέρειο, αλλά βρίσκω διχαστικές αυτές τις απόψεις).

Πιο πάνω παίνεψα την κ. Νικοπούλου για το μεράκι της. Ωστόσο, το ότι οι μισοί μαθητές απέχουν από το σχολείο δεν είναι ένδειξη επιτυχίας. Ίσως γι’ αυτό, ο δήμαρχος του καποδιστριακού δήμου Ορφέα, που είναι «πλειονοτικός» (θα έλεγα «χριστιανός» αλλά δεν ξέρω αν ο άνθρωπος θρησκεύεται) στη διαμάχη πήρε σαφείς αποστάσεις –και κέρδισε το χαρακτηρισμό του τσιρακιού της Άγκυρας από τους πατριώτες του καναπέ που γράφουν από 950 χιλιόμετρα μακριά. Άλλωστε, και πριν από το επεισόδιο με τον σύζυγο της καθαρίστριας, κάποιοι κάτοικοι του Μεγαδέρειου μάζευαν υπογραφές για να φύγει η δασκάλα.

Βέβαια, το Μεγαδέρειο δεν είναι το μοναδικό μειονοτικό σχολείο της Θράκης –υπάρχουν πάνω από 200 μειονοτικά σχολεία στα οποία υπηρετούν ίσως χιλιάδες εκπαιδευτικοί. Δυσκολεύομαι να πιστέψω αυτά που γράφουν οι ακροδεξιοί, ότι μόνο η κ. Χαρά Νικοπούλου κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά της και ότι όλοι οι άλλοι δάσκαλοι είναι «μειοδότες».

Κι αν επαίνεσα πιο πάνω την όρεξη με την οποία η κ. Νικοπούλου προσέγγισε τα καθήκοντά της, δεν μπορώ να μην εκφράσω τη θυμηδία που αισθάνθηκα παρακολουθώντας ένα μικρό απόσπασμα από τον φετινό γιορτασμό της 25ης Μαρτίου, που το βρήκα σε βιντεάκι (που το κυκλοφόρησαν, πρέπει να πω, θαυμαστές της κ. Νικοπούλου). Βλέπουμε εκεί μια χούφτα παιδιά να κουνάνε σημαιάκια και να τραγουδούν ένα τραγούδι του Θεοδωράκη (το «Αρνιέμαι») με εντελώς παραποιημένους στίχους όπου μεταξύ άλλων γίνεται έκκληση «να διώξουμε τους ξένους»· το όλο θέμα μού θύμισε τις γιορτές της χούντας, σε σημείο που όταν άκουσα το στίχο «ζήτω η επανάσταση» να σκεφτώ ότι εννοούν την 21η Απριλίου, αλλά μάλλον την 25η Μαρτίου εννοούσαν –τέλος πάντων, επειδή τα θέματα αισθητικής είναι υποκειμενικά, δείτε το να διαμορφώσετε δική σας άποψη. Και επειδή δεν ακούω καλά, αν μπορεί κανείς ας μου γράψει τους στίχους στο μαθηματικό δρώμενο του τέλους, όπου η δασκάλα ρωτάει “Κι αν είναι αυτοί 30;” και τα παιδιά απαντούν “Εμείς … σαράντα”.

http://www.youtube.com/watch?v=jTdDLytfnO0

Το βιντεάκι αυτό είναι σύντομο. Μεγαλύτερο είναι το στιγμιότυπο από παλιότερο γιορτασμό της 28ης Οκτωβρίου, για τον οποίο μίλησα νωρίτερα. Και πάλι εντυπωσιάζει ο πολύ μικρός αριθμός παιδιών, ιδίως αν πάρουμε υπόψη ότι έγινε κοινός γιορτασμός με το Μικρό Δέρειο –φαντάζομαι ότι η εκκλησία που βλέπουμε στην αρχή είναι από το Μικρό Δέρειο.

http://www.youtube.com/watch?v=vYy7Ae1VEiU

Όπως είπα, αυτό που με φοβίζει, είναι το διαδικτυακό κάλεσμα που απευθύνουν τα εθνικιστικά μπλογκ προς τους αναγνώστες τους, καλώντας τους να πλημμυρίσουν το Μεγαδέρειο μεθαύριο. Ανάλογο φόβο εκφράζει και ο Κ. Χαρδαβέλλας σε σημερινό του σχόλιο στο ιστολόγιό του(δείτε την τελευταία παράγραφο) αν και (πολύ ανεύθυνα κατά την ταπεινή μου γνώμη) καλεί κι αυτός στην εκδήλωση.

