Κάτω τα χέρια από τον εθνικό μας μύθο
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
Το έργο το έχουμε ξαναδεί και, δυστυχώς, θα το ξαναδούμε: άτομα απολύτως αναρμόδια μετατρέπονται με τη μεγαλύτερη ευκολία σε κριτές επιστημονικών θέσεων απλώς και μόνον επειδή οι θέσεις αυτές δεν είναι του
ιδεολογικοπολιτικού τους γούστου. Η ιστορία, και για την ακρίβεια η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας και γλώσσας, γίνεται έτσι κατά καιρούς αντικείμενο μιας σφοδρής διαμάχης, κατά την οποία κάποιες επιστημονικές προσεγγίσεις καταγγέλλονται ρητά ως πράξεις εθνικά ύποπτες αν όχι επικίνδυνες. Τελευταίο κρούσμα, οι αδιανόητες αντιδράσεις που προκάλεσε το βιβλίο του καθηγητή Αλκή Αγγέλου "Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου" ("Εστία" 1997), στο οποίο αναλύεται η διαδικασία συγκρότησης του συγκεκριμένου μύθου κατά τον 19ο αιώνα. Και για την ακρίβεια οι αντιδράσεις που προκάλεσε όχι το ίδιο το βιβλίο, αλλά μια αναφορά του πρακτορείου "Ασοσιέιτεντ" στο περιεχόμενό του επτά ολόκληρους μήνες μετά την έκδοσή του.
Αλλά η υπόθεση είναι πολλαπλά διδακτική και αξίζει να την παρακολουθήσουμε στις λεπτομέρειές της: Στις 12 του περασμένου Μαϊου, το "Ασοσιέιτεντ Πρες" διένειμε μια φωτογραφία, στην οποία απεικονίζεται η αναπαράσταση του Κρυφού Σχολειού με κούκλες που υπάρχει στη Μονή Πεντέλης. Το συνοδευτικό κείμενο βασιζόταν στις θέσεις του καθηγητή Αγγέλου, καθώς και σε δηλώσεις της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Κρήτης Ελισάβετ Ζαχαριάδου, η οποία υπογράμμιζε ότι "αυτές οι ιστορίες είναι μύθοι που δημιουργήθηκαν από την Εκκλησία για να ενισχύσει το γόητρό της". Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εμπειρία για να φανταστούμε τη συνέχεια: "Το 'Κρυφό Σχολειό' στο Ασος. Πρες με λεζάντα που αρνείται την αποστολή του!", ήταν ο εύγλωττος τίτλος του σχετικού δημοσιεύματος της "Καθημερινής", όπου, μεταξύ άλλων, μπορούσαμε να διαβάσουμε και τα εξής: "Υπεύθυνος για το όλο θέμα είναι ο καθηγητής πανεπιστημίου και ιστορικός Αλκής Αγγέλου, στο βιβλίο του οποίου αναφέρεται και από εκεί άντλησε την πληροφόρησή του το Ασος. Πρες για να κάνει την παρακάτω λεζάντα, η οποία, όμως, θα κάνει τους Τούρκους και τους φιλότουρκους πανευτυχείς!". Το δημοσίευμα συνέδεε τις θέσεις του καθηγητή Αγγέλου με τη συγκυρία, κατά την οποία αμφισβητείται "ο ρόλος του ράσου στην εποχή της Τουρκοκρατίας" και επικρίνεται ο "μνημειώδης λόγος του αρχιεπισκόπου κατά την ενθρόνισή του" και "όσα εκείνος είπε (...) για τον ρόλο που έπαιξε ο Κλήρος και η Ορθοδοξία στη διατήρηση του Ελληνισμού". Στο κλίμα αυτό, κατέληγε το άρθρο, η κίνηση του Ασοσιέιτεντ "μοιάζει να υπηρετεί και άλλους στόχους, εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Αγγέλου σε παγκόσμια κλίμακα! Η ουσία, όμως, είναι ότι σε όλο αυτό το ζήτημα (...) ισχύει για μια ακόμη φορά το 'εξ οικείων τα βέλη'..." (13/5).
Σταθήκαμε λίγο παραπάνω στο κείμενο της "Καθημερινής", γιατί κατά τη γνώμη μας εικονογραφεί με τον πιο σαφή τρόπο τον συνήθη μηχανισμό που, ακυρώνοντας κάθε έννοια επιστημονικής συζήτησης, επιτρέπει την εξουδετέρωση κάθε άποψης που τολμά να αμφισβητήσει μία ακόμη "εθνικώς πολύτιμη" μυθολογία. Πολύμοχθες εργασίες, ικανές να ανοίξουν ένα συναρπαστικό διάλογο μεταξύ ειδικών, ξεπετάγονται έτσι μέσα σε δυο αράδες, αρκεί να εμπίπτουν στην κατηγορία του "εθνικώς επιζήμιου" έργου. Ακολουθούν, σχεδόν νομοτελειακά, οι καταγγελίες περί "εθνικής μειοδοσίας", "ξένου δάκτυλου", "σύγχρονου Εφιάλτη" κ.ο.κ. Και για να επιστρέψουμε: "Οργή στην Εκκλησία για Ελληνα... Ρουσντί