Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Σημαιομάχοι και σημαιολάτρες

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΖΙΜΗ ΠΑΝΟΥΣΗ

Η κυρία Λουκά για μια ακόμα φορά θριάμβευσε στα ελληνικά δικαστήρια. Πίσω από τη θαρραλέα αυτή μορφή των ελληνικών ΜΜΕ κρύβονται αδέξια ομοϊδεάτες της σοβαροί δημοσιογράφοι, πολιτικοί και καλλιτέχνες.

Η δημόσια συζήτηση που συνόδευσε την καταδίκη του Τζίμη Πανούση για «περιύβριση εθνικού συμβόλου» είχε ορισμένα αναπάντεχα στοιχεία. Τα στρατόπεδα ήταν βεβαίως λίγο-πολύ καθορισμένα: οι περισσότεροι καλλιτέχνες (ηθοποιοί, τραγουδιστές) διακήρυξαν την πίστη του στην καλλιτεχνική δημιουργία και απέκλεισαν την περίπτωση να είχε «κακή πρόθεση» ο Πανούσης. Κάποιοι άλλοι, πολύ λιγότεροι, βρήκαν την ευκαιρία να διακηρύξουν την εθνικοφροσύνη τους και να ψέξουν τον συνάδελφό τους για έλλειψη εθνικής συνείδησης. Κατά σύμπτωση, οι δυο πολιτικοί που ξιφούλκησαν περισσότερο για την «παρακμή» που υποδηλώνει η αφίσα του Πανούση (Γιακουμάτος, Ψωμιάδης) ανήκουν σε εκείνους που θα προτιμούσαν η «περιύβριση» να γινόταν με στέμμα και όχι με σφυροδρέπανο.

Αλλά η συζήτηση περιορίζεται στα όρια της «σάτιρας» και στο αν ο Πανούσης είναι ένας σύγχρονος Αριστοφάνης ή απλώς «προκαλεί την κοινή γνώμη», όπως έγραψε ανώνυμος υπερεθνικόφρων στο ΒΗΜΑ. Εκεί που βρέθηκαν όλοι σύμφωνοι ήταν ότι αυτή η πράξη δεν ήταν τόσο αποτρόπαιη όσο εκείνη η σκηνή με το κάψιμο της ελληνικής σημαίας που μας έδειξαν και μας ξανάδειξαν τα κανάλια για να δικαιολογηθεί η κατάλυση του πανεπιστημιακού ασύλου και οι μαζικές συλλήψεις τον Νοέμβριο του 1995.

Δικαίωμα του πολίτη

Είναι γεγονός ότι κανένας δεν διανοήθηκε να υπερασπιστεί το δικαίωμα του απλού πολίτη (και όχι ειδικά του καλλιτέχνη) να μεταχειρίζεται όπως θέλει τη σημαία, για να εκφράσει τις πολιτικές, ιδεολογικές ή αισθητικές του απόψεις. Ούτε καν ο ίδιος ο τραγουδοποιός και ο συνήγορός του δεν τόλμησαν να θέσουν τέτοιο ζήτημα. Επέμειναν κι αυτοί στα περί «καλλιτεχνικής δημιουργίας» και «δημιουργού», ο οποίος δεν πρέπει να υπόκειται σε προληπτική λογοκρισία. Όπως είπε ο Τζίμης, προφητεύοντας το μαύρο μέλλον, «τώρα κατεβάζουν τις αφίσες των καλλιτεχνικών μας παραστάσεων, σε λίγο θα μας καίνε ζωντανούς στα τηλεπαιχνίδια των Μικρούτσικων».

Ομως αυτή η μαύρη μέρα για κάποιους έχει ήδη έρθει. Μπορεί να μην είναι καλλιτέχνες, μπορεί να μην έχουν χιούμορ, αλλά με τις πράξεις τους κάτι εκφράζουν. Αυτή η υπόθεση έχει αξία ακριβώς γι' αυτό το λόγο. Γιατί μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε λίγο περισσότερο για τα όρια της έκφρασης γενικά και όχι ειδικά της καλλιτεχνικής έκφρασης. Με θλίψη πρέπει να διαπιστώσουμε ότι σ' αυτόν τον τομέα δεν έχουμε κάνει και σπουδαία βήματα. Θα ήταν εξαιρετικά διδακτικό να αντλήσουμε ορισμένα συμπεράσματα από τον τρόπο που εξελίσσεται μια ανάλογη πολιτική και δικαστική διαμάχη στις Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δεκαετίες.

Όσο κι αν αυτό εκπλήσσει, στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί δίωξη εναντίον όσων θα επιχειρούσαν να μιμηθούν τον Τζίμη Πανούση, αλλά ούτε και όσων θα έκαιγαν για λόγους διαμαρτυρίας την αμερικανική σημαία. Υπάρχουν δύο αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ με τις οποίες το κάψιμο της σημαίας θεωρείται ατομικό πολιτικό δικαίωμα και οποιαδήποτε δίωξη όσων επιχειρούν παρόμοιες πράξεις αποκλείεται, διότι θεωρείται ότι παραβιάζει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης. Οι δύο αυτές αποφάσεις πάρθηκαν το 1989 και το 1990, αλλά δεν ήταν η τελευταία λέξη στο ζήτημα. Επί μία δεκαετία το λόμπι των φανατικών εθνοπατέρων επιχειρεί με κάθε τρόπο να ανατρέψει αυτές τις δικαστικές αποφάσεις, ανακαλύπτοντας παρακαμπτήριους δρόμους για τη δίωξη των «βέβηλων».

Κάψτε την αστερόεσσα

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει πλούσια νομολογία υπέρ των «βέβηλων». Τον Ιανουάριο του 1974, μάλιστα, δικαίωσε τον Πίτερ Γκρίνφιλντ, ο οποίος είχε προσθέσει το σήμα της ειρήνης στην αμερικανική σημαία τον Μάιο του 1970, διαμαρτυρόμενος για τις επιθέσεις στην Καμπότζη και την αιματηρή καταστολή των φοιτητών στο Kent State University.

Η πιο σημαντική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1989. Μ' αυτήν δικαιώθηκε ο Γκρέγκορι Τζόνσον, ο οποίος είχε καταδικαστεί στην πολιτεία του Τέξας επειδή έκαψε μια αμερικανική σημαία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η περίφημη Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος που αναφέρεται στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να εφαρμοστεί και στην περίπτωση της βεβήλωσης ή της καταστροφής της σημαίας. Αμέσως κινητοποιήθηκε ο Πρόεδρος Μπους, ο οποίος δήλωσε ότι υποστηρίζει τη θέσπιση μιας νέας Τροπολογίας, με την οποία θα απαγορεύεται η «βεβήλωση» της σημαίας. Την «ανησυχία» του Προέδρου συμμερίζονταν και οι Δημοκρατικοί, μόνο που δεν συμφωνούσαν ότι πρέπει να γίνει συνταγματική αναθεώρηση και επιχειρούσαν να περάσουν με νομοθετική ρύθμιση την ποινικοποίηση του καψίματος της σημαίας.

Όλο το καλοκαίρι του 1989 το Κογκρέσο συζητούσε πώς θα ποινικοποιήσει το κάψιμο: με νόμο ή με αναθεώρηση; Τον Οκτώβριο εγκρίνεται ο «Νόμος Προστασίας της Σημαίας» και από τα δύο νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου. Η Γερουσία υπερψηφίζει τη συνταγματική «Τροπολογία Προστασίας της Σημαίας». Ο Μπους, ο οποίος ήταν υπέρ της Τροπολογίας, δεν υπογράφει το νόμο, αλλά επιτρέπει να τεθεί σε ισχύ.

Πριν από 11 ακριβώς χρόνια, στις 28 Οκτωβρίου 1989 τίθεται σε ισχύ ο «Νόμος Προστασίας της Σημαίας». Την ίδια ακριβώς ημέρα 500 διαδηλωτές στο Σιάτλ αντιδρούν «βεβηλώνοντας» όποια σημαία βρισκόταν μπροστά τους. Τη διαδήλωση οργάνωσε μια ένωση βετεράνων του πολέμου στο Βιετνάμ. Άλλοι 200 βετεράνοι διαδηλώνουν στη Νέα Υόρκη καταγγέλλοντας τον βίαιο «εκπατριωτισμό». Την επομένη τέσσερα άτομα καίνε σημαίες στα σκαλιά του Καπιτωλίου σε μια επιδεικτική προσπάθεια ανατροπής του νόμου. Τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο οι διαμαρτυρίες και τα επιδεικτικά καψίματα σημαιών εξαπλώνονται σε όλη τη χώρα και κυρίως στα πανεπιστήμια. Οι διωκτικές αρχές αποφεύγουν να στραφούν εναντίον των φοιτητών. Στο δικαστήριο φτάνουν μόνο επτά διαδηλωτές από το Σιάτλ και 3 από το Καπιτώλιο. Όλοι καταδικάστηκαν. Την ίδια περίοδο το FBI ανέκρινε 120 μαθητές σχολείου του Σαν Φρανσίσκο, για να στοιχειοθετήσει κατηγορία εναντίον ενός καθηγητή, ο οποίος έκαψε τη σημαία μέσα σε πέντε τάξεις, κατά τη διάρκεια συζήτησης για την αμερικανική επέμβαση στο Βιετνάμ.

Σε μια από τις πιο εντυπωσιακές διαμαρτυρίες, η «Επιτροπή για το Σταμάτημα των Τροπολογιών και των Νόμων της Σημαίας» οργάνωσε διαδήλωση στις 28 Φεβρουαρίου 1990, κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας εκδήλωσης του Μπους στο Σαν Φρανσίσκο. Δύο χιλιάδες διαδηλωτές έκαψαν σημαίες, χόρεψαν πάνω σε μια τεράστια σημαία που είχαν κολλήσει στο δρόμο, και φώναξαν «Καταργήστε το φασιστικό νόμο για τη σημαία». Η εκστρατεία πήρε πανεθνικές διαστάσεις.

Μέσα σ' αυτό το κλίμα άρχισε η αντίδραση και της δικαστικής εξουσίας. Τα ομοσπονδιακά περιφερειακά δικαστήρια της Ουάσιγκτον και του Σιάτλ ακύρωσαν τις καταδικαστικές αποφάσεις κρίνοντας αντισυνταγματικό το «Νόμο Προστασίας της Σημαίας». Στις 11 Ιουνίου 1990 η υπόθεση φτάνει και πάλι στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επικυρώνει τις αποφάσεις των περιφερειακών δικαστηρίων, επιβεβαιώνοντας οριστικά την αντισυνταγματικότητα του νόμου.

Οι υποστηρικτές των διώξεων υποχρεώνονται πλέον να στραφούν στη συνταγματική αναθεώρηση της Πρώτης Τροπολογίας. Για να επιτευχθεί αυτή η αναθεώρηση απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Η πρόταση Τροπολογίας εισάγεται στις 21 Ιουνίου, αλλά υπερψηφίζεται μόνο από το 58% και συνεπώς απορρίπτεται. Για να αντιδράσουν, οι υπερεθνικόφρονες κυβερνήτες πολλών πολιτειών εισάγουν στη νομοθεσία ειδικά κίνητρα για τους «αγανακτισμένους πολίτες» που θα επιτεθούν σε κάποιον που καίει σημαία. Ο ξυλοδαρμός του βέβηλου θεωρείται πλέον σ' αυτές τις πολιτείες απλό πταίσμα και τιμωρείται με πρόστιμο 5 δολαρίων.

Το λόμπι των υπερεθνικοφρόνων επιχειρεί κατά διαστήματα να περάσει στο Κογκρέσο την πρόταση Τροπολογίας, αλλά ακόμα δεν τα έχει καταφέρει. Το φθινόπωρο του 1995 ξανατέθηκε το ζήτημα, αλλά η Γερουσία το απέρριψε και πάλι. Το Φεβρουάριο του 1997 εισάγεται και πάλι η πρόταση στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και περνάει με 310 έναντι 114 ψήφων. Η απαιτούμενη ψηφοφορία στη Γερουσία δεν θα προφτάσει να γίνει πριν από τη διάλυση του σώματος για εκλογές. Σύμφωνα με το νόμο, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξαναψηφίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων. Τον Ιούνιο του 1999 η Βουλή εγκρίνει την Τροπολογία με τη οριακή πλειοψηφία 305-124. Η Γερουσία, όμως, τον περασμένο Μάρτιο την απορρίπτει (63-36). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το θέμα θα ξανατεθεί μετά τις εκλογές. Όμως μέχρι τότε η δίωξη των «βέβηλων» θεωρείται αντισυνταγματική και απαγορεύεται.

Η γλώσσα του σώματος

Όπως είναι σε όλους μας γνωστό, δεν έχουν επικρατήσει στις ΗΠΑ κάποιοι απάτριδες αναρχικοί. Η υποστήριξη του συνταγματικού δικαιώματος έναντι της χαμένης τιμής της σημαίας δεν σημαίνει καθόλου ότι χάθηκε ο σεβασμός απέναντι στο εθνικό σύμβολο. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ας ακούσουμε έναν σύγχρονο «εθνικό ήρωα» των ΗΠΑ, τον αστροναύτη-γερουσιαστή Τζον Γκλεν: «Η σημαία είναι το πιο ισχυρό και συγκινησιακό σύμβολο του έθνους. Και είναι το πιο τιμημένο σύμβολό μας. Αλλά είναι ένα σύμβολο. Συμβολίζει τις ελευθερίες που έχουμε σ' αυτή τη χώρα, αλλά δεν ταυτίζεται μ' αυτές τις ελευθερίες. Γι' αυτό το λόγο δεν πρόκειται για μια διαμάχη μεταξύ εκείνων που αγαπούν τη σημαία και εκείνων που δεν την αγαπούν. Όσοι θυσιάστηκαν ακολουθώντας τη σημαία δεν έδωσαν τη ζωή τους για ένα κόκκινο, λευκό και μπλε κομμάτι πανί. Θυσιάστηκαν επειδή είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη χώρα μας και στις αξίες της Δημοκρατίας. Η πιο σημαντική απ' αυτές τις αξίες, τα δικαιώματα και τις αρχές είναι η ατομική ελευθερία: η ελευθερία να πιστεύουμε, να σκεφτόμαστε και να εκφραζόμαστε, όσο κι αν απέχουν οι απόψεις μας από τη γνώμη της πλειοψηφίας. Η δέσμευσή μας στην ελευθερία κωδικοποιείται στο Χάρτη των Δικαιωμάτων. Η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία του Τύπου και η θρησκευτική ελευθερία προστατεύονται από την Πρώτη Τροπολογία. (…) Όσο για το επιχείρημα ότι η βεβήλωση της σημαίας είναι μια πράξη και όχι μια μορφή λόγου ή έκφρασης, πιστεύω ότι πρόκειται για ένα απατηλό επιχείρημα. Οποίος καίει μια σημαία είναι σίγουρο ότι κάτι λέει. Κάτι δηλώνει με τη γλώσσα του σώματος, και αυτό που κάνει είναι μια δήλωση πολύ πιο ηχηρή από τις λέξεις που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Λέει κάτι, με τον ίδιο τρόπο που άλλοι διαδηλώνουν με πανό ή πλακάτ ή άλλες μορφές διαμαρτυρίας. Και μάλιστα, αν δεν αντιμετωπίζαμε το κάψιμο της σημαίας ως κάτι το προσβλητικό και το αποκρουστικό, δεν θα συζητούσαμε σήμερα αν έχει κάποιος το δικαίωμα να το διαπράττει».