Στη σελίδα του καθηγητή Στέλιου Φραγκόπουλου βρήκα μια νηφάλια ανάρτηση. Πολύ καλή θεωρώ και την ανάρτηση των παιδιών της jungle report.

Κι επειδή η κυρίαρχη άποψη για την υπόθεση έχει παρουσιαστεί κατά κόρον, με γνώμονα την ισορροπία, θα κλείσω αντιγράφοντας από τη σελίδα του jungle report την επιστολή που έστειλε στον Κ. Χαρδαβέλλα η κυρία Μαρία Γκουγκουσκίδου, κάτοικος Έβρου και δικηγόρος του αντιδίκου της κ. Νικοπούλου. Είναι μακροσκελής, αλλά έτσι είναι οι δικηγόροι:

ΠΡΟΣ

Τον κ. Χαρδαβέλα και την εκπομπή ΑΘΕΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σας αποστέλλω την επιστολή αυτή προκειμένου να διαμαρτυρηθώ για την εκπομπή σας «ΑΘΕΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» της 25ης Μαΐου 2010, στην οποία παρουσιάσατε το θέμα της κας Χαράς Νικοπούλου.

Ως πληρεξούσια δικηγόρος του κ. Κασάικα Οσμάν, ο οποίος φέρεται ότι χτύπησε την κα Χαρά Νικοπούλου, αλλά και ως απλή κάτοικος του Νομού Έβρου, θεωρώ απαράδεκτο τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάσατε το συγκεκριμένο θέμα και όχι μόνο όσον αφορά το συγκεκριμένο φερόμενο ως τελεσθέν ποινικό αδίκημα, αλλά και τη γενικότερη συμπεριφορά της κυρίας αυτής από την έλευσή της στην περιοχή μας.

Θεωρώ καταρχήν απαράδεκτο δημοσιογραφικά το γεγονός ότι παρουσιάσατε μόνο τη μία πλευρά των γεγονότων και συγκεκριμένα αυτή της εν λόγω κυρίας, ενώ δεν μπήκατε καν στον κόπο να απευθύνετε έστω κάποιες ερωτήσεις στους κατοίκους της περιοχής, είτε αυτοί είναι πομάκοι, όπως εσείς αρέσκεσθε να τους προσδιορίζετε όλους συλλήβδην, είτε τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι, είτε ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, είτε χριστιανοί. Δεν μπήκατε καν στον κόπο να δώσετε το βήμα στους τοπικούς εκλεγμένους βουλευτές, δημάρχους, νομάρχη, οι οποίοι εκπροσωπούν την περιοχή και οι οποίοι έχουν σχηματίσει άποψη για τα γεγονότα. Και κυρίως όχι μόνο δεν μπήκατε στον κόπο να ρωτήσετε την άποψη του τοπικού δήμαρχου του περιοχής, ήτοι του κ. Ευάγγελου Πουλιλιού, δημάρχου του Δήμου Ορφέα, αλλά επιπλέον κατά την προσπάθειά του να παρέμβει στην εκπομπή σας και να εκφράσει την άποψή του τον αντιμετωπίσατε με απαξιωτικά και χλευαστικά σχόλια και συμπεριφορά, αποδίδοντας την αντίθεσή του σε όσα πρεσβεύει η εν λόγω κυρία σε εξυπηρέτηση ψηφοθηρικών του συμφερόντων, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ο Δήμος Ορφέα αποτελείται στη συντριπτική του πλειοψηφία από χριστιανούς και όχι από μουσουλμάνους και επομένως αν υπήρχε η παραμικρή ρήξη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στην περιοχή το συμφερότερο γι’ αυτόν θα ήταν να στηρίξει τους χριστιανούς και όχι τους μουσουλμάνους.