Εθνική ανασφάλεια

Η επιχειρηματολογία του Γκλεν είναι απλή. Κακά τα ψέματα: όσοι επιμένουν να ταυτίζουν το έθνος με τα σύμβολά του είναι εκείνοι που δεν έχουν καμιά πολιτική και εθνική σιγουριά. Τον πατριωτισμό τους τον αντλούν μόνο από τα σύμβολα και τον εξαντλούν σ' αυτά. Στο βάθος κρύβεται μια αμήχανη φοβία και ένα εθνικό αίσθημα κατωτερότητας. Περίπου αυτό που ενέπνεε τους χουντικούς συνταγματάρχες να επιβάλουν βίαιο εκπατριωτισμό με τον υποχρεωτικό σημαιοστολισμό της Ελλάδας των Ελλήνων Χριστιανών. Μας το επιβεβαιώνει με έμμεσο τρόπο ο αμερικανός αρχιστράτηγος Κόλιν Πάουελ, ο «θριαμβευτής» του Πολέμου στον Κόλπο. Αντίθετα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, ο Πάουελ είναι κι αυτός υπερασπιστής της ελευθερίας της έκφρασης, ακόμα και με τη μορφή της βεβήλωσης των εθνικών συμβόλων: «Εχουμε δίκιο να ξεσηκωνόμαστε όταν κάποιος επιτίθεται ή βεβηλώνει τη σημαία μας», γράφει ο Πάουελ. «Ελάχιστοι Αμερικάνοι κάνουν παρόμοιες πράξεις, και όταν το επιχειρήσουν, υφίστανται τη δίκαιη αποδοκιμασία των συμπολιτών τους. Μπορεί να καταστρέφουν ένα κομμάτι πανί, αλλά δεν μπορούν να θίξουν το σύστημα των ελευθεριών μας, το οποίο επιτρέπει αυτή τη βεβήλωση». Ο συντηρητικός στρατιωτικός δεν εκφράζει βεβαίως καμιά συμπάθεια στους διαμαρτυρόμενους ή τους διαδηλωτές, αλλά διατυπώνει με καθαρό τρόπο την εθνική του αυτοπεποίθηση.

Θυμόμαστε με μελαγχολία τις επιθέσεις που είχε δεχτεί ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, όταν με αφορμή το κάψιμο της σημαίας στο Πολυτεχνείο είχε κι αυτός τολμήσει να πει ότι πρόκειται για ένα κομμάτι πανί. Αλλά εκείνος δεν ήταν δαφνοστεφής στρατηγός. Ήταν ένας απλός αριστερός ηθοποιός. Και η Ελλάδα δεν είναι η αλαζονική υπερδύναμη, αλλά η μισοκακόμοιρη Ψωροκώσταινα των Γιακουμάτων και των Ψωμιάδηδων. Και είναι γνωστό ότι όπου υπάρχει εθνική ανασφάλεια, τη λύση αναλαμβάνει να δώσει η Γενική Ασφάλεια.

Ο πόλεμος των πανιών


Η επιδεικτική καταστροφή του εθνικού συμβόλου του ξένου αντιπάλου, όταν δεν γίνεται μπροστά στα μάτια του, είναι πράξη που αποκτά νόημα μόνο αν αποκτήσει δημοσιότητα. Τότε ο "εχθρός" θα πάρει το αποφασιστικό μήνυμα και έτσι θα διαμορφωθούν τα στρατόπεδα: Όσο περισσότεροι "δικοί μας" συμφωνούν με τη συμβολική (και ανέξοδη κατ' αρχήν) ταπείνωση των "άλλων", τόσο ευνοϊκότερη γίνεται η πιθανότητα της πραγματικής και νικηφόρας αναμέτρησης μαζί τους. Στην εποχή της "τηλεοπτικής δημοκρατίας", μια διαμαρτυρία που θέλει να προκαλέσει το ενδιαφέρον οφείλει να κωδικοποιήσει, εντός ολίγων δευτερολέπτων, με θεαματικό και εύληπτο τρόπο, το στόχο της. Η εικόνα των διαδηλωτών στο Πακιστάν, λ.χ., που καίνε ινδικές σημαίες αρκεί για να καταλάβουν οι πάντες -που θα τη δουν σε όλον τον πλανήτη- ότι κάτι τρέχει μεταξύ των δύο χωρών. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν έλληνες διαδηλωτές πληθαίνουν τις εμφανίσεις τους στα παγκόσμια δίκτυα ενημέρωσης, καταστρέφοντας πότε τουρκικές και πότε αμερικάνικες σημαίες. Δεν χρειάζεται και ειδική γνώση των μηχανισμών προπαγάνδας για να αντιληφθούμε ότι αυτές οι εικόνες μπορούν να αξιοποιηθούν. Η τελευταία έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την τρομοκρατία στην Ελλάδα εικονογραφείται ερεθιστικά (για τους πατριώτες εκεί) με την προσβολή, τα παθήματα, της αστερόεσσας στη χώρα μας. Το ελληνικό κοινό, περίπου ανάλογα, θα αντιδρά κάθε φορά που θα έρχεται στα μάτια του η υποστολή της σημαίας μας (από πατριώτες τούρκους δημοσιογράφους) στα Ίμια. Κάπως έτσι προσλαμβάνεται ακόμα και η συμπεριφορά της εξέδρας στα παιχνίδια των εθνικών ομάδων. Το κάψιμο της σημαίας προϋποθέτει σοβαρή αφορμή ή, εν πάση περιπτώσει, χρειάζεται να φαίνεται ότι υπάρχει σοβαρή αφορμή. Προφανώς οι κανόνες καλής συμπεριφοράς, οι διακρατικές σχέσεις κ.ο.κ., παύουν να έχουν νόημα όταν ξεχειλίζει η οργή σε σημαντικά τμήματα του πληθυσμού μιας "εθνικά συντεταγμένης" κοινωνίας. Παρότι στην ελληνική νομοθεσία (όπως και σε άλλες) προβλέπεται (άρθρο 155 ΠΚ) η τιμωρία -έως 6 μήνες φυλάκιση- όποιων "προσβάλλουν σύμβολο ξένου κράτους", θεωρείται αδιανόητη η δίωξη ενός διαδηλωτή που έχει με το μέρος του την κοινή γνώμη. Αλλά και στην περίπτωση που κρίνεται ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν βοηθά την εξωτερική πολιτική ή τη διεθνή εικόνα του κράτους, δύσκολα θα τιμωρηθεί ο "ένοχος". Απαιτείται πρώτον να είναι "εξασφαλισμένη η αμοιβαιότητα τόσο κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων, όσο και κατά το χρόνο εκδίκασής των" και δεύτερον η δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση της ξένης κυβέρνησης. Μπορείτε όμως να φανταστείτε έναν εξοργισμένο ξένο πρέσβη στην Αθήνα να τρέχει στους εισαγγελείς για τέτοιους λόγους; Υποθέτουμε ότι θα το τολμούσε στην περίπτωση που θα επιζητούσε την κλιμάκωση της διακρατικής έντασης. Αλλά τότε ποιο ελληνικό δικαστήριο θα του έκανε τη χάρη;



Η μελανόλευκη παράδοση

Μόνιμη επωδός των εκδηλώσεων αποτροπιασμού για τις κατά καιρούς "βεβηλώσεις" του εθνικού μας συμβόλου, άλλοτε ρητά διατυπωμένη και άλλοτε μόλις υπονοούμενη, είναι η νοσταλγική αναδρομή στους καιρούς εκείνους που η ίδια η Πολιτεία διασφάλιζε τον καθολικό σεβασμό προς τη σημαία. Φυσικά, όχι μόνο με την "εθνική ηθική διαπαιδαγώγηση" των πολιτών εξ απαλών ονύχων: "Πριν από 15 χρόνια", θυμάται χαρακτηριστικά επιστολογράφος της "Ε" (11/4/93), "ερχόταν ο τότε χωροφύλακας και μας έλεγε: Βάλτε τη σημαία μας! Άρα, υπήρχε κάποιος νόμος, υποχρεωτικός σημαιοστολισμός! Κι έτσι φαινόταν ότι η Ελλάδα γιορτάζει και τιμά τους ήρωές της!".

Μολονότι η πλειοψηφία των νοσταλγών αυτής της διατεταγμένης εθνικής ανάτασης αποφεύγει συνήθως τόσο ρητές αναφορές, γεγονός είναι πως η κουλτούρα του γενικευμένου σημαιοστολισμού στη χώρα μας δεν συνδέεται και με τόσο δημοκρατικές παραδόσεις. Καθοριστική στιγμή για την εμπέδωσή της υπήρξε ο μεταξικός Αναγκαστικός Νόμος 447 της 20.1.1937, "περί του τρόπου απονομής σεβασμού εις την Εθνικήν Σημαίαν και γενικώς εις τα εθνικά σύμβολα": "Κατά τας Εθνικάς εορτάς και [τας] δι' αποφάσεως της Κυβερνήσεως καθοριζομένας εκάστοτε ημέρας εορτασμού ή ημέρας πένθους", διαβάζουμε, "άπαντα τα Δημόσια Καταστήματα ως και άπαντες οι καταστηματάρχαι και οι κάτοικοι οικιών υποχρεούνται να αναρτώσι επί των καταστημάτων των και των οικιών των την Ελληνικήν Σημαίαν, από της ανατολής μέχρι της δύσεως του ηλίου". Ανάλογος υποχρεωτικός σημαιοστολισμός, σε τοπικό επίπεδο και ύστερα από απόφαση του Γενικού Διοικητή ή του νομάρχη, προβλεπόταν από την ίδια διάταξη και σε περιπτώσεις "τοπικής θρησκευτικής ή άλλης τελετής, εορτής ή επισήμου υποδοχής προσώπων". Αλλα άρθρα του ίδιου νόμου επέβαλλαν, τέλος, την υποχρέωση "απονομής του προσήκοντος χαιρετισμού" (σε όρθια στάση, "ευπρεπώς και εν σιγή") κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου, την έπαρση ή υποστολή της σημαίας, την προσέλευση ή διέλευση του βασιλιά ή του διαδόχου, όπως και κατά τη διέλευση "των Αχράντων Μυστηρίων και Θρησκευτικής πομπής αναγνωρισμένου θρησκεύματος" εν γένει. Για τους παραβάτες οποιασδήποτε από τις παραπάνω διατάξεις, ο νόμος πρόβλεπε ποινή κράτησης, πρόστιμο ή και τα δύο.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές για τη γενικότερη φιλοσοφία του νομοθετήματος, είναι ωστόσο οι "τεχνικές" ρυθμίσεις του σημαιοστολισμού. Ακόμη και το μέγεθος των σημαιών που πρόκειται να αναρτηθούν είχε ανατεθεί στις διωκτικές αρχές: "Εκάστη πόλις αναλόγως της θέσεως και της κινήσεως των οδών και συνοικιών αυτής διαιρείται δι' αστυνομικής διατάξεως εις τομείς, εκάστου αυτών διακρινομένου υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ και Ε. Το κατώτατον όριον σημαιών αίτινες δέον να αναρτώνται εις τα καταστήματα και τα οικίας τας ευρισκομένας εντός της περιοχής εκάστου των τομέων καθορίζεται ως κατωτέρω". Η πρόθεση των ιθυνόντων για επίτευξη μιας στρατιωτικοποιημένης ομοιομορφίας, αντίστοιχης με τα αισθητικά πρότυπα των αδελφών φασιστικών καθεστώτων της Δυτικής Ευρώπης, είναι κάτι παραπάνω από προφανής.

Για τη διαδικασία εφαρμογής του μέτρου, αρκετά εύγλωττο είναι ένα έγγραφο που εντοπίσαμε στο αρχείο του Φίλιππου Δραγούμη (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, φ.57.3). Πρόκειται για μια τυποποιημένη "αστυνομική πρόσκληση", με την οποία ο διακεκριμένος αυτός "εθνικός παράγοντας" (όπως άλλωστε και κάθε πολίτης της χώρας) ενημερώνεται για τον "τομέα" στον οποίο "υπήχθη" και τις διαστάσεις της σημαίας που -ως εκ τούτου- οφείλει να προμηθευτεί. Δεν λείπει ούτε η απειλητική προειδοποίηση: "Η μη συμμόρφωσίς σας συνεπάγεται την ποινικήν υμών δίωξιν"!

Πάλι καλά, θα πει κανείς. Γιατί την ίδια ακριβώς εποχή, σε παραμεθόριες περιοχές που χαρακτηρίζονταν από τους ταγούς της κρατικής ασφάλειας ως "εθνικά ευαίσθητες", παράλληλα με τον υποχρεωτικό σημαιοστολισμό "εκρίθη σκόπιμος ο υδροχρωματισμός των οικιών δια των Εθνικών χρωμάτων, των μεν τοιχωμάτων υδροχρωματιζομένων δια λευκού χρώματος, των δε ξυλίνων πλαισίων και των λοιπών εξαρτημάτων (παραθύρων, θυρών κλπ) δια κυανού τοιούτου" (δάσκαλος Γ.Παπαδόπουλος "Η κατά την τελευταίαν διετίαν καταβληθείσα προσπάθεια προς εξελληνισμόν της Δυτικής Μακεδονίας και τα επιτευχθέντα αποτελέσματα", Αθήναι 22.7.38, Αρχείο Ιω. Μεταξά, φ.36). Ετσι ώστε ο σημαιοστολισμός τους εκτός από καθολικός να είναι και μόνιμος...


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

http://www.esquilax.com/flag: Ιστοσελίδα με γενικό τίτλο "Το κάψιμο της σημαίας", όπου μπορεί κανείς να αναζητήσει το χρονικό της συζήτησης στις ΗΠΑ, να πληροφορηθεί τη νομική διάσταση του ζητήματος και να ενημερωθεί για την πλούσια σχετική βιβλιογραφία.

"US Supreme Court. Spence v. Washington, 418 US 405 (1974). Appeal from Supreme Court of Washington. Argued January 9, 1974. Decided June 25, 1974". Η κρίσιμη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών που το 1974 δικαίωσε το φοιτητή ο οποίος είχε "παραποιήσει" την αμερικανική σημαία προσθέτοντάς της το σήμα της ειρήνης. (Το κείμενο της απόφασης ανευρίσκεται στην ιστοσελίδα "Το κάψιμο της σημαίας".)

Κ. Α. Κύρου, "Η σημαία μας" (Εκδοσις Εράνου Συμμοριοπλήκτων, Αθήναι 1950). Άκρως εθνικόφρων αναφορά στο εθνικό σύμβολο. Τα κέρδη της έκδοσης προορίζονταν για τον Έρανο του Βασιλέως, και συγκεκριμένα για την αγορά σημαιών που θα στέλνονταν σε σχολεία της Μακεδονίας. Μεταξύ άλλων, συμβουλές για το "ευλαβές κάψιμο" της φθαρμένης οικιακής σημαίας.

Νικολάου Ζαφειρίου, "Η ελληνική σημαία. Από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα" (εκδόσεις "Ελεύθερη Σκέψις", Αθήνα 1995). Η "κυματίζουσα ιδέα" διά μέσου των αιώνων σε μια μικρή μπροσούρα που πρωτοεκδόθηκε το 1930 και ανατυπώθηκε "επαυξημένη" το 1947.


ΔΕΙΤΕ


Χάππυ Νταίη του Παντελή Βούλγαρη (1976). Ο φετιχισμός της σημαίας, ως συστατικό στοιχείο της διατεταγμένης εθνικής διαπαιδαγώγησης στο "νέο Παρθενώνα" της Μακρονήσου.

Ταξίδι στον ήλιο (Gonese Yolculuk) της Γεσλίμ Ουστάογλου (1999). Η σημερινή Τουρκία της εθνικής ανασφάλειας και των πανταχού παρόντων εθνικών συμβόλων.

(Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29/10/2000)

http://www.iospress.gr/ios2000/ios20001029b.htm


"June 28, 2006 - The US Senate voted on the amendment on June 27th, narrowly rejecting it. The House had approved it in 2005. This vote effectively kills the amendment for now. (What is likely to happen is that the next time elections are approaching, the issue will rear back up. It's easier to debate a popular controversy like flag burning or immigration, rather than complex issues like the economy or foreign policy.)"

http://www.esquilax.com/flag/index2.shtml

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Τα άθεα λεωφορεία

******Ισπανία.

Στη Βαρκελώνη, από τις 12 Ιανουαρίου και για τέσσερις εβδομάδες, ορισμένα αστικά λεωφορεία κυκλοφορούν έχοντας στα πλάγια μια μεγάλη μακρόστενη αφίσα (πληρωμένη διαφήμιση). Ολο τον χώρο της αφίσας καταλαμβάνει μία μόνον φράση: «ο Θεός μάλλον δεν υπάρχει. Σταματήστε να ανησυχείτε και χαρείτε τη ζωή».

***** Αθεϊστική καμπάνια στην πολύ Καθολική Ισπανία; Ναι, μάλιστα. Οργανωμένη από την πρωτοβουλία «Αθεοι Καταλανοί», μια ακτιβιστική ομάδα αθέων και αγνωστικιστών της Βαρκελώνης.

******Οι «Αθεοι Καταλανοί» ήδη συγκέντρωσαν χρήματα, πήραν άδεια και εντός των ημερών διευρύνουν την καμπάνια τους και σε άλλες πόλεις -τη Μαδρίτη, το Μπιλμπάο, τη Σεβίλλη. Σημειώστε ότι τα... άθεα λεωφορεία εμφανίστηκαν πρώτα στο Λονδίνο, στις αρχές Ιανουαρίου. Ομως, η καμπάνια βρήκε αμέσως έδαφος στη Βαρκελώνη, την πιο ανοικτή πόλη της Ισπανίας. Αντιδράσεις; Διαμαρτυρίες; Υπάρχουν. Πολιτισμένες όμως. Χωρίς αγριάδες. Οπως αρμόζει (και αυτό δεν είναι καθωσπρεπισμός) σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Στη Μαδρίτη, μάλιστα, μια Ευαγγελική Εκκλησία απάντησε με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με αφίσα σε λεωφορείο: «Εάν ο Θεός υπάρχει, χαρείτε τη ζωή κοντά στον Ιησού».

******Στην Ισπανία σήμερα, το 50% των νέων ηλικίας 15-24 ετών δηλώνουν μη θρησκευόμενοι. Στα 46 εκατομμύρια (ο συνολικός πληθυσμός), τα 3,5 είναι άθεοι και τα 4,1 αγνωστικιστές. Οι «Αθεοι Καταλανοί» πιστεύουν ότι ήρθε στιγμή ο αθεϊσμός να γίνει ορατός, να κυκλοφορήσει· πρώτα πρώτα, με λεωφορείο.

Αυτή η πρωτότυπη αθεϊστική καμπάνια έχει το περιθώριο να πραγματοποιηθεί, επειδή ακριβώς η Ισπανία άλλαξε και συνεχίζει να αλλάζει. Ιδίως τα τέσσερα τελευταία χρόνια με τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο.

Ανοιχτή στις προκλήσεις και τις καινοτομίες, η Ισπανία του Θαπατέρο. Κατακτήσεις πολιτικές και κοινωνικές. Απελευθέρωση των ηθών ταχύτερα από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφύλων, διαζύγιο-εξπρές, προγράμματα για την αντιμετώπιση της οικογενειακής βίας, νέος νόμος περισσότερο φιλελεύθερος (από αυτόν του 1980) για τη θρησκευτική ελευθερία. Η Ισπανία αλλάζει και, ιδίως, δεν φοβάται την αλλαγή.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Κιβωτός για ένα είδος

ΤΟ ΑΒΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


Μας λένε ότι το επιβάλλει η παράδοση. Επιστρατεύονται κάθε λογής επιχειρήματα για να μας πείσουν ότι ο μισός ελληνικός πληθυσμός, οι γυναίκες, δεν πρέπει να πλησιάζουν ούτε σε απόσταση 500 μέτρων τις ακτές της χερσονήσου του Αθω. Για να μη μολύνουν -τα μιάσματα- την αρσενική Κιβωτό της Ορθοδοξίας.


Τα θηλυκά έξω από 'δω!

Τα πάντα συζητήθηκαν τις ημέρες που μας πέρασαν για τον Διοικητή του Αγίου Ορους και τα προσόντα που θα όφειλε να διαθέτει. Μόνο ένα δεδομένο θεωρήθηκε αυτονόητο: το φύλο του εκάστοτε Διοικητή. Κι όμως ο συνταγματολόγος Γεώργιος Δασκαλάκης είχε υποστηρίξει από το 1963 ότι συνταγματικά είναι δυνατός ο διορισμός γυναίκας στη διοίκηση του Αγίου Ορους. Η συζήτηση απηχούσε τότε μια γενικότερη αμφισβήτηση του αβάτου και αντανακλούσε το κλίμα που είχε δημιουργήσει η επικύρωση των διεθνών συμβάσεων για την ισότητα των φύλων. Πέρασαν από τότε τριάντα τρία χρόνια και το άβατο παραμένει στο απυρόβλητο, αναπόσπαστο στοιχείο μιας παράδοσης που προστατεύεται από το σύνταγμα και αντιμετωπίζεται ως καύχημα του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Κανείς (και καμία;) δεν μοιάζει να ενοχλείται σήμερα από το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας είναι απαγορευμένο στις γυναίκες επειδή τις θεωρεί εκ φύσεως μιαρές, φορείς ακολασίας, ικανές να ασκήσουν "ψυχοφθόρον επίδρασιν" και "να οδηγήσουν εις την αμαρτίαν τους εν παρθενικώ βίω διαβιούντας μοναχούς". Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να τεθεί και πάλι το ζήτημα του αβάτου ως απαγόρευση που, πέρα από την εξόφθαλμη για πολλούς αντισυνταγματικότητά της, προσβάλλει βάναυσα τον μισό πληθυσμό αυτής της χώρας;
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Ορους που συντάχθηκε το 1924 και επικυρώνεται από το άρθρο 105 του Συντάγματος, "η εις την Χερσόνησον του Αγίου Ορους είσοδος θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται" (άρθρο 186). Ας μη μείνουμε σε αυτή την αδιανόητη διατύπωση περί "θηλέων" που εξομοιώνει ζώα και ανθρώπους (θηλυκούς, βεβαίως). Και ας σημειώσουμε απλώς ότι παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, το άβατο του Αγίου Ορους περιλάμβανε στην ιστορική του διαδρομή και άλλες κατηγορίες, οι οποίες (παρά τα "ανέκαθεν κρατούντα") θεωρήθηκε περιττό να προστεθούν στη σύγχρονη διατύπωσή του. Στα αυτοκρατορικά Τυπικά που αποτέλεσαν το βασικό σώμα του γραπτού αγιορειτικού δικαίου, από νωρίς (969 κ.εξ.) συναντούμε ρητή απαγόρευση εισόδου στο Ορος για τους "αγένειους" παίδες και τους ευνούχους. Οι λόγοι ήταν αντίστοιχοι με εκείνους που υπαγόρευσαν το άβατο για τις γυναίκες και τα θηλυκά ζώα. Επειδή μάλιστα η απαγόρευση στάθηκε απόλυτη μόνο για τις γυναίκες, ενώ οι λοιπές κατηγορίες (νέοι, ευνούχοι και ζώα) αντιμετωπίστηκαν πάντοτε με σχετική ελαστικότητα, οι παλαιές διατάξεις περί αβάτου αναφέρονταν μονίμως στους νέους και τους ευνούχους και σπανιότερα στις γυναίκες. Αν όμως η πραγματικότητα του 20ού αιώνα καθιστά περιττή την ειδική μνεία στους ευνούχους, γιατί μαζί με αυτούς ξεχάστηκαν όλως αιφνιδίως και τα νεαρά παιδιά; Στο σημείο αυτό, οι υπερασπιστές του αβάτου είναι σαφείς: η απροθυμία των πιστών να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο μπορεί να εξισορροπηθεί με την "είσοδον, κατήχησιν, και εν συνεχεία κουράν των μη υπό τα φώτα του συγχρόνου υλιστικού πολιτισμού ανατραφέντων ανηλίκων" (Στ. Παπαδάτος, "Το πρόβλημα του αβάτου...", σ. 102).
Ενα μείζον θέμα που ανακύπτει από τη σύγχρονη θέσπιση του αβάτου σχετίζεται ασφαλώς με τη συνταγματικότητά του. Πώς εναρμονίζεται η απαγόρευση αυτή με τα άρθρα του Συντάγματος που θεωρούν ίσους τους έλληνες πολίτες ανεξαρτήτως φύλου και κατοχυρώνουν την προσωπική ελευθερία και την ελεύθερη μετακίνηση των πολιτών σε ολόκληρη την επικράτεια; Ηδη το 1963, ο Γ. Δασκαλάκης υποστήριζε ότι "η ιδιότης του φύλου αυτή καθ' εαυτή ούτε θεμελιώνει ούτε και δικαιολογεί την άνιση μεταχείριση των γυναικών". Και συμπλήρωνε: "Αλλοίμονον αν άνθρωποι άγιοι, πραγματικά αφοσιωμένοι εις τον Θεόν κινδυνεύουν από την 'θεωρίαν του θήλεος'. Και αλλοίμονον εάν για τον πραγματικόν ή φανταστικόν αυτόν κίνδυνον ολίγων χιλιάδων μοναχών αναγνωρίζαμε ως συνταγματικόν τον περιορισμόν της ελευθερίας κινήσεως τεσσάρων και πλέον εκατομμυρίων Ελληνίδων". Στα ερωτήματα αυτά, οι υπερασπιστές του αβάτου δεν περιορίζονται να αντιτείνουν ότι ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Ορους είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος, οπότε το άβατο έχει εγκριθεί από το Σύνταγμα της χώρας. Ανατρέχουν και στις λοιπές εκκλησιαστικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών (απαγόρευση εισόδου στο ιερό, ανάληψης εκκλησιαστικών αξιωμάτων κ.ο.κ.), υποστηρίζοντας στην ουσία ότι η μία απαγόρευση νομιμοποιεί τις υπόλοιπες.
Το πρόβλημα της συνταγματικότητας του αβάτου τέθηκε πάλι με την πρόταση νόμου του βουλευτή Ιωάννη Κουτσοχέρα "περί ελευθέρας επισκέψεως των γυναικών εις το Αγιον Ορος", η οποία συζητήθηκε (τρόπος του λέγειν) στις 7 Ιουνίου 1976. Η πρόταση για την κατάργηση του αβάτου είχε ήδη ομόφωνα απορριφθεί στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή με βασικό επιχείρημα ότι η έγκρισή της θα έθετε σε κίνδυνο τις σχέσεις με το Πατριαρχείο. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι, παρά την αρνητική θέση του, ο εισηγητής της πλειοψηφίας Ευρυγένης είχε παραδεχθεί ότι "η γενικότητα με την οποία καθιερώνεται η έννοια του αβάτου δι' όλην την περιοχήν του Αγίου Ορους" έρχεται ενδεχομένως σε αντίθεση με τις περί ισότητας συνταγματικές αρχές. Αλλά κατά τη συζήτηση ο Ι. Κουτσοχέρας βρέθηκε απολύτως μόνος: οι συνάδελφοί του θα επιστράτευαν τις φτωχικές τους γνώσεις για το Βυζάντιο και το μεγαλείο του, θα υπογράμμιζαν ότι και για τους άνδρες ισχύουν άβατα που θέσπισαν οι γυναίκες (τα ινστιτούτα καλλονής και τα γυναικεία κομμωτήρια, όπως εξήγησε ο Χ. Γραμματίδης) και θα απέρριπταν την πρότασή του με μια συνοπτική κυριολεκτικά διαδικασία.
Η συνταγματικότητα ωστόσο του αβάτου δεν εξαντλεί το θέμα της απαγορευμένης στις γυναίκες χερσονήσου. Η γνώμη της ιστορικού Εφης Αβδελά θέτει το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις: "Το άβατο του Αγίου Ορους είναι η μοναδική περίπτωση στις μέρες μας όπου προϋπόθεση για την πρόσβαση των ερευνητών στα τεκμήρια του παρελθόντος είναι το φύλο τους. Και δεν αφορά μόνο τη μελέτη στα αρχεία και τις βιβλιοθήκες. Αφορά εξίσου τη μελέτη της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής, των ηθών και εθίμων, της γεωλογικής σύνθεσης, της αρχιτεκτονικής κτλ. Αν ο Αθως ήταν ανεξάρτητο κράτος, το πράγμα θα μπορούσε να εγείρει διαμαρτυρίες σε διεθνείς οργανισμούς. Ομως δεν είναι: το Αγιον Ορος χαίρει μεν ειδικού καθεστώτος που αναγνωρίζει τον θρησκευτικό του χαρακτήρα, αλλά συγχρόνως υπάγεται για διάφορα 'κοσμικά' ζητήματα στο ελληνικό κράτος: επιχορηγείται, διοικείται, συντηρείται από αυτό. Το ίδιο το ελληνικό κράτος επικαλείται ως εθνική κληρονομιά τα πολιτιστικά κειμήλια των μοναστηριών και τα παρουσιάζει ως υπόδειγμα εθνικής συνέχειας και θρησκευτικότητας. Πρόκειται για το ίδιο κράτος που διακηρύσσει επίσημα πως όλοι οι πολίτες του έχουν ίσα δικαιώματα στη μόρφωση, στη γνώση, στην ίδια αυτή την πολιτιστική κληρονομιά
πόσο μάλλον που καλούνται να συμβάλλουν με τον οβολό τους στη διατήρησή της".
"Το άβατο συνιστά ακραίο παράδειγμα της διάχυσης των ορίων που υπάρχουν στην Ελλάδα ανάμεσα στη θρησκεία και το κράτος: ορίζει μια περιοχή με βάση τη διατήρηση της παραδοσιακής θρησκευτικότητάς της, ενώ συγχρόνως της επιτρέπει να μετέχει των προνομίων και να απολαμβάνει την ασφάλεια που προσφέρει το σύγχρονο οργανωμένο κράτος", καταλήγει η Εφη Αβδελά. "Ετσι όμως το ίδιο το κράτος υπονομεύει τις καταστατικές αρχές του. Πέρα όμως από τον ακραίο αναχρονισμό του, το άβατο εμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση, χωρίζοντας τους μελετητές με ρητό και επομένως αντισυνταγματικό τρόπο ανάλογα με το φύλο τους. Η διάκριση δεν περιορίζεται στο αντικείμενο της μελέτης: επεκτείνεται και στις διασυνδέσεις, στα κονδύλια, στο κύρος που προσδίδει η μελέτη αυτή. Με δεδομένες τις άρρητες μεν σήμερα αλλά ω πόσο πραγματικές διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες επιστήμονες στον ακαδημαϊκό χώρο, ας αντιταχθούμε τουλάχιστον σε εκείνη που είναι ρητή και επομένως ορατά ανατρέψιμη".