Η πραγματικότητα είναι άλλη κ. Χαρδαβέλα, απλώς εσείς δεν θέλετε ούτε να την ακούτε ούτε να την βλέπετε.

Η πραγματικότητα είναι ότι εμείς εδώ οι κάτοικοι του Νομού Έβρου, της απομακρυσμένης αυτής περιοχής της Ελλάδας, ζούμε επί δεκαετίες ολόκληρες ειρηνικά και αρμονικά, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, δημότες των ίδιων Δήμων, μαθητές στα ίδια σχολεία, εργαζόμενοι στους ίδιους εργασιακούς χώρους, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί το παραμικρό. Έχουν δε περάσει από τα μειονοτικά σχολεία του Νομού μας πάρα πολλοί χριστιανοί δάσκαλοι, με τους οποίους έχουν αναπτυχθεί άριστες και ισχυρές σχέσεις, όλοι δε αυτοί οι δάσκαλοι, αν κάνατε τον κόπο να τους ρωτήσετε, θα σας απαντούσαν ότι έχουν αποκομίσει τις καλύτερες εντυπώσεις από τη φιλοξενία και τη συνεργατικότητα που συνάντησαν στα μουσουλμανικά χωριά.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής μας σεβόμαστε ο καθένας τη διαφορετικότητα του άλλου και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, διαφορετικότητα που μπορεί να αφορά στη θρησκευτική συνείδηση, στα πολιτικά πιστεύω, στις ηθικές αρχές κ.α.

Οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι εμείς εδώ στο Νομό Έβρου έχουμε μεγαλύτερη σχέση με τους μουσουλμάνους γείτονες, συγχωριανούς, συμπολίτες μας παρά μ’ εσάς τους Αθηναίους του Κολωνακίου και της Μυκόνου, διότι αντιμετωπίζουμε καθημερινά όλοι μας την εκπαιδευτική, πολιτιστική, οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, την έλλειψη οποιουδήποτε έργου ανάπτυξης, την έλλειψη οποιουδήποτε έργου υποδομής στο Νομό μας. Όταν πλημμυρίζουν κάθε χρόνο τα χωράφια, τα σπίτια, τα χωριά μας, αυτοί στους οποίους μπορούμε να στηριχτούμε για βοήθεια είναι οι διπλανοί μας χριστιανοί, μουσουλμάνοι, όποιοι και αν είναι αυτοί και όχι βέβαια σ’ εσάς τους κατοίκους των Αθηνών ή στην κεντρική εξουσία που μας θεωρείτε ως πολίτες τελευταίας κατηγορίας.

Μας θυμόσαστε μόνο όταν θέλετε να ικανοποιήσετε τις εθνικιστικές σας εξάρσεις, αναφερόμενοι σε ελληνοτουρκικά σύνορα, σε ελληνοτουρκικές διενέξεις, σε ανθελληνικές δράσεις της μειονότητας, σε εγκάθετους του τουρκικού προξενείου κ.α., δημιουργώντας από το πουθενά εθνικά θέματα που δεν υπάρχουν.