Με ανδρικό διαβατήριο

Οταν η ιρλανδή υπουργός Δικαιοσύνης Μαίρη Γκιόχεγκαν δοκίμασε πριν από δύο μόλις χρόνια να επισκεφθεί το Αγιον Ορος, αντιμετώπισε τη σθεναρή άρνηση των αρμοδίων και αποχώρησε άπρακτη. Λίγο έλειψε να δημιουργήσει σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο, πληροφορηθήκαμε τότε από τα σχετικά δημοσιεύματα. Μήπως θα έπρεπε να είχε επιμείνει περισσότερο; Γιατί είναι προφανές ότι κάθε έμπρακτη αμφισβήτηση της απαγόρευσης φέρνει στην επικαιρότητα ένα πρόβλημα που και οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές -το ελληνικό κράτος και οι αγιορείτικες αρχές- επιθυμούν να παραμείνει εσαεί στην αφάνεια. Ετσι έχουν αποσιωπηθεί και οι παραβιάσεις του αβάτου που σημειώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, μαρτυρώντας ότι αρκετές υπήρξαν οι γυναίκες οι οποίες δοκίμασαν να ανατρέψουν μια παράδοση που τις εξομοιώνει με τα θηλυκά ζώα και τις θεωρεί φορείς της αμαρτίας και της μιαρότητας.
Ασφαλώς όλες οι παραβιάσεις του αβάτου δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Αν επιχειρήσουμε να τις ταξινομήσουμε, θα δούμε ότι ορισμένες προκλήθηκαν από τις έκτακτες συνθήκες που επικράτησαν κατά καιρούς στην περιοχή, αναγκάζοντας γειτονικούς πληθυσμούς να ζητήσουν καταφύγιο στη χερσόνησο του Αθω. Παραβίαση αυτού του είδους συνιστά η εγκατάσταση στο Αγιον Ορος τριακοσίων περίπου βλάχικων οικογενειών τον 8ο αιώνα, η οποία κατά τις πηγές έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο την ιερότητα του χώρου: "Τα δε υπ' αυτών γενόμενα αισχρόν εστί και λέγειν και ακούειν", αναφέρεται χαρακτηριστικά για τις βλάχες βοσκοπούλες. Αιώνες αργότερα, κατά τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκρηξη της επανάστασης του '21, πολλές ελληνικές οικογένειες κατέφυγαν στον Αθω προσπαθώντας να γλιτώσουν τα τουρκικά αντίποινα. Το ίδιο θα επαναλαμβανόταν και το 1854, οπότε η Ιερά Κοινότης ζήτησε από τον τούρκο διοικητή να την απαλλάξει "από της συρροής των γυναικοπαίδων οπού κύκλω των Μοναστηρίων μας ευρίσκονται και θρέφονται παρά των Μοναστηρίων" (24.5.1854). Πρόσφατη παρόμοια παραβίαση αποτελεί η είσοδος στον Αθω πολλών οικογενειών (αλλά και ...μικτών κοπαδιών) την εποχή του Εμφυλίου. Μαρτυρείται μάλιστα ότι αρκετές αντάρτισσες "επάτησαν" το Ορος και εκατό από αυτές πήραν μέρος στη μάχη των Καρυών (16.10.1948).
Μια δεύτερη κατηγορία παραβιάσεων περιλαμβάνει εκείνες που οργανώθηκαν από τους ίδους τους μοναχούς: αναφέρουμε ενδεικτικά την απόπειρα του ρώσου Ιερομόναχου Θεοδοσίου να περάσει το 1905 στο Αγιον Ορος μια ρωσίδα ντυμένη ανδρικά, η οποία όμως έγινε αντιληπτή από τους υπαλλήλους της Ιεράς Κοινότητας στο λιμάνι της Δάφνης με αποτέλεσμα την απομάκρυνσή της (ή τη δολοφονία της, κατά μία άλλη εκδοχή) και την αποπομπή του Θεοδοσίου από τον Αθω.
Πολύ διαφορετικές υπήρξαν ασφαλώς οι ατομικές επισκέψεις γυναικών στην ανδροκρατούμενη χερσόνησο που συνιστούν την τρίτη κατηγορία παραβιάσεων του αβάτου: Το ενδιαφέρον της κατηγορίας αυτής δεν περιορίζεται στις ίδιες τις γυναίκες που αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της γενικευμένης απαγόρευσης. Σχετίζεται και με την "κατανόηση" που επέδειξαν σε ορισμένες περιπτώσεις οι αγιορείτικες αρχές, αποδεικνύοντας ότι η πολιτική σωφροσύνη επιβάλλει ενίοτε μια ελαστική αντιμετώπιση της γυναικείας μιαρότητας. Σύμφωνα με την παράδοση, η πρώτη ατομική παραβίαση του αβάτου επιχειρήθηκε το 382 μ.Χ. από την κόρη του Μεγάλου Θεοδοσίου Πλακιδία, η οποία όμως αναγκάστηκε να αναχωρήσει αμέσως από τη Μονή του Βατοπεδίου, γιατί άκουσε τη φωνή της Παναγίας να της λέει ότι καμιά άλλη γυναίκα δεν μπορεί να διαβεί το ιερό της περιβόλι. Δεν είναι η μόνη σχετική παράδοση: η πυρκαγιά που αποτέφρωσε μια πτέρυγα της Μονής Αγ. Παντελεήμονα το 1878 αποδόθηκε στην ιερόσυλη παρουσία μιας ρωσίδας πριγκίπισσας.
Αλλά για να επιστρέψουμε στην ιστορία. Δύο τουλάχιστον γυναίκες έχουν γίνει αποδεκτές στον Αθω: η πρώτη ήταν η Ελένη, σύζυγος του σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν, η οποία επισκέφθηκε το Αγιον Ορος το 1346 και η δεύτερη η σύζυγος του άγγλου πρεσβευτή στην Πόλη Στράτφορντ Κάνινγκ, η οποία έγινε δεκτή με τιμές από τους μοναχούς το 1850. Η στάση των μοναχών στη δεύτερη αυτή περίπτωση προκάλεσε μάλιστα επιστολή του Πατριάρχη Ανθίμου (18.12.1854), στην οποία τονιζόταν ότι οι λόγοι της εξαίρεσης είναι κατανοητοί, αλλά ότι το φαινόμενο δεν πρέπει να επαναληφθεί.
Σε διαφορετικό κλίμα από τις προηγούμενες, οι πιο πρόσφατες παραβιάσεις του αβάτου, αυτές που οι υπερασπιστές του θεσμού αποκαλούν συλλήβδην σκανδαλοθηρικές, συνιστούν συνειδητές απόπειρες καταγγελίας της ιδιότυπης παράδοσης. Δεν πρόκειται μόνο για την επίσκεψη της γαλλίδας δημοσιογράφου Μαρίζ Σουαζί που ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε στον Αθω ένα μήνα το 1929, ούτε για την αντίστοιχη απόπειρα της Μις Ελλάς Αλίκης Διπλαράκου, υποθέσεις που προκάλεσαν πάταγο στις αρχές της δεκαετίας του '30. Τομή στις κινήσεις των γυναικών για άρση της απαγόρευσης υπήρξε η προσπάθεια γυναικών βυζαντινολόγων, Ελληνίδων και ξένων, να συμμετάσχουν στην εκδρομή που οργανώθηκε στο Αγιον Ορος μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ενός Βυζαντινολογικού Συνεδρίου (Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 1953). Η απόπειρα αυτή έμελλε να προκαλέσει την ποινικοποίηση του αβάτου.


Βασιλικότεροι του βασιλέως

Η παραβίαση του αβάτου το 1953 προκάλεσε την εσπευσμένη ψήφιση του νομοθετικού διατάγματος 2623, το οποίο καθιστούσε για πρώτη φορά αξιόποινη πράξη κάθε παραβίαση του άρθρου 186 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Ορους και όριζε για τις παραβάτιδες "ποινήν φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους μη εξαγοραζομένης". Από τη σχετική Εισηγητική Εκθεση πληροφορούμαστε ότι ο νόμος φροντίζει για την τήρηση της παράδοσης, καθώς πρόσφατα είχαν σημειωθεί "κρούσματα παραβιάσεως της εν λόγω παραδόσεως, υπαγορευθέντα από έλλειψιν σεβασμού προς αυτήν και από λόγους σκανδαλοθηρικούς".
Ο νόμος 2623 αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα ακόμη και από τους υπερασπιστές του αβάτου. Συγκεκριμένα, θεωρήθηκε αντίθετος προς το αγιορείτικο πνεύμα, το οποίο πάντοτε κατέφευγε σε θρησκευτικές ποινές. Εκτός αυτού κρίθηκε αντισυνταγματικός, καθώς ο νομοθέτης αγνόησε το αγιορειτικό καθεστώς και ενήργησε χωρίς την έγκριση της Ιεράς Κοινότητος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τονίστηκε ακόμη ότι παρουσιάζει και άλλες ατέλειες, μεταξύ των οποίων ότι τιμωρεί μόνο τις παραβάτιδες γυναίκες και όχι τα θηλυκά ζώα (ή εν πάση περιπτώσει εκείνον που τα εισήγαγε στο Ορος), παρά το γεγονός ότι η διάταξη 186 του Καταστατικού Χάρτη αναφέρεται γενικώς στα θήλεα (ανθρώπους και ζώα).
Οσες κι αν υπήρξαν οι αντίθετες γνώμες, ο νόμος 2623 έμελλε να οδηγήσει αρκετές γυναίκες στα δικαστήρια. Ανάμεσά τους κάποιες ταξιδιώτισσες που αναγκάστηκαν τον Αύγουστο του 1956 να αποβιβαστούν σε μια έρημη ακτή, αλλά έγιναν αντιληπτές από μοναχούς που κατήγγειλαν το γεγονός στην Ιερά Κοινότητα. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες ζήτησαν τηλεφωνικώς συγνώμη και η μεταμέλειά τους έγινε δεκτή, ο τότε προανακριτικός υπάλληλος του Αγίου Ορους Σταύρος Παπαδάτος, συγγραφέας μελέτης για το άβατο, ήταν υποχρεωμένος να τις παραπέμψει στη δικαιοσύνη. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η παραβίαση υπήρξε προϊόν ανάγκης και τις αθώωσε, όπως αργότερα θα αθώωνε μια αγγλίδα περιηγήτρια η οποία αποβιβάστηκε στο Αγιον Ορος τον Σεπτέμβριο του 1962 και ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε το αγιορειτικό καθεστώς. Αλλά στα δικαστήρια οδηγήθηκαν το 1954 και κάποιοι που εισήγαγαν θηλυκά ζώα στον Αθω. Οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν όχι γιατί ο νόμος τιμωρεί μόνο τις παραβάτιδες γυναίκες, αλλά λόγω αμφιβολιών! (Σ. Παπαδάτος, "Το πρόβλημα του αβάτου", σ. 114-120).

"Ούτε γυνή ούτε κύων ούτε μυία"

Στο λήμμα "Αβατον" του "Λεξικού Κοινωνικών Επιστημών", ο Παναγής Λεκατσάς αναλύει τη συγκρότηση του αβάτου στην αρχαία ελληνική θρησκευτική πράξη, ταξινομεί τις διαφορετικές κατηγορίες του (άβατο για όλους και άβατο για ορισμένες κατηγορίες προσώπων: αμύητους, άντρες, γυναίκες, ξένους, μιασμένους, ζώα) και αφιερώνει ένα ειδικό υποκεφάλαιο στις απαγορεύσεις που αφορούσαν ειδικά τις γυναίκες. Απηχώντας τις αντιλήψεις του συγγραφέα για την πάλη της μητριαρχίας με την πατριαρχική τάξη πραγμάτων που την διαδέχθηκε, το λήμμα του Λεκατσά μαρτυρεί την εξαιρετική εξοικείωσή του με τις αρχαίες πηγές και τη βαθιά του πίστη στην ιστορικότητα των κοινωνικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών φαινομένων.

"Οι γυναίκες δεν μπορούν να σιμώσουν τον τόπο των τελετών της Φυλετικής Μύησης, ανάμεσα στους καθυστερημένους λαούς, με την απειλή της τύφλωσης ή του θανάτου. (...) Μια σειρά ιερά στην Ελλάδα δεν αφήνουν τη γυναίκα να τα πατήσει. Κατά μια πληροφορία του Αρτεμιδώρου, δε συγχωριόνταν να μπουν γυναίκες στο ιερό της Εφέσιας Αρτεμης. Το ιερό της Αφροδίτης Ακραίας στο ακρωτήριο Ολυμπος της Κύπρου ήταν, κατά τη μαρτυρία του Στράβωνα, άδυτον γυναιξί και αόρατον. Στον τόπο της αρκαδικής Παρρασίας, όπου μυθολογιόνταν πως η Ρέα γέννησε τον Δία, δεν μπορούσε να 'μπει, κατά τον Καλλίμαχο, τίποτα θηλυκό, ούτε γυναίκα ούτε ζώο. (...) Στα Λείβηθρα της Πιερίας ήταν ιερό του Ορφέως, όπου θάφτηκε, κατά την ντόπια παράδοση, το κεφάλι του, και το ιερό τούτο έστι γυναιξί παντελώς άβατον. Στη Φωκίδα ήταν ιερό του Μισογύνου Ηρακλέους που, κατά μια πληροφορία του Πλουτάρχου, ο ιερέας του δεν μπρούσε μέσα στο χρόνο της ιερωσύνης του, να πλησιάσει γυναίκα. Από το επίθετο περισσότερο του Ηρακλή κι από τα παράλληλα, μπορούμε ν' απεικάσουμε πως το ιερό του ήταν άβατο για τις γυναίκες. Ενας ιερός νόμος της Μιλήτου αναφέρει θεϊκό πρόσταγμα να μη μπαίνουν οι γυναίκες στον ιερό του Ηρακλή. (...) Στο ιερό άλσος του ήρωος Ευνόστου στην Τανάγρα δεν συγχωριόνταν να μπει γυναίκα: κάποτε που καταπατήθηκε η απαγόρεψη, ακολουθήσαν σεισμοί και πείνα κι άλλοι αναστατωμοί, κ' είδανε και τον ήρωα να κατεβαίνει στη θάλασσα για να καθαριστεί, με λουτρό, από το μίασμά του. (...) Ο Ιωάννης Λυδός διασώζει μαρτυρίες πως σ' ένα ιερό του Κρόνου, ούτε γυνή ούτε κύων ούτε μυία εισήει. Στις παντρεμένες απαγορευόταν να παρακολουθούν τους ολυμπιακούς αγώνες, με ποινή θανάτου. (...) Ο χώρος του θυσιαστηρίου των χριστιανικών ναών ήταν άβατος για τις γυναίκες. Σύγχρονός μας χριστιανικός τόπος άβατος για τις γυναίκες μένει το Αγιον Ορος.
Ο αποκλεισμός αυτός των γυναικών από ορισμένα ιερά ή τις λατρείες τους, έχει περισσότερους λόγους παρά ο αποκλεισμός των αντρών από τα γυναικεία ιερά και τις γυναικείες λατρείες: α) Ο ένας λόγος είναι πως ορισμένες λατρείες και τα ιερά τους είναι λείψανα ανδρικών θιασικών λατρειών και ιερών, όπου συνεχίζεται ο αρχικός αποκλεισμός των γυναικών (παραδείγματα το ιερό των Καβείρων και το ιερό του Κρόνου). β) Ο δεύτερος και σπουδαιότατος λόγος είναι ο σφετερισμός, από μέρους των ανρών, γυναικείων παλαιότερων λατρειών, σφετερισμός που φτάνει ίσαμε τον αποκλεισμό των γυναικώνε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αποκλεισμός τους από το ιερό του Ορφέα, που ο μύθος του θανάτου του συνδέεται με τη θύμηση μιας βίαιης μετατροπής γυναικείων διονυσιακών (μαιναδικών) θιάσων σ' αποκλειστικά ανδρικούς θιάσους. Ετσι ξηγιούνται και περίπτωσες των ιερών της Ακραίας Αφροδίτης και της Εφέσιας Αρτεμης, γυναικείων λατρειών στην αρχή τους. Ο Αρης, πάλι, είναι στην αρχή γονιμικός, βλαστικός και, ίσως, θνήσκων θεός γυναικείας λατρείας. γ) Ο τρίτος λόγος είναι η ανάπτυξη, κάτου από την πίεση των πατριαρχικών ιδεών, των δοξασιών για τη μιασματική κατάσταση της γυναίκας, ιδιαίτερα από το καταμήνιο αίμα. Οι δοξασίες αυτές βοηθούνε κι απλώνουν τον αποκλεισμό της γυναίκας από τα αρχαιότερα γυναικεία ιερά και τις νεότερες ανδρικές λατρείες. δ) Τέταρτος, συμπτωματικός, λόγος είναι, όπως στην περίσταση του Ερμότιμου, κάποιο περιστατικό του τιμώμενου ήρωα, όπου κάποια γυναίκα στάθηκε η αιτία του χαμού του. Τέτοιοι αιτιολογικοί μύθοι που καθρεφτίζουν αρχαίες ιερουργίες, έρχουνται να εξηγήσουν τον αποκλεισμό των γυναικών κι από άλλα ιερά, όπως του Ορφέα και του Ευνόστου".

("Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών", Εκδόσεις Πλούταρχος, Αθήνα 1958).

ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ
. "Το Αγιον Ορος, αν κινδυνεύει σήμερα, είναι από τον εκσυγχρονισμό που υφίσταται. Το άβατον δεν έχει να κάνει μονάχα με τη γυναίκα που της υπαγορεύεται η είσοδος, αλλά και με τα 'δώρα' εκείνα του πολιτισμού μας, όπως ο ηλεκτρισμός, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, οι τηλεοράσεις, τα ιντερνέτ κλπ. Αυτός ο χώρος αποτελεί σε παγκόσμιο επίπεδο την κιβωτό της Ορθοδοξίας, είναι η θεία ευλογίατου ανείπωτου που δεν πρέπει να αφήνει απ' έξω τη γυναίκα, γιατί τότε ο έρωτας ως 'καύση καρδίας' προς την Παναγία δεν είναι αληθινός, όταν η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως πειρασμός. Το να συνεχίσει το ταξίδι της η Κιβωτός μέσα στο χρόνο, διαφυλάττοντας τις μνήμες και τα κειμήλια, τις λατρευτικές παραδόσεις και το τελετουργικό της βυζαντινής μας παράδοσης είναι ένα αναφαίρετο δικαίωμα που δεν εκχωρείται σε κανένα, παρά μονάχα στον ίδιο το Θεό, γι' αυτό και το ταξίδι των μοναχών σαν σκοπό, τέλος και στόχο έχει τη θέωση".

ΤΟΥΛΑ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ. "Νομίζω ότι το θέμα δεν είναι εθιμοτυπικό, αλλά επιβολή και έκφραση της αντίληψης που έχει η εκκλησία για τη γυναίκα, αντίληψη μεσαιωνική. Πιστεύω ότι ξεκινά από το γεγονός ότι η γυναίκα, όντας επιφορτισμένη από τη φύση με την αναπαραγωγική λειτουργία, έχοντας την περίοδο κάθε μήνα, θεωρήθηκε από την εκκλησία ότι εκείνες τις μέρες του μήνα οι γυναίκες είναι όντα ακάθαρτα και επομένως δεν μπορούν να πλησιάσουν κάποιους χώρους". ("Σχεδία", Ιαν. 1987).

ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ. Με το ψευδώνυμο αυτό, ο επιφυλλιδογράφος του μεσοπολεμικού "Ριζοσπάστη" Νίκος Κατηφόρης επιτίθεται τόσο στους μοναχούς του Αγίου Ορους όσο και στις γυναίκες που εκείνη την εποχή επιχειρούσαν να σπάσουν το άβατο: "Το 'Αγιον Ορος', παλιό προπύργιο πάσης αρετής και πάσης μαλακίας, κλονίζεται συθέμελα κι η αγιότητά του κινδυνεύει να πάει φούντο μέσα στο γαλάζιο Αιγαίο που το αγκαλιάζει. Οι 'πρωτοπόρες' γυναίκες της αστικής τάξης λύσσαξαν να το φάνε, αυτό και πολλά άλλα πράματα που έχουνε στην κατοχή τους οι άγιοι καλόγεροι. Αυτές, που σύμφωνα με τις θρησκευτικές παραδόσεις φάγανε πρώτες τον απαγορευμένο καρπό του Παραδείσου για να μην αφήσουν ύστερα καρπό αφάγωτο στη γη, δεν μπορούνε να ανεχθούν τη βαριά προσβολή που γίνεται στο φύλο τους να τους απαγορεύωνται οι ιεροί καρποί των καλογήρων του Αγίου Ορους". (7.7.1932).

ΦΑΝΗ ΖΕΡΒΟΥ. "Η μοναδική μοναστική πολιτεία σε ολόκληρο τον κόσμο να γίνει ΒΑΤΟ για όλον τον κόσμο, ώστε οι γυναίκες του κόσμου να γνωρίσουν το μεγάλο μουσείο τέχνης, εθνολογίας και εκκλησιαστικής ιστορίας και οι Ελληνίδες τον ανεκτίμητο αυτό θησαυτό για την Ελλάδα. Γι' αυτό η ΕΓΕ, με όλο το σεβασμό προς τους πατέρες της εκκλησίας ζητά να μην ισχύσει και ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ ο θρησκευτικός αυτός θεσμός και να συμφωνήσουν μαζί μας στην αλλαγή του ποινικού νόμου που προτείνουμε για το Αβατο του Αγίου Ορους". ("Σχεδία", Ιαν. 1987).

ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ. "Ετόνισα ότι τούτο το πρόβλημα είναι από τα λιγότερα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες σ' αυτή τη χώρα. Εως ότου φθάσουμε να εξετάσουμε αυτό το θέμα, θα πρέπει να είχαν λυθεί πολλά άλλα τέτοια, τα οποία έχουν σαφώς ανασταλτικό χαρακτήρα επάνω εις την ολοκλήρωση της προσωπικότητος της γυναίκας. Προβλήματα και γεγονότα, τα οποία δεν αφήνουν τη γυναίκα να εξελιχθεί. Εάν υπάρχει ένα πρόβλημα για τις γυναίκες στο Αγιον Ορος και το οποίον μπορεί να συζητηθεί τώρα είναι το πρόβλημα των επιστημόνων γυναικών". (Από τη συζήτηση στη Βουλή, 7.6.1976).

ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΥΡΑΡΙΣ. "Ο μοναχός, επειδή είναι και στρατιωτικός, ξέρει το εξής: ότι επειδή είναι πολύ πιο αδύνατος ο κάθε μοναχός ως πραγματικός άντρας, αισθάνεται την αδυναμία του μπροστά στην υπεροχή του ισχυρού φύλου, και το ισχυρό φύλο βεβαίως είναι η γυναίκα -δεν είναι οι άντρες, αυτά τα λένε οι φαλλοκρατικές κοινωνίες-. Οταν είσαι πραγματικά Χριστιανός Ορθόδοξος ξέρεις πολύ καλά ότι το ισχυρό φύλο είναι η Γυναίκα... Λοιπόν, ο καλός στρατιώτης ξέρει ότι δεν κάνεις μετωπική σύγκρουση με τον εχθρό, όταν ο εχθρός είναι πιο δυνατός. Ποιος είναι ο εχθρός; Είναι αυτός που θα σε νικήσει, θα σε υποτάξει μέσα σε ένα γαιώδες φρόνημα προσωρινό. Να αγαπήσεις μια γυναίκα ή πολλές (αν είσαι πολυγαμικός), ενώ εσύ θέλεις να αγαπήσεις όλες τις γυναίκες μαζί και μόνο με την Παναγία μπορείς να κάνεις έρωτα". (Από συνέντευξη στη "Σχεδία", Ιαν. 1987).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Σταύρου Ιωσ. Παπαδάτου, "Το πρόβλημα του αβάτου του Αγίου Ορους"
(Θεσσαλονίκη 1969). Διατριβή που υποβλήθηκε στη Σχολή Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Α.Π.Θ. από συγγραφέα ειδικευμένο στα θέματα του Αθω και ο οποίος χρημάτισε εκεί προανακριτικός υπάλληλος. Η μελέτη περιλαμβάνει εκτενές ιστορικό του αβάτου και υπερασπίζεται τη συνταγματικότητά του. Εξετάζει επίσης λεπτομερώς το Νομοθετικό Διάταγμα 2623 της 16/28 Σεπτεμβρίου 1953 που ποινικοποίησε το άβατο και το κρίνει αντισυνταγματικό και λανθασμένο.

Πίτσας Βερβέρογλου, "Το Αβατον και η γυναικεία πρόκληση" (περιοδικό "Σχεδία", Ιανουάριος 1987, σ. 30-37). Ενδιαφέρον αφιέρωμα στο άβατο που περιλαμβάνει συνέντευξη του Κώστα Ζουράρι και δηλώσεις του τότε υφυπουργού Πολιτισμού Γιώργου Παπανδρέου, του συνταγματολόγου Γ. Δασκαλάκη, της Φανής Ζερβού (ΕΓΕ) και της Τούλας Δρακοπούλου (Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών).

Χαράλαμπου Κ. Παπαστάθη, "Το νομικό καθεστώς της Ιεράς Κοινότητας. Πώς καθορίζονται ο τρόπος λειτουργίας των μονών, η συνύπαρξη μοναχών διαφορετικών εθνικοτήτων αλλά ομοδόξων και η ιεράρχηση της εξουσίας" (αφιέρωμα "Αγιον Ορος", Επτά Ημέρες της Καθημερινής, τόμος Α', "Κέντρα Ορθοδοξίας", σ. 16-22). Ειδική μνεία στο άβατο, όπως καθορίζεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Ορους, στην ποινικοποίησή του το 1953, αλλά και στις ισχύουσες νεότερες Κανονιστικές Διατάξεις. Ο συγγραφέας, καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου, υπήρξε υποψήφιος για τη θέση του Διοικητή του Αγίου Ορους, την οποία τελικώς κατέλαβε ο διευθυντής του "Βήματος".

Μαρίζ Σουαζί, "Ενα μήνα με τους άνδρες στο Αγιον Ορος" (απόδοση Κ. Βαλέτα, εισαγωγή Γ. Πικρού, Εκδόσεις "Σταθμός", χ.χ.). Το "αμαρτωλό" οδοιπορικό της γαλλίδας δημοσιογράφου στον Αθω όπου, ντυμένη ανδρικά, παρέμεινε κατά τους ισχυρισμούς της έναν ολόκληρο μήνα.

Δημήτρη Παπαχρήστου. "Το Αγριον Ορος της ψυχής" (εκδ. "Νέα Σύνορα", Αθήνα 1992). Βιωματική λογοτεχνική κατάθεση ενός συχνού επισκέπτη του Αθω, χαρακτηριστική του ιδεολογικού ρεύματος που αποκλήθηκε νεοορθόδοξο.



ΔΕΙΤΕ

Αθως, το Αγιον Ορος
του Βασίλη Μάρου (1967). Ντοκιμαντέρ από τον πρωτοπόρο Ελληνα σκηνοθέτη του είδους. Δόξα τω Θεώ, η προβολή του δεν απαγορεύθηκε για το γυναικείο κοινό της χώρας μας.


(Ελευθεροτυπία, 10/11/1996)

http://www.iospress.gr/ios1996/ios19961110a.htm



Xίλια χρόνια χωρίς θήλεα


"Η Ευρώπη να σεβαστεί το άβατο"

("Καθημερινή", 17/9/97)


Αυτή τη φορά, η "Αυγή" "λογόκρινε" ελαφρώς τον ευρωβουλευτή του Συνασπισμού. Γιατί ο Αλέκος Αλαβάνος, ηγούμενος ευρωπαϊκής εκστρατείας υπέρ της διατήρησης των "ανέκαθεν κρατούντων" στην Ελλάδα, δεν περιορίστηκε να χαρακτηρίσει "δογματικό 'φεμινισμό'" τη στάση των δύο γυναικών υπουργών εξωτερικών (Σουηδίας και Φινλανδίας) που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την ελληνική θέση για το άβατο του Αγίου Ορους. "Στο όνομα κάποιου ανόητου δογματικού 'φεμινισμού'", ήταν η ακριβής διατύπωση του ευρωβουλευτή, "δεν είναι δυνατό να αγνοείται ο ελληνικός πολιτισμός, η υπερχιλιετής ιστορία και παράδοση του Αγίου Ορους, ο ρόλος του στα Βαλκάνια και το σύνολο της Ορθοδοξίας".
"Ανόητες", λοιπόν, και "δογματικές" όσες αρνούνται να θεωρήσουν αυτονόητους τους αποκλεισμούς που οι "υπερχιλιετείς" παραδόσεις επιβάλλουν στο γυναικείο φύλο. Ουδεμία έκπληξη. Κάθε φορά που για κάποιο λόγο έρχεται στην πολιτική επικαιρότητα το Αγιο Ορος και το ειδικό προνομιακό καθεστώς του, το θέμα θεωρείται λήξαν προτού καν εκστομιστεί η αντίθετη άποψη. Ποια συζήτηση μπορεί να γίνει με τις "έξαλλες φεμινίστριες" και τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού "γραφικούς" άνδρες υποστηρικτές τους; Δεν αποσιωπούνται έτσι μόνον όσες απόπειρες παραβίασης του αβάτου σημειώθηκαν στο παρελθόν από γυναίκες, που επέλεξαν το συμβολισμό της ανυπακοής για να αντιταχθούν στην "υπερχιλιετή" απαγόρευση. Κυρίως αγνοούνται συστηματικά τα ισχυρά επιχειρήματα που εκφράστηκαν κατά καιρούς κατά του αβάτου, θίγοντας σοβαρά ζητήματα ιστορικής και συνταγματικής τάξης. Ποιος θυμάται, για παράδειγμα, την εξαιρετική ανάλυση του Γ. Δασκαλάκη περί αντισυνταγματικότητας του αβάτου (1963) ή τη σχετική συζήτηση στη Βουλή που προκάλεσε το 1976 η συγκινητική εμμονή του Ιωάννη Κουτσοχέρα;


Η "λεπτομέρεια"


Ως εδώ, η ανακίνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζει την παραμικρή πρωτοτυπία. Για μια ακόμη φορά, οι ενεχόμενοι επιχειρούν να κλείσουν βιαστικά το θέμα ερήμην των άμεσα ενδιαφερομένων, δηλαδή των γυναικών (για την ακρίβεια των "θηλέων", όπως προβλέπει το εξόχως προοδευτικό άρθρο 186 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Ορους, που εξομοιώνει τους ανθρώπους γένους θηλυκού με τα ζώα και, παραταύτα, επικυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας). Υπάρχει, ωστόσο, και μια "λεπτομέρεια" που έχει να μαρτυρήσει πολλά για τους τρόπους με τους οποίους ασκείται η πολιτική στις μέρες μας: αναφερόμαστε στο "εμπάργκο" που έχει επιβληθεί από τότε που τέθηκε και πάλι ζήτημα αβάτου σε κάθε πληροφορία σχετική με τις πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης στα ευρωπαϊκά όργανα. Καθώς οι καθ' ύλην αρμόδιοι τηρούν μια απίστευτη σιγή για το θέμα, τα μέσα ενημέρωσης περιορίζονται τους τελευταίους μήνες στην άκρως επιλεκτική ενημέρωση που τους διοχοτεύουν άλλοτε "η αγιορείτικη κοινότητα" ή "κυβερνητικοί κύκλοι" και άλλοτε "στελέχη του διπλωματικού σώματος" ή "παράγοντες οικονομικοί".
Αν επιχειρήσουμε να βάλουμε κάποια τάξη στην αποσπασματική -και συχνά αντιφατική- αυτή ειδησεογραφία, καταλήγουμε στο εξής συνοπτικό χρονικό: Τις παραμονές της Διακυβερνητικής στο Αμστερνταμ διέρρευσε σε μερίδα του Τύπου ότι με επείγον υπόμνημά της η Ιερά Κοινότης ζητούσε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό και τους αρμόδιους υπουργούς Εξωτερικών να θέσουν το ζήτημα του αβάτου στην ολλανδική πόλη και να επιχειρήσουν να προστεθεί πρωτόκολλο στην αναθεώρηση της Συν8ήκης του Μάαστριχτ που να διασφαλίζει το ειδικό καθεστώς του Αθω. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι φόβοι των αγιορειτών βασίζονταν σε επιστημονική γνωμοδότηση των καθηγητών Σκανδάμη, Κονιδάρη και Αλιβιζάτου, οι οποίοι έκριναν ότι η ισχύουσα "κοινή δήλωση" της Συνθήκης του Μάαστριχτ δεν έχει νομική ισχύ και το άβατο μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο με απλή προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μιας οιασδήποτε ευρωπαίας πολίτιδος. Παράλληλες πληροφορίες έφεραν την κυβέρνηση απρόθυμη να θέσει το ζήτημα και να αξιολογεί διαφορετικά τις προτεραιότητες της στιγμής.

Πιέσεις επί πιέσεων


Από ό,τι προκύπτει, η ελληνική αντιπροσωπεία έφυγε από το Αμστερνταμ έχοντας εξασφαλίσει μια απλή μονομερή δήλωση για το καθεστώς του Αγίου Ορους, η οποία δεν φάνηκε αρκετή στους αγιορείτες. Συνεχίστηκαν έτσι οι πιέσεις τους για μια σαφέστερη κατοχύρωση των ειδικών προνομίων του Αθω. Οι πιέσεις αυτές αποκρυσταλλώθηκαν και σε επιστολή όπου ζητούσαν να καταβληθεί μία ακόμη προσπάθεια προκειμένου να βελτιωθεί η σχετική αναφορά στο κείμενο της συνθήκης του Αμστερνταμ. Πάντοτε κατά τις πληροφορίες που διέρρευσαν στον Τύπο, μερίδα των αγιορειτών έπεισε τον, αρχικά δύσπιστο, υπουργό Πολιτισμού να πιέσει με τη σειρά του τον υπουργό Εξωτερικών και έτσι οδηγηθήκαμε στην πρόσφατη κίνηση της ελληνικής πλευράς. Εχοντας δηλαδή τη θετική γνώμη της Ιεράς Κοινότητος, ο Θ. Πάγκαλος επιχείρησε να περάσει από το συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών της Ενωσης τη μονομερή δήλωση της Ελλάδας για την προστασία του ισχύοντος αθωνικού καθεστώτος, με σκοπό την προσθήκη της με τη μορφή πρωτοκόλλου. Η άρνηση των δύο γυναικών υπουργών να υιοθετήσουν την ελληνική κίνηση προκάλεσε τη γνωστή αντίδραση του ευρωβουλευτή Αλαβάνου.
Αν κάτι λοιπόν έχει να μας διδάξει η πρόσφατη ανακίνηση του ζητήματος, είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί την πάση θυσία σιωπηλή διευθέτησή του. Δεν έχει άδικο. Αν αρχίσει μια ανοιχτή συζήτηση για το πρόβλημα του αβάτου, κινδυνεύει να διαταραχθεί εκ βάθρων η "συναίνεση" που κατασκευάζεται από αρμοδίους και μη, στο παρασκήνιο. Τότε, όλοι αυτοί που ξεμπερδεύουν σήμερα εύκολα κραυγάζοντας υπέρ της υπερχιλιετούς παράδοσης, θα αναγκαστούν να τοποθετηθούν με συγκεκριμένα επιχειρήματα υπέρ της συνταγματικότητας μιας ρύθμισης που ταυτίζει ανθρώπους με ζώα και θεσμοθετεί τη μιαρότητα του μισού πληθυσμού της χώρας. Ισως αυτό να φοβήθηκε ο κύριος Ρέππας και έσπευσε να καταδικάσει την πρωτοβουλία Αλαβάνου, μιλώντας για "πρωτοβουλίες διαφόρων" που επιδιώκουν να δημιουργήσουν εντυπώσεις και "τελικώς βλάπτουν μια υπόθεση που έχει και την εθνική της διάσταση".
Αλλά δεν είναι μόνον η επικράτηση της παρασκηνιακής πολιτικής στο όνομα της διατήρησης ενός αμφιλεγόμενου στάτους κβο. Η σημερινή συγκυρία έχει και ένα δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό: Αυτή τη φορά, το ιερό μένος υπέρ της διατήρησης του αβάτου εκφράστηκε από έναν πολιτικό της Αριστεράς, η οποία, αν δεν μας απατά η μνήμη, δεν συνηθίζει να ξιφουλκεί υπέρ των "ανέκαθεν κρατούντων". Κι αν η υποτίμηση των γυναικών έχει πλέον πάψει να μας προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη, πώς να ερμηνεύσουμε την όψιμη αγωνία του αριστερού ευρωβουλευτή για την αγιορείτικη παράδοση και τη συμβολή της στο "σύνολο της Ορθοδοξίας";