Αυτό ακριβώς έκανε και η συγκεκριμένη κυρία, ήρθε στην περιοχή μας κομίζοντας ακραίες εθνικιστικές αντιλήψεις, τις οποίες εμφάνισε μετά τα δύο πρώτα χρόνια της παραμονής της και αφού είχε καταφέρει με τη συμπεριφορά της να κάνει όλους τους κατοίκους του Μεγάλου Δερείου να την αγαπήσουν και να πιστέψουν ότι ήθελε πραγματικά να τους βοηθήσει. Ξαφνικά λοιπόν και μετά τα δύο πρώτα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων οι κάτοικοι του Μεγάλου Δερείου παραχώρησαν απλόχερα τόσο στην ίδια όσο και στο σύζυγό της ότι περνούσε από το χέρι τους, έχοντας αναπτύξει με όλους τους κατοίκους του χωριού στενές διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις, άρχισε να αναδεικνύεται το πραγματικό της πρόσωπο. Οι ακραίες θέσεις της όσον αφορά το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα, οι οποίες προχωρούν πέρα από τις θέσεις του Ελληνικού Κράτους, η απαγόρευση που επέβαλε να ομιλείται ενώπιων της η τουρκική γλώσσα, οι συστάσεις της προς τις γυναίκες να μη φορούν τη μουσουλμανική μαντίλα, η άποψή της ότι στα μειονοτικά σχολεία δεν πρέπει να διδάσκεται η τουρκική γλώσσα, ο αυτοπροσδιορισμός της ως Ελληνίδας δασκάλας η οποία έχει τον ελληνισμό μέσα της και έναν υπέρμετρο πατριωτισμό, ενώ όλοι οι μουσουλμάνοι της περιοχής και όσοι τους υποστηρίζουν είναι ανθέλληνες, πράκτορες του Τουρκικού Κράτους και του Τουρκικού Προξενείου, η αυτοπαρουσίαση της ίδιας και του συζύγου της ως ανθρώπων που για πρώτη φορά επιτελούν εθνικό έργο στην περιοχή μας, η εφεύρεση από την ίδια ενός αδιανόητου διαχωρισμού μεταξύ αλεβιτών και σουνιτών μουσουλμάνων και η μετάδοση του διαχωρισμού αυτού και στα ανήλικα παιδιά των μουσουλμάνων, τα οποία ποτέ έως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν ακούσει κάτι παρόμοιο, οδήγησαν στη ρήξη των σχέσεών της με τους κατοίκους του χωριού και κυρίως με τους γονείς των μαθητών των τάξεων στις οποίες δίδασκε.

Η αφορμή δημιουργήθηκε όταν στις αρχές του σχολικού έτους 2007 – 2008 η δασκάλα παρενέβη στη διαδικασία συντήρησης και βαψίματος του σχολείου, μολονότι είναι μία διαδικασία που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές της, απαιτώντας από τους μαθητές να καταβάλουν το ποσό των 10 ευρώ το καθένα για την πληρωμή των ελαιοχρωματιστών, αρνούμενη να καταβληθεί αυτό από το ταμείο του σχολείου, προφανώς γιατί θεωρεί ότι οι μουσουλμάνοι ως κατώτεροι έλληνες δεν δικαιούνται ενός ευπρεπούς σχολικού χώρου αλλά οφείλουν να πληρώνουν οι ίδιοι γι’ αυτό, τονίζοντας στους μαθητές ότι σε περίπτωση που δεν κατέβαλαν το ως άνω ποσό δεν θα μπορούσαν να παρακολουθούν στο εξής τα μαθήματα του σχολείου.

Η στάση αυτή της δασκάλας προκάλεσε την αντίδραση των γονέων των μαθητών του σχολείου, οι οποίοι απέστειλαν έγγραφο στις 5-11-2007 προς το Διευθυντή του Συντονιστικού Γραφείου της Μειονοτικής Εκπαίδευσης, με το οποίο ζητούσαν την απομάκρυνση της δασκάλας από το μειονοτικό σχολείο τους και το μειονοτικό χωριό τους.

Το ως άνω έγγραφο και οι υπογραφές που είχαν τεθεί σ’ αυτό εξόργισαν την δασκάλα, η οποία προέβη σε επανειλημμένες δηλώσεις στα τοπικά και εθνικά Μ.Μ.Ε., αμαυρώνοντας την εικόνα του χωριού, διαστρεβλώνοντας το θέμα που δημιουργήθηκε, δίνοντάς του πολιτική χροιά που δεν είχε, παρουσιάζοντας τους κατοίκους του Μεγάλου Δερείου ως πράκτορες και εγκάθετους του Τουρκικού Προξενείου, οι οποίοι υποτίθεται ότι προσπαθούσαν να εκδιώξουν τη «μοναδική Ελληνίδα δασκάλα που υπηρετεί για πρώτη φορά τον Ελληνισμό στο Μεγάλο Δέρειο», εμφανίζοντας τον εαυτό της ως ηρωίδα και όλους τους άλλους ως ανθέλληνες.