"Δεν υπάρχει θέμα"


Η απάντηση κρύβεται ίσως στις υπογραφές που συγκέντρωσε ο Αλέκος Αλαβάνος υπέρ της διατήρησης του αβάτου. Εννέα από τους τριάντα οκτώ ευρωβουλευτές που ανησυχούν για τις τύχες της "κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς" που συνιστά κατά τη γνώμη τους, το άβατο είναι Ελληνες: ο δεύτερος ευρωβουλευτής του ΣΥΝ Μιχάλης Παπαγιαννάκης, καθώς και οι Ν. Κακλαμάνης, Κ. Χατζηδάκης, Γ. Δημητρακόπουλος, Δ. Τσάτσος, Π. Σάρλης, Κ. Δασκαλάκη, Α. Τρακατέλλης. Βουλευτές, δηλαδή, ολόκληρου του εκπροσωπούμενου φάσματος, πλην ΚΚΕ, συνασπίζονται έναντι του κινδύνου αλλοίωσης της ελληνορθόδοξης κληρονομιάς από τους αδιάφορους για την πολιτιστική μας φυσιογνωμία ευρωπαϊκούς θεσμούς. Στο κλίμα αυτό, μία από τις τόσες ανώνυμες δηλώσεις "κυβερνητικών κύκλων" που τροφοδότησαν αυτές τις ημέρες τον ελληνικό Τύπο έχει τη σημασία της: Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει θέμα αβάτου, καθησύχαζαν συντάκτρια των "ΝΕΩΝ" οι κυβερνητικοί αυτοί κύκλοι. Και εξηγούσαν ότι, ακόμη κι αν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφανθεί κάποτε κατά του αβάτου, η απόφαση δεν πρόκειται να εφαρμοστεί από την κυβέρνηση. Ιδού και το παράδειγμα: "Φαντάζεστε ένα πλήθος Σουηδών, ανδρών και γυναικών, να επιχειρεί να μπει στο Αγιον Ορος, οι μοναχοί να κάνουν αλυσίδα για να τους εμποδίσουν κι εμείς να στέλνουμε την αστυνομία εναντίον των μοναχών; Μια τέτοια εικόνα δεν θα τη δούμε ποτέ" (17/9).
Κάποτε, με άλλα λόγια, το άβατο δίχαζε τους Ελληνες πολίτες: τους άνδρες και τις γυναίκες, τους πιστούς και τους άπιστους. Σήμερα, εμφανίζεται να κινδυνεύει από τους "ξένους", υποχρεώνοντας τους ευαίσθητους Ελληνες, ανεξαρτήτως ιδεολογικών προκαταλήψεων, να το ασπαστούν ως στοιχείο της πολιτισμικής τους ταυτότητας.

Εξ οικείων

Βλέπουμε την τοποθέτηση των δυο γυναικών Υπουργών Εξωτερικών της Σουηδίας και Φιλανδίας σχετικά με το άβατο του Αγίου Ορους σαν μια φυσιολογική αντίδραση που απηχεί τις σύγχρονες απόψεις για τα δικαιώματα των γυναικών. Με άλλα λόγια, οι γυναίκες υπουργοί κινήθηκαν μέσα στα πλαίσια της φεμινιστικής αντίληψης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών, πράγμα που συμμεριζόμαστε.
Αποδείχτηκε έτσι η σημασία της παρουσίας των γυναικών, που είναι ευαισθητοποιημένες στα ζητήματα του φύλου, σε καίρια πόστα πολιτικών αποφάσεων.
Αν κρίνουμε τα πράγματα από τη σκοπιά των δικαιωμάτων, δεν βρίσκουμε κανένα ουσιαστικό επιχείρημα υπέρ της διατήρησης ενός αναχρονιστικού καθεστώτος. Το μόνο "επιχείρημα" είναι η επίκληση της ιστορικής παράδοσης και της πολιτιστικής και θρησκευτικής ιδιαιτερότητας, αλλά και σ' αυτό υπάρχει σύγχρονη απάντηση. Οταν παρατηρείται σύγκρουση μεταξύ θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθολικά αναγνωρισμένων, όπως είναι η ισότητα των φύλων, και δικαιωμάτων που αναφέρονται σε (ή απορρέουν από) ιστορικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές παραδόσεις, τότε η απόλυτη προτεραιότητα δίδεται στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό είναι το γράμμα και το πνεύμα της Διάσκεψης της Βιέννης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, του 1993.
Αν η έμμονή στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών χαρακτηρίζεται δογματικός φεμινισμός ή ακόμη ανόητος φεμινισμός, ε! τότε τι να πούμε, λυπούμαστε πολύ.
Με την ευκαιρία, παρατηρούμε τελευταία ότι μια συστηματική και ολόπλευρη ιδεολογική επίθεση εξελίσσεται εις βάρος της ισότητας και του φεμινισμού απ' όλες τις πλευρές -και εξ οικείων... Είμαστε στο σημείο όπου πρέπει να αμυνθούμε, υπερασπιζόμενες τα αυτονόητα, αλλά αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που πρέπει να μας απασχολήσει στα συλλογικά πλαίσια.

Φωτεινή Σιάνου (Μέλος Πολιτικής Γραμματείας Συνασπισμού)
Σούλα Παναρέτου (Μέλος Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής Συνασπισμού)


(Ελευθεροτυπία, 20/9/1997)


http://www.iospress.gr/mikro1997/mikro19970920.htm


Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι

Κάτω τα χέρια από τον εθνικό μας μύθο

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Το έργο το έχουμε ξαναδεί και, δυστυχώς, θα το ξαναδούμε: άτομα απολύτως αναρμόδια μετατρέπονται με τη μεγαλύτερη ευκολία σε κριτές επιστημονικών θέσεων απλώς και μόνον επειδή οι θέσεις αυτές δεν είναι του
ιδεολογικοπολιτικού τους γούστου. Η ιστορία, και για την ακρίβεια η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας και γλώσσας, γίνεται έτσι κατά καιρούς αντικείμενο μιας σφοδρής διαμάχης, κατά την οποία κάποιες επιστημονικές προσεγγίσεις καταγγέλλονται ρητά ως πράξεις εθνικά ύποπτες αν όχι επικίνδυνες. Τελευταίο κρούσμα, οι αδιανόητες αντιδράσεις που προκάλεσε το βιβλίο του καθηγητή Αλκή Αγγέλου "Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου" ("Εστία" 1997), στο οποίο αναλύεται η διαδικασία συγκρότησης του συγκεκριμένου μύθου κατά τον 19ο αιώνα. Και για την ακρίβεια οι αντιδράσεις που προκάλεσε όχι το ίδιο το βιβλίο, αλλά μια αναφορά του πρακτορείου "Ασοσιέιτεντ" στο περιεχόμενό του επτά ολόκληρους μήνες μετά την έκδοσή του.
Αλλά η υπόθεση είναι πολλαπλά διδακτική και αξίζει να την παρακολουθήσουμε στις λεπτομέρειές της: Στις 12 του περασμένου Μαϊου, το "Ασοσιέιτεντ Πρες" διένειμε μια φωτογραφία, στην οποία απεικονίζεται η αναπαράσταση του Κρυφού Σχολειού με κούκλες που υπάρχει στη Μονή Πεντέλης. Το συνοδευτικό κείμενο βασιζόταν στις θέσεις του καθηγητή Αγγέλου, καθώς και σε δηλώσεις της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Κρήτης Ελισάβετ Ζαχαριάδου, η οποία υπογράμμιζε ότι "αυτές οι ιστορίες είναι μύθοι που δημιουργήθηκαν από την Εκκλησία για να ενισχύσει το γόητρό της". Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εμπειρία για να φανταστούμε τη συνέχεια: "Το 'Κρυφό Σχολειό' στο Ασος. Πρες με λεζάντα που αρνείται την αποστολή του!", ήταν ο εύγλωττος τίτλος του σχετικού δημοσιεύματος της "Καθημερινής", όπου, μεταξύ άλλων, μπορούσαμε να διαβάσουμε και τα εξής: "Υπεύθυνος για το όλο θέμα είναι ο καθηγητής πανεπιστημίου και ιστορικός Αλκής Αγγέλου, στο βιβλίο του οποίου αναφέρεται και από εκεί άντλησε την πληροφόρησή του το Ασος. Πρες για να κάνει την παρακάτω λεζάντα, η οποία, όμως, θα κάνει τους Τούρκους και τους φιλότουρκους πανευτυχείς!". Το δημοσίευμα συνέδεε τις θέσεις του καθηγητή Αγγέλου με τη συγκυρία, κατά την οποία αμφισβητείται "ο ρόλος του ράσου στην εποχή της Τουρκοκρατίας" και επικρίνεται ο "μνημειώδης λόγος του αρχιεπισκόπου κατά την ενθρόνισή του" και "όσα εκείνος είπε (...) για τον ρόλο που έπαιξε ο Κλήρος και η Ορθοδοξία στη διατήρηση του Ελληνισμού". Στο κλίμα αυτό, κατέληγε το άρθρο, η κίνηση του Ασοσιέιτεντ "μοιάζει να υπηρετεί και άλλους στόχους, εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Αγγέλου σε παγκόσμια κλίμακα! Η ουσία, όμως, είναι ότι σε όλο αυτό το ζήτημα (...) ισχύει για μια ακόμη φορά το 'εξ οικείων τα βέλη'..." (13/5).
Σταθήκαμε λίγο παραπάνω στο κείμενο της "Καθημερινής", γιατί κατά τη γνώμη μας εικονογραφεί με τον πιο σαφή τρόπο τον συνήθη μηχανισμό που, ακυρώνοντας κάθε έννοια επιστημονικής συζήτησης, επιτρέπει την εξουδετέρωση κάθε άποψης που τολμά να αμφισβητήσει μία ακόμη "εθνικώς πολύτιμη" μυθολογία. Πολύμοχθες εργασίες, ικανές να ανοίξουν ένα συναρπαστικό διάλογο μεταξύ ειδικών, ξεπετάγονται έτσι μέσα σε δυο αράδες, αρκεί να εμπίπτουν στην κατηγορία του "εθνικώς επιζήμιου" έργου. Ακολουθούν, σχεδόν νομοτελειακά, οι καταγγελίες περί "εθνικής μειοδοσίας", "ξένου δάκτυλου", "σύγχρονου Εφιάλτη" κ.ο.κ. Και για να επιστρέψουμε: "Οργή στην Εκκλησία για Ελληνα... Ρουσντί", πληροφορούσε η "Απογευματινή" της 13ης Μαϊου τους αναγνώστες της, εξηγώντας τους ότι το βιβλίο του καθηγητή Αγγέλου "έχει προκαλέσει την οργή της Εκκλησίας της Ελλάδος που κάνει λόγο για 'διαβολική προπαγάνδα'". Λίγες ημέρες αργότερα, ο "Αδέσμευτος Τύπος" φιλοξενούσε την αποστομωτική απάντηση ενός αντιπτέραρχου ε.α., του Χριστόδουλου Μεγγούλη, ο οποίος σημείωνε μεταξύ άλλων ότι "θα πρέπει να γνωρίζει ο κ. 'καθηγητής' (sic) ότι το Κρυφό Σχολειό υπήρχε και ίσως υπάρχει και σήμερα" (19/5). Δεν θα αργούσε και ο γνωστός για τις εθνικές του υπερευαισθησίες Σαράντος Καργάκος να σπεύσει και αυτός να αναφερθεί στο ζήτημα, συμβουλεύοντας μάλιστα τον αρχιεπίσκοπο να "μην εμπλακεί σε άγονες συζητήσεις" με ανθρώπους που δεν πρόκειται να πειστούν: "Κάποιοι λένε ότι δεν βρήκαν πουθενά γραμμένη, άρα μαρτυρημένη, την ύπαρξη 'Κρυφού σχολειού'. Ασφαλώς στα 'Κρυφά σχολειά' δεν υπήρχαν μαθητολόγια, επετηρίδες, βιβλία κ.λπ." ("Τύπος της Κυριακής, 7/6).
Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε. Είναι προφανές ότι αρκετοί από τους επικριτές της συγκεκριμένης μελέτης δεν έχουν καν μπει στον κόπο να τη διαβάσουν. Τους αρκεί -και τους εξοργίζει- το συμπέρασμά της. Αλλά και αν ακόμη την είχαν διαβάσει, θα έβρισκαν εξαιρετικά ύποπτο το βασικό της ερώτημα, την επιστημονική δηλαδή περιέργεια που οδηγεί στη διερεύνηση της διαδικασίας με την οποία συγκροτούνται και παγιώνονται κάποιοι δημοφιλείς μύθοι, οι ιστορικές εκείνες κατασκευές που ο Κ. Θ. Δημαράς ονόμασε κάποτε "εθνικές ανακρίβειες". Γιατί ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της θέσης πως σε ολόκληρη την Τουρκοκρατία δεν σώζεται καμία πληροφορία, ακόμη και έμμεση, που να μνημονεύει την ύπαρξη κρυφού σχολειού. Αναζητεί τα πρώτα ίχνη της σχετικής παράδοσης και τα εντοπίζει στην περίοδο του Αγώνα, συνδέοντάς τα με την προσπάθεια κάποιων λογίων να κινήσουν το ενδιαφέρον της φωτισμένης ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ των καταδιωκόμενων αλλά φιλομαθών Ελλήνων και κατά των απολίτιστων και βάρβαρων κατακτητών τους. Η παράδοση θα ενισχυθεί στα επόμενα χρόνια από τον ρομαντικό ρητορισμό της εποχής, αλλά και από την αυθαίρετη σύνδεσή της με το παιδικό δημοτικό τραγούδι "Φεγγαράκι μου λαμπρό", αναπόσπαστο στο εξής στοιχείο του μύθου. Αξίζει πάντως να σημειωθεί η σιγή που τήρησε η νεογέννητη τότε ιστορία της νεοελληνικής παιδείας, αρνούμενη να αφιερώσει έστω και μία αράδα στο κρυφό σχολειό. Στο γύρισμα ακριβώς του αιώνα, με την έκθεση του "Κρυφού Σχολειού" του Νικολάου Γύζη στην Ελλάδα και το ομώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ο μύθος μετατρέπεται σε σύμβολο. Το κρυφό σχολειό αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της νεοελληνικής παιδείας, απαραίτητο κεφάλαιο της διδακτέας σχολικής ύλης (βλ. ενδεικτικά το πρόγραμμα των εξαταξίων δημοτικών σχολείων του 1913 που δημοσιεύει η Χριστίνα Κουλούρη στο "Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία, 1834-1914", Αθήνα 1998).
Ο μύθος του κρυφού σχολειού παγιώθηκε, λοιπόν, σε μια εποχή κατά την οποία, όπως έδειξε πειστικά ο ιστορικός Ερικ Χομπσμπάουμ, κατασκευάστηκαν πάμπολλοι μύθοι και παραδόσεις των σύγχρονων ευρωπαϊκών -και όχι μόνον- κρατών. Να σταθούμε, ωστόσο, και σε ένα τελευταίο σημείο: Η μελέτη του Αλκή Αγγέλου ήταν έτοιμη από καιρό. "Λόγοι περιστασιακοί -περίοδος Χούντας κλπ.- δεν επέτρεψαν τότε τη δημοσίευσή της", μας πληροφορεί ο συγγραφέας στα προλεγόμενα του βιβλίου του. Ετσι περιορίστηκε σε μια "εντελώς συνοπτική παρουσίαση της κεντρικής ιδέας του" στον 10ο τόμο της "Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους" (1974). "Η πρώτη εκείνη στοιχειώδης διατύπωση των απόψεών μου προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, μία μάλιστα από τις οποίες που αφορούσε στην σημερινή εκπαίδευση είχε λάβει και δραματικό χαρακτήρα", διαβάζουμε λίγο παρακάτω. Θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις στις επόμενες σελίδες. Κλείνοντας, πάντως, θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι, τριάντα χρόνια μετά τη χούντα, οι αντιδράσεις δεν είναι και πολύ διαφορετικές. Αυτόκλητοι εθνοσωτήρες επιχειρούν και πάλι να κλείσουν μια συζήτηση που άνοιξε με το βιβλίο του Αγγέλου και τις σχετικές παρεμβάσεις του καθηγητή Αλέξη Πολίτη ("Αυγή" 25/3/94), του ιστορικού Παναγιώτη Στάθη ("Αυγή" 12/4/98), την αντίρρηση του καθηγητή Φάνη Κακριδή ("Το Βήμα" 22/2/98) κ.ο.κ. Ευχόμαστε να μην το πετύχουν.

Διδασκαλία στο σκοτάδι

Με ιδιαίτερο πάθος υποστηρίζει η Εκκλησία της Ελλάδας την ύπαρξη του κρυφού σχολειού, βασίζοντας στη σχετική παράδοση την επιχειρηματολογία της για τον εθνικοαπελευθερωτικό ρόλο του κλήρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και δεν θα ήταν περίεργο αν οι εκκλησιαστικοί διανοούμενοι επέμεναν απλώς στην αναπαραγωγή της γνωστής εικόνας του ταπεινού ρασοφόρου που με κίνδυνο της ζωής του διατήρησε άσβηστη τη φλόγα της ελληνικής παιδείας και της εθνικής συνείδησης του γένους στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς. Εκεί που τα πράγματα αρχίζουν και αποκτούν επικίνδυνες διαστάσεις είναι όταν εκπρόσωποι της Εκκλησίας επιχειρούν - και επιτυγχάνουν- τη φίμωση επιστημονικών απόψεων που δεν ταιριάζουν στο δικό τους ερμηνευτικό σχήμα, καταγγέλλοντάς τες μάλιστα ως εθνικώς επιβλαβείς και εκπορευόμενες από ύποπτα κέντρα.
Μία από τις περισσότερο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η αντίδραση της εκκλησίας στη δημοσίευση των απόψεων του καθηγητή Α. Αγγέλου για το κρυφό σχολειό στην "Ιστορία του Ελληνικού Εθνους" (10ος τόμος, 1974). Στην υπόθεση αναφέρεται διεξοδικά ο Ι. Μ. Χατζηφώτης σε φυλλάδιο με τίτλο "Το 'Κρυφό Σχολειό'" και υπότιτλο "Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας" που εκδόθηκε το 1978 στη σειρά "Κοινωνικά θέματα" των εκδόσεων της Αποστολικής Διακονίας. "Εργο κατά τα άλλα σοβαρό" κατά τον τέως εκπρόσωπο τύπου της Ιεράς Συνόδου, η "Ιστορία του Ελληνικού Εθνους" έκανε το σφάλμα να περιλάβει στις σελίδες της την αμφισβήτηση του κρυφού σχολειού, με αποτέλεσμα η θέση αυτή να περάσει και στα σχολικά εγχειρίδια. "Ετσι, η όλη υπόθεση έφθασε στη δημοσιότητα", εξηγεί ο κ. Χατζηφώτης. "Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμαρτυρήθηκε στον υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη κι εκείνος, προς τιμήν του, όπως αναφέρεται σε έγγραφο των Τμημάτων Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφημερίδα της 21/5/1978 έδωσε αμέσως εντολή, από τα υπό εκτύπωση νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθεί η φράση: 'Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιστορικής επιστήμης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας μύθος και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα', από τη σελίδα 173 της Ιστορίας της Γ' Λυκείου" (σ.6).
Οπως όμως μπορούμε να αντιληφθούμε από τη συνέχεια, η λογοκρισία των σχολικών βιβλίων δεν αρκούσε στους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Χρειαζόταν και η "αναθεώρηση" της ίδιας της "Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους", και μάλιστα σύμφωνα με συγκεκριμένες συστάσεις: "Η ίδια η 'Ιστορία του Ελληνικού Εθνους'", συνεχίζει απτόητος ο Ι. Μ. Χατζηφώτης, "πρέπει να πάρη υπ' όψη της σε μια προσεχή επανέκδοσή της αυτό που γράφει ο γενικός γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών, που φέρεται και ως μέλος του Εποπτικού της Συμβουλίου. Γράφει, λοιπόν, ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος: 'Το 1821 απετέλεσε την απαρχήν της καθάρσεως των Ελλήνων (...) Ο Δούρειος Ιππος διά την κάθαρσιν αυτήν ήτο η Ορδοδοξία, οι Κοινότητες, το Κρυφό Σχολειό και ο εμπορικός στόλος των υποδούλων Ελλήνων'" (στο ίδιο, σ. 6-7).
Δεν περιορίζεται, επομένως, η επίσημη εκκλησία στη δική της εκδοχή για την ιστορία. Επιδιώκει να την επιβάλει τόσο στα σχολικά εγχειρίδια όσο και στα ιστορικά έργα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί ενδεχομένως να ασκεί πιέσεις στους αρμόδιους υπουργούς (είδαμε παραπάνω τη σπουδή του κ. Βαρβιτσιώτη να εξαφανίσει την "αιρετική" άποψη από το βιβλίο της Γ' Λυκείου), αλλά την ίδια στιγμή αναδεικνύεται σε έναν πανίσχυρο λογοκριτικό μηχανισμό, ανήμπορο να συνομιλήσει με κάθε άποψη διαφορετική από τη δική του. Συμπεριφορές αυτού του τύπου παραπέμπουν σε άλλες εποχές, φέρνοντας στο νου εκείνο ακριβώς που οι εκπρόσωποι της εκκλησίας επιχειρούν σήμερα να ξορκίσουν: τις μεθόδους στις οποίες κατέφυγαν κάποτε κάποιοι υψηλά ιστάμενοι ιερωμένοι προκειμένου να απαλλαγούν μια και καλή από τις ενοχλητικές απόψεις των διαφωτιστών του καιρού τους.
Το κρυφό σχολειό συνιστά στο κλίμα αυτό μόνιμη πηγή έντασης: η αμφισβήτησή του εκλαμβάνεται από την εκκλησία ως συνολική αναίρεση του ρόλου της κατά την Τουρκοκρατία και τον Αγώνα και αντιμετωπίζεται με όρους πολεμικής αντιπαράθεσης. Χάνεται έτσι κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με εργασίες που διερευνούν ένα από τα συναρπαστικότερα κεφάλαια της νεοελληνικής ιστορίας: την κατασκευή των μύθων, τους μηχανισμούς της πρόσληψής τους, τα παράδοξα παιχνίδια της ιστορικής μνήμης.
Ενδεικτική είναι στο σημείο αυτό και παλαιότερη σχετική προσπάθεια του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου. Σε κείμενό του με τίτλο "Ενα νέο ύποπτο σύνθημα", ο τότε μητροπολίτης Δημητριάδος αποκάλυπτε εκείνους που βάλθηκαν να αναθεωρήσουν την "ιστορία μας": "Στην αρχή δεν καταλάβαμε πού το πήγαιναν οι σύγχρονοι αυτοί ρεβιζιονιστές, όταν όμως διαβάσαμε μερικά φυλλάδια και άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες, και όταν είδαμε στο βιβλίο της ιστορίας της Γ' Λυκείου να γράφεται πως σύμφωνα δήθεν με τα πορίσματα της νεωτέρας ιστορικής ερεύνης το περίφημο 'Κρυφό Σχολειό' δεν υπήρξε στην πραγματικότητα, αλλά είναι μύθος, τότε αντιληφθήκαμε τις αληθινές προθέσεις και επιδιώξεις των" ("Ο ρόλος της εκκλησίας το 1821", εκδ. "Η Χρυσοπηγή", σ. 6).
Η στάση αυτή μπορεί να ακυρώνει την ιστορική έρευνα, έχει ωστόσο και τα καλά της. Εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο εκείνο που τόσο πειστικά έδειξε ο καθηγητής Αγγέλου: ότι δηλαδή το κρυφό σχολειό αποτελεί ένα πανίσχυρο σύμβολο. Και τα σύμβολα, θα μπαίναμε στον πειρασμό να συμπληρώσουμε, δεν τα ερευνούμε. Απλώς τα πιστεύουμε.


Εθνικές επενδύσεις

Την ανθεκτικότητα της παράδοσης του κρυφού σχολειού στο χρόνο είχαμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε πολύ πρόσφατα, στα τέλη του 1993, όταν η αγορά του ομώνυμου πίνακα του Νικολάου Γύζη αντιμετωπίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως ένα ακόμη μείζον εθνικό θέμα. Αναφερόμαστε στη συγκίνηση που προκάλεσε τότε η είδηση ότι στη δημοπρασία των "Κρίστις" στην Αθήνα θα κρινόταν η τύχη του "Κρυφού Σχολειού", του γνωστού πίνακα που φιλοτεχνήθηκε στα 1886 και εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα στα 1900. Στα σχετικά δημοσιεύματα δεν θα συναντήσουμε ούτε την παραμικρή αναφορά στην καλλιτεχνική αξία του έργου. Το πάνδημο αίτημα εκείνων των ημερών συνοψιζόταν στο πέρασμα του πίνακα σε "καλά ελληνικά χέρια", ικανά να διαχειριστούν εθνωφελώς τον πολύτιμο θησαυρό. Και δεν έλειψαν και οι υπαινιγμοί κατά της ελληνικής πολιτείας που στάθηκε ανήμπορη να "κρατήσει στην Ελλάδα έναν τόσο σημαντικό πίνακα με θέμα εθνικό" ("Καθημερινή", 25-26/12/93).
Κατόπιν αυτών, η αγορά του πίνακα από τον Πρόδρομο Εμφιετζόγλου, πρόεδρο της "Μηχανικής Α.Ε." και εργολάβο δημόσιων έργων, έναντι 170 εκατ. χαιρετίστηκε από τους πάντες με ανακούφιση. Ο νέος ιδιοκτήτης του πίνακα υπήρξε εξάλλου σαφής ως προς τους λόγους που τον ώθησαν στη συγκεκριμένη επένδυση: "Η αγάπη για την τέχνη δεν είχε καμία σχέση μ' αυτή την κίνηση. Εγώ, 'Το Κρυφό Σχολειό' θα το 'παιρνα ακόμη και αν έπρεπε να ξεπουλήσω ό,τι είχα και δεν είχα. Γιατί 'Το Κρυφό Σχολειό' δεν είναι για μένα ένα έργο τέχνης (...). 'Το Κρυφό Σχολειό' είναι κομμάτι της ιστορίας της πατρίδας μας. Και είναι, ακριβώς, κάτι που θα θυμίσει σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Οτι, πάνω από τα ταπεινά, υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν, περήφανα, οι πατέρες μας. Περήφανα. Αυτή η περηφάνια μάς λείπει. Και 'Το Κρυφό Σχολειό' θα δώσει σε κάθε ένα από απ' αυτά τα παιδιά αυτή την περηφάνια!" (στο ίδιο).


Κτίσμα δίχως θεμέλια

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από άρθρο του Γιάννη Βλαχογιάννη που δημοσιεύτηκε στη "Νέα Εστία" με τίτλο "Το κρυφό σκολειό" (15 Αυγούστου 1945, τεύχος 436, σ. 678-683). Συστηματικός μελετητής του θέματος, ο Βλαχογιάννης υπήρξε ένας από τους πρώτους ερευνητές που αμφισβήτησαν την ύπαρξη του κρυφού σχολειού:
Βρήκανε λοιπόν πως κατά τα χρόνια εκείνα τα παλιά η παιδεία μας κατατρεχόταν από τους Τούρκους αλύπητα και το τελευταίο της καταφύγιο, άγιο βήμα μυστικό ήταν το κρυφό σκολειό. Εκεί, νύχτα βαθειά στέλναν οι μαννάδες τα παιδιά τους και με τη λαχτάρα που είχανε στην καρδιά, τα μαθαίναμε να λένε στο δρόμο το γνωστό παιδιάτικο τραγούδι, που είναι και νανούρισμα μαζί, τραγούδι σ' όλους γνωστό, που λέει:
Φεγγαράκι μου λαμπρό/ φέγγε μου να περπατώ,/ να πηγαίνω στο σκολειό,/ να μαθαίνω γράμματα,/ του Θεού τα πράματα.
Ανάμεσα σ' όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ' εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίτοτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι.
Φαίνεται λοιπόν πως για τους παιδαγωγικούς ρήτορες που ανάφερα, άλλη δεν υπάρχει μαρτυριά παρά το ίδιο εκείνο μοναχό περίφημο τραγούδι.
Ομως, αν και για την ύποφτή μου κρίση δε φτάνει το τραγούδι, ας το ξετάσουμε κι' αυτό. Ερχεται λοιπόν η απορία πρώτα, πώς του κρυφού σκολειού τα μαθητούδια, που νύχτα πηγαίνανε στο σκολειό -κι' αυτό θα βρισκόταν έξω από το χωριό, λοιπόν σε μοναστήρι είτε σε ρημοκλήσι- πώς τ' ανήσυχα παιδιά, όλο φωνές, και γέλια και παιχνίδια στο δρόμο τους θα ξεφεύγανε την προσοχή των Τούρκων. Και δεν ήτανε των Τούρκων μοναχά ο κίντυνος -ας τον παραδεχθούμε μια στιγμή- αλλά νύχτα στην ερημιά ήτανε και λύκοι. Και πρώτα απ' όλα ήτανε της μάννας η λαχτάρα κι' όλου του χωριού. Τάχα τα παιδιά παίρνανε στο δρόμο τους κανένα φύλακα μιστωτό του χωριού; Τάχα τα συνόδευε κανένας πατέρας, αδελφός με τη σειρά του; Σοβαρές απορίες, ανησυχίες ρητορικές, που τις χαρίζω στον άγρυπνο της Εθνικής παιδείας ρήτορα.
Ολο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ' ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιανόνταν από τα μαλλιά και γινόνταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά.
Ομως αυτό γινόταν στις χώρες με τα μεγάλα σκολειά ή στα μεγάλα μοναστήρια, όχι ποτέ μέσ' στα χωριά. Επειτα, αν ήταν η κατώτατη παιδεία απαγορευμένη από τους Τούρκους, θα τολμούσε μάννα να στείλη το μακρό της μακρυά κι' ο Τούρκος πάλι θα ήταν τάχα δύσκολο ν' ανακαλύψη τα παιδιά των χριστιανών να περνάνε παίζοντας και φωνάζοντας στο δρόμο τους; (...)
Είναι λοιπόν παλιό υποχρεωτικό συνήθιο να πηγαίνη ο παπάς αξημέρωτα στην εκκλησιά και περισσότερο άμα είχε και μαθηταρούδια να προσέξη στο νάρτηκα είτε και μέσα στα σκαλοπάτια του εικονοστάσιου, όπου βοηθούσανε και τ' αναμμένα καντήλια. Ο δάσκαλος παπάς μπορούσε νάταν και διάκος ή και γερομόναχος. Κάθε μαννούλα έπρεπε να ετοιμάση, να καλοπιάση το μισοξύπνητο παιδί για να το ξεκινήση. Και στεκόταν η μάννα πίσω, έλεγε στ' άλλο το μικρότερο πούχε στο πλευρό της το νανούρισμα, για να το κάμη κι' εκείνο ν' αγαπάη τ' αγουροξύπνημα... και το Κρυφό σκολειό!

ΣΤΟ ΟΡΙΟ

ΤΡΑΠΕΖΟΓΡΑΜΜΑΤΙΟ
. Πώς να τα βάλει κανείς με το μύθο, όταν ολόκληρο κρυφό σχολειό κυκλοφορεί καθημερινά από χέρι σε χέρι; Εξηγούμαστε: Το διακοσάδραχμο, το χαρτονόμισμα τελευταίας κοπής που τυπώθηκε πρόσφατα, απεικονίζει από τη μία του πλευρά τον Ρήγα Φεραίο και από την άλλη τον πίνακα του Νικολάου Γύζη "Κρυφό Σχολειό". Γενιές Ελληνόπουλων έχουν εξάλλου μεγαλώσει συναντώντας τον πίνακα διαρκώς στα σχολικά τους βιβλία, με αποτέλεσμα το έργο να έχει μετουσιωθεί στη συνείδησή τους από καλλιτεχνική αναπαράσταση σε ιστορική μαρτυρία.

ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ. Κάμποσο καιρό προτού αρχίσουν τα λεξικογραφικά του βάσανα, ο καθηγητής γλωσσολογίας είχε αναφερθεί στο κρυφό σχολειό σε συμπόσιο με θέμα "Ορθοδοξία και Παιδεία", στο πλαίσιο γενικότερης τοποθέτησής του σχετικά με τον επανακαθορισμό του μαθήματος των θρησκευτικών στο σχολείο και το ρόλο που μπορούν να αναλάβουν τα Αρσάκεια Σχολεία των οποίων προϊσταται: "Η Ορθοδοξία πρέπει να εγκαταλείψει την τακτική της άμυνας και να περάσει στην επίθεση", είχε πει ο Γ. Μπαμπινιώτης. Και θύμισε στους συνέδρους ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε μαχητικό κομμάτι του ελληνικού έθνους και πέρα για πέρα προοδευτικό, άλλοτε αγωνιζόμενη για το Φωτισμό του Γένους με το κρυφό σχολειό, άλλοτε μαχόμενη εναντίον του προσηλυτισμού και της ξένης θρησκευτικής προπαγάνδας (7/12/96).

ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ. Την επιβίωση της παράδοσης του κρυφού σχολειού μαρτυρεί η παρακάτω είδηση που δημοσιεύτηκε προ καιρού στη "Ε": "Στους νέους δημητσανίτικης καταγωγής που πέτυχαν στις πανελλήνιες εξετάσεις για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ απονέμει το βραβείο 'Κρυφό Σχολειό' η Αδελφότητα Δημητσανιτών 'Γρηγόριος Ε'', σε εκδήλωση για την κοπή της βασιλόπιτας, αύριο στις 11.30 στο ξενοδοχείο 'Novotel'" (20/1/96).

ΕΝΟΧΕΣ. Ενοχοποιημένοι που δεν κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν τα 170 εκατομμύρια δραχμές για το "Κρυφό Σχολειό" του Νικολάου Γύζη, οι εκπρόσωποι της ελληνικής πολιτείας αναφέρθηκαν επανειλημμένα στην εθνική σημασία του έργου. Ησυχη και ευχαριστημένη που ο πίνακας πέρασε τελικά σε καλά χέρια, αφού το υπουργείο Πολιτισμού δεν είχε δυστυχώς τόσα χρήματα, δήλωνε η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη (23/12/93). Από την πλευρά του, ο υπουργός Παιδείας Δημήτρης Φατούρος προχωρούσε σε μια εύγλωττη παρομοίωση: "Αν δεν είναι πολιτισμός η παιδεία, τότε τι είναι;", αναρωτήθηκε κατά τα εγκαίνια της έκθεσης με θέμα το παιδί στη νεοελληνική τέχνη, όπου εκτέθηκε και το "έργο- σταρ" (ο χαρακτηρισμός των εφημερίδων της εποχής). Και ευχήθηκε στη συνέχεια τα ανοικτά σχολεία του σήμερα να έχουν τη δύναμη του κρυφού σχολειού (16/12/93).

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ. Το κακοτυπωμένο ασπρόμαυρο "Κρυφό Σχολειό" του σχολικού της βιβλίου νοσταλγούσε και η Κατερίνα Δασκαλάκη την εποχή που η τύχη του πίνακα είχε γίνει πρωτοσέλιδο. Και συμπλήρωνε: "Ξέρουμε ότι η ελληνική πολιτεία δεν άντεξε ν' αντιμετωπίσει την τιμή που ανέβαινε... ανέβαινε... Η ελληνική πολιτεία έχει χρήματα να ξοδεύει για προεκλογικές καμπάνιες 'προς ενίσχυση των κομμάτων', ιδίως όταν η ενίσχυση αυτή καταλήγει και στις παντός είδους ασχημίες που αντιμετωπίσαμε κατά τις πρόσφατες εκλογές. Δεν της περισσεύουν για τέτοια. Δεν της περισσεύουν για να κρατήσει ένα θησαυρό και να τον δείχνει στα παιδιά της: 'μη σκιάζεστε στα σκότη...'" ("Μεσημβρινή" 15/12/93).


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Αλκη Αγγέλου, "Το κρυφό σχολειό. Χρονικό ενός μύθου"
(Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Αθήνα 1997). Ανάλυση της διαδικασίας η οποία οδήγησε κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα στην κατασκευή ενός από τους ισχυρότερους νεοελληνικούς μύθους. Ο συγγραφέας επιμένει στους όρους της συγκρότησης και της διάδοσης του μύθου και προτείνει τη συγκεκριμένη μελέτη ως ολοκλήρωση της εργασίας του για τη διάρθρωση και λειτουργία της εκπαίδευσης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Παναγιώτη Στάθη, "Το κρυφό σχολειό" (άρθρο δημοσιευμένο στα "Ενθέματα" της "Κυριακάτικης Αυγής", 12 Απριλίου 1998). Ενδιαφέρουσα κριτική ανάγνωση του βιβλίου του Αλκή Αγγέλου που προτείνει ένα διαφορετικό σχήμα για την πρόσληψη και διάδοση της μυθολογίας περί κρυφού σχολειού. Κατά τον συγγραφέα, ο συγκεκριμένος μύθος υπήρξε ιδιαίτερα ευέλικτος, με αποτέλεσμα να υιοθετηθεί από ένα ευρύτατο φάσμα διανοουμένων του 19ου αιώνα, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν τόσο οπαδοί του Διαφωτισμού όσο και εκπρόσωποι της γενιάς του '80.

Αλέξη Πολίτη, "Φεγγαράκι μου λαμπρό... Απόπειρα για ένα μικρό σχεδίασμα της ιστορικής διαδρομής του μύθου του 'Κρυφού Σχολειού'" ("Αυγή", 25 Μαρτίου 1994). Οι μύθοι, κατά τον Α. Πολίτη, δεν αντιμετωπίζονται με λογικά ή ιστορικά επιχειρήματα. Γιατί αυτό που τους θρέφει δεν είναι η άγνοια ούτε η αφέλεια. "Είναι η ψυχολογική απαίτηση - μια αναπλήρωση είτε συνειδητή είτε ασυνείδητη".

Eric Hobsbawm, Terence Ranger (επιμ.), "The Invention of Tradition" (εκδ. Cambridge University Press, Κέμπριτζ και Νέα Υόρκη 1993). Στις σελίδες του συλλογικού αυτού τόμου αναλύονται οι μηχανισμοί με τους οποίους συγκροτήθηκαν στα τέλη κυρίως του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού πολλές από τις "παραδόσεις" και τους μύθους στους οποίους στηρίζουν την εθνική τους ταυτότητα τα σύγχρονα κράτη. Το κύριο ενδιαφέρον της συλλογής εντοπίζεται στη μεθοδολογική της πρόταση, χάρη στην οποία φωτίζονται μερικά από τα ισχυρότερα ιστοριογραφικά ταμπού.

Σπύρου Ασδραχά, "Ιστορικά απεικάσματα" (εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1995). Στα άρθρα της συλλογής (πρωτοδημοσιεύτηκαν στην "Καθημερινή" από το 1992- 1994) μπορεί κανείς να αναζητήσει σημαντικές νύξεις για το θέμα της συγκρότησης των ιστορικών μύθων, το ρόλο των ιστορικών και την κατασκευή της μνήμης. Σημειώνουμε ιδιαίτερα τα "Δικανική ιστορία" (σ. 37-40) και "25 Μαρτίου" (σ. 101-104).


Ελευθεροτυπία, 30/8/1998


Το κρυφό σχολειό και η κρυφή του αλήθεια

Τα Νέα, 3.4.2004

Για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που τον γιορτάζουμε στη Λαύρα τη μέρα που εκείνος ήταν στην Πάτρα, και για το κρυφό σχολειό, που ήταν όμως φανερό, λέγαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα. Και τ’ αφήσαμε στη μέση. Πέρασε στο μεταξύ η 25η Μαρτίου, κατά τα γνωστά, με παρελάσεις και κάθε λογής θεατρικά: Όπου το «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ» το απάγγειλε ολόκληρο, μέσα στην εκκλησία, ο ξέρετε ποιος.

διαβάστε τη συνέχεια...

Έγραφα ότι η νεότερη ιστοριογραφία αποδεικνύει πως το περίφημο κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, και ούτε είχε λόγο να υπάρξει, καθώς η εκπαίδευση τα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε απρόσκοπτα. Αυτά μας έλεγαν άλλωστε και παλαιότεροι, όπως είδαμε με σχετικά παραθέματα, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, αλλά και ο Μανουήλ Γεδεών, μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Συνεχίζω με άλλο ένα παράθεμα του Γεδεών, αντλημένο και αυτό από την ειδική μελέτη του Άλκη Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό: χρονικό ενός μύθου (Εστία, 1997): «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Αυτά γράφει το 1939 ο «του ανατολικού κλίματος» λόγιος.

Αλλά ήδη το 1820, μέσα δηλαδή στην Ιστορία της εποχής, ο επιφανής κληρικός και δάσκαλος του Γένους Νεόφυτος Βάμβας, που μεγαλουργεί στο περιλάλητο –και ελεύθερο, φυσικά– Γυμνάσιο της Χίου, λέει: «Είτε από αδιαφορία είτε ως αρχή η Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχθηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας».

Και το 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έτσι βασικός ιστορικός του Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία «η λατρεία των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους [...]· επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις». Το ειδικό βάρος αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη σχολή της πατρίδας του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και στη Μονή Φιλοσόφου λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα –και βασικά για τη δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου– κρυφά σχολειά. Πώς δεν μνημονεύει λοιπόν ο Δημητσανίτης τη μετέπειτα «τουριστική ατραξιόν» της ιδιαίτερης πατρίδας του;

Έτσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία αλλά ούτε και η κοινή λογική μπορεί να συνδέσει την απαγόρευση αυτών που θα λέγαμε σήμερα «δημοτικά σχολεία» –που ήταν περίπου αυτοσχέδια και υποτυπώδη, όπως σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την εποχή εκείνη– με την απρόσκοπτη λειτουργία ανώτερων εκπαιδευτηρίων και πατριαρχικών ακαδημιών, από το Γυμνάσιο της Χίου που αναφέραμε πιο πάνω ώς τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Και πώς να απαγορευόταν η κατώτερη εκπαίδευση, λόγου χάρη στα ορεινά χωριά, όπου στα περισσότερα σπάνια είδαν Τούρκο, πέρα από τη μία φορά το χρόνο που περνούσε να εισπράξει το φόρο (αν δεν ήταν και πάλι ο κοτζαμπάσης); Ή και σε νησιά ολόκληρα, στις Κυκλάδες, όπου στα περισσότερα δεν έχουμε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων; Και πιο χαρακτηριστικά στην Τήνο, που μόλις τον 18ο αιώνα πέφτει στα χέρια των Τούρκων, χωρίς και πάλι ν’ αλλάξει τίποτα στη ζωή των κατοίκων της, «με την καθολική απουσία Τούρκων από το νησί» (Αγγέλου, σ. 60); Κι όμως, στην Τήνο θρυλείται λειτουργία κρυφού σχολειού, και από εκεί μας έρχεται, έμμεσα εννοείται, ο γνωστός πίνακας του –Τηνιακού– Νικολάου Γύζη, ζωγραφισμένος το 1886 στη Γερμανία.

Μύθος λοιπόν το κρυφό σχολειό, και μάλιστα όψιμος, που γεννιέται στα μέσα πια του 19ου αιώνα, αφού από ολόκληρη την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει καμία απολύτως μαρτυρία. Τη συναρπαστική, από μια άποψη, σύστασή του την ανιχνεύει βήμα προς βήμα ο Άλκης Αγγέλου. Στη μελέτη που ανέφερα πιο πάνω παρακολουθούμε μια διαδρομή η οποία ξεκινά, στα χρόνια του Αγώνα, από τη συνάντηση της εθνικής σκοπιμότητας –όταν προσπαθούμε να τραβήξουμε το σπλαχνικό βλέμμα των ξένων δυνάμεων– με τη λαογραφία, όπου το ευρύτατα διαδομένο παιδικό τραγουδάκι-νανούρισμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» θεωρήθηκε ότι περιγράφει τα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε κρυφά απ’ τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα.

Κι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού (Φωριέλ 1824, Σάντερς 1844, Πάσσοβ 1860 κ.ά.) δεν γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό. Ειδικότερα για την πορεία του παιδικού τραγουδιού και τη σύνδεσή του με το μύθο μάς κατατοπίζει η μελέτη του Αλέξη Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό…», που δημοσιεύτηκε στην Αυγή το 1994 και έπειτα το 2000 στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το μυθολογικό κενό (εκδ. Πόλις), ένα βιβλίο γενικότερα ενδιαφέρον, καθώς προσεγγίζει βασικούς μύθους της νεότερης ιστορίας.

Κορύφωση της διαδρομής του μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός πίνακας του Νικολάου Γύζη το 1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης («Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά…»). Η οπτικοποίηση πια του «κρυφού σχολειού» μαζί με τη συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά βιβλία εγκαθιστούν οριστικά στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού φιλελληνισμού και γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Που τον συντηρεί και τον υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις, προπάντων η Εκκλησία, αφού σ’ αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί σαν αυτονόητος ο εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Αγώνα.

Ώστε τουριστική ατραξιόν, είπα παραπάνω, το κρυφό σχολειό; Ο Παναγιώτης Στάθης, σε υπό έκδοση μελέτη του, όπου εξετάζει την πολυπλοκότητα του μύθου και τη σύνθετη διαδρομή του («Το κρυφό σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της ιστορίας»), παρακολουθεί συστηματικά την εξάπλωση των κρυφών σχολειών –όχι βεβαίως στην εποχή τους αλλά στην εποχή μας: «Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 τα κρυφά σχολειά ανά την Ελλάδα που έχω συναντήσει δεν ξεπερνούν τα 10. Πρόκειται για τα κρυφά σχολειά στις μονές Φιλοσόφου Δημητσάνας [...], Ντίλιου Ιωαννίνων, Αγίας Τριάδας Τήνου, Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας, και ίσως ακόμα στις μονές Φανερωμένης Ιεράπετρας, Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Λακωνίας, Άνω Δίβρης Ηλείας, καθώς και ένα τοπωνύμιο στην Ίο. Από αυτά δε μόνο τα τρία πρώτα εμφανίζονται προπολεμικά. Από τη δεκαετία του 1970 όμως τα “ανακαλυπτόμενα” κρυφά σχολειά αυξάνονται κατακόρυφα…» Και φτάνουν αισίως τα 102!

Από αυτά, τα περισσότερα «αναφέρονται σε ιστοσελίδες που έχουν στόχο, άμεσα ή έμμεσα, την τουριστική αγορά: σελίδες προβολής νομών, δήμων ή παλαιών κοινοτήτων, σελίδες τουριστικών επιχειρήσεων, σελίδες προβολής μοναστηριών». Όπου κελί, ανήλιαγο δωμάτιο ή κρύπτη, εκεί κι ένα κρυφό σχολειό. Ακόμα κι αν σε ορισμένα μετά βίας χωράει ένας άνθρωπος μόνος του. Ακόμα κι αν βρίσκονται μακριά από οικισμούς, όπου χρειαζόταν ταξίδι ολόκληρο για να φτάσει, και μάλιστα κρυφά, μικρό παιδί. Ακόμα κι αν πολλά εντοπίζονται σε μέρη όπου λειτουργούσε φανερά κοτζάμ ιερατική ή ανώτερη σχολή. Ακόμα κι αν ορισμένα από αυτά τοποθετούνται τώρα μέσα σε οθωμανικά κάστρα, όπως στα κάστρα της Κορώνης και του Άργους!

«Ο μύθος ριζώνει γερά μέσα μας» γράφει εύστοχα ο Αλέξης Πολίτης (σ. 70) «καθώς εδράζεται σε μια συμβολική ανάγνωση της ζωής, σε μια ποιητική, αναλογική πρόσληψη της πραγματικότητας».

Αλλά, σκέφτομαι εγώ καμιά φορά, η ποίηση μας μάρανε! Ιστορική αλήθεια και ιστορία του έθνους; Μπα, μπίζνες!

http://yannisharis.blogspot.com/2007/05/blog-post_911.html