Στοχοποίησε δε τους υπογράψαντες το ως άνω έγγραφο, μεταξύ αυτών και την καθαρίστρια του σχολείου και το σύζυγό της, απειλώντας με απολύσεις όσους εργάζονταν σε χριστιανούς εργοδότες και με καταγγελίες στην Πολεοδομία όσους τυχόν είχαν πολεοδομικές παραβάσεις.

Όσον αφορά ειδικότερα την καθαρίστρια του σχολείου, με την οποία η δασκάλα είχε αναπτύξει μία ιδιαίτερα φιλική σχέση, επαινώντας επανειλημμένα τη δουλειά της, ξαφνικά και μετά τη συλλογή των ως άνω υπογραφών η στάση της δασκάλας μετεστράφη. Η δασκάλα άρχισε να αμφισβητεί τη δουλειά της ως καθαρίστριας, να απευθύνεται επανειλημμένα στους άλλους δασκάλους και στο Διευθυντή του σχολείου για το θέμα αυτό, επιδιώκοντας την απόλυσή της.

Από εκεί ξεκίνησε και το περιστατικό, το οποίο συνέβη μεταξύ της καθαρίστριας, του συζύγου της και της δασκάλας και στο οποίο δεν ήταν παρών δυστυχώς κανείς άλλος. Στις 7-2-2008 για άλλη μία φορά η δασκάλα επετέθη φραστικά στην καθαρίστρια του σχολείου, αποκαλώντας την «βρωμιάρα» και ζητώντας της επιτακτικά να παρατήσει τη δουλειά της καθαρίστριας και να φύγει από το σχολείο. Ο σύζυγος της καθαρίστριας, ο οποίος έτυχε να περνά από το σημείο, αντιλήφθηκε το περιστατικό και υπερασπιζόμενος τη σύζυγό του τόλμησε να πει στην δασκάλα ότι στο σχολείο υπάρχει Διευθυντής και ότι η δουλειά της είναι να μαθαίνει γράμματα στα παιδιά και όχι να ασχολείται με την καθαρίστρια, ενώ ταυτόχρονα τράβηξε τη σύζυγό του έξω από το σχολείο, την παρότρυνε να παρατήσει πια αυτή τη δουλειά και έφυγε.

Αυτό ήταν το περιστατικό που συνέβη και δυστυχώς το καθαρά διαπροσωπικό και φραστικό μόνο αυτό περιστατικό έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία στη δασκάλα να το εκμεταλλευτεί κατά το δοκούν, πιστεύοντας, όπως άλλωστε αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ότι κανείς δεν θα πίστευε τα λεγόμενα μίας μουσουλμανικής οικογένειας του Μεγάλου Δερείου, αντίθετα όλοι θα πίστευαν τη δική της εκδοχή των γεγονότων, μιας και επρόκειτο για «γνήσια Ελληνίδα δασκάλα». Μετέτρεψε λοιπόν αυτή την καθαρά διαπροσωπική φραστική διένεξη σε ελληνοτουρκική εθνικιστική αντιπαράθεση, δηλητηριάζοντας τις σχέσεις μουσουλμάνων και χριστιανών στην περιοχή και διαταράσσοντας την ειρηνική συμβίωσή μας.

Έφερε μάλιστα επανειλημμένες φορές στο Νομό μας μέλη της «Χρυσής Αυγής» και άλλων εθνικιστικών οργανώσεων, προκειμένου να την στηρίξουν και προφανώς προκειμένου να μας τρομοκρατήσουν, τόσο στις εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου που ακολούθησαν, όσο και στις αίθουσες των Δικαστηρίων κατά την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι κατά τη δευτεροβάθμια εκδίκαση του ποινικού σκέλους της υπόθεσης στο Δικαστικό Μέγαρο Αλεξανδρούπολης είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες μέλη εθνικιστικών οργανώσεων, δεν γνωρίζουμε από ποια μέρη της Ελλάδας, φωνάζοντας εθνικιστικά συνθήματα και παρεμβαίνοντας στη διαδικασία του Δικαστηρίου, αναγκαστήκαμε δε, ο κατηγορούμενος και εγώ η συνήγορός του, να αναμένουμε επί ώρες εντός του Δικαστικού Μεγάρου μετά το τέλος της εκδίκασης για να διαλυθεί το πλήθος και να αποφύγουμε τις επιθέσεις εναντίον μας.

Χαρακτηριστικό επίσης είναι το γεγονός ότι η εν λόγω κυρία, εκτός από την έγκληση που κατάθεσε κατά του κ. Κασάικα Οσμάν για το ως άνω περιστατικό, άσκησε και αγωγή εναντίον του ιδίου, της συζύγου του και των δύο θυγατέρων του, αξιώνοντας το εξωφρενικό ποσό των 370.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από τις υποτιθέμενες άδικες πράξεις που έχουν τελεστεί εναντίον της, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι πρόκειται για μία πολύ φτωχή οικογένεια με τέσσερα παιδιά, δύο κορίτσια, ηλικίας 23 και 21 ετών και δύο αγόρια ηλικίας 16 και 9 ετών, που αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για να επιβιώσουν με 2.500 ευρώ το χρόνο που κερδίζει ο πατέρας από την εργασία του ως δασεργάτης και κάποια μεροκάματα που κερδίζουν οι γυναίκες του σπιτιού δουλεύοντας σε γεωργικές εργασίες κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, αφού μάλιστα η σύζυγός του, μετά από όλα αυτά που συνέβησαν, έχασε και την δουλειά της καθαρίστριας του σχολείου, από την οποία κέρδιζε το ποσό των 120 ευρώ το μήνα.

Και δυστυχώς όλοι εσείς έχετε αναδείξει σε εθνική ηρωίδα την κυρία αυτή, αρνούμενοι να ακούσετε την άλλη πλευρά των γεγονότων, δίνοντας βήμα επανειλημμένα μόνο σ’ αυτήν και στον σύζυγό της, ο οποίος αδυνατώ να καταλάβω με ποια ιδιότητα εκφράζει απόψεις για τις σχέσεις των μουσουλμάνων με τους χριστιανούς στην περιοχή μας και μας υποδεικνύει πώς θα ζούμε, με ποιους θα συναναστρεφόμαστε, πώς θέλουμε εμείς να αγαπάμε και να υπερασπιζόμαστε την πατρίδα μας και ποιους εμείς θεωρούμε εχθρούς και ποιους φίλους μας.

Μετά τα παραπάνω, που δεν γνωρίζω βέβαια αν κάνετε τον κόπο να διαβάσετε, ελπίζω να αποκαταστήσετε τη δημοσιογραφική τάξη και δεοντολογία, παρουσιάζοντας σε κάποια επόμενη εκπομπή σας και την άλλη, την αθέατη αλλά αληθινή πλευρά του Νομού μας.

Ορεστιάδα 26 Μαΐου 2010
Μαρία Γκουγκουσκίδου

Ενημέρωση 16.6.2010: Τελικά, η αποχαιρετιστήρια εκδήλωση στο Μεγαδέρειο κύλησε χωρίς επεισόδια, με λίγες μεμονωμένες ασχημίες, όπως με πληροφορεί φίλος του ιστολογίου (Δείτε, στο τέλος των σχολίων, το σχόλιο αριθ. 271). Ήδη η κυρία Νικοπούλου και ο πατριωτικός θίασος αναχώρησαν και το χωριό ξαναβρήκε την ηρεμία του.

http://sarantakos.wordpress.com/2010/06/12/nikopoulou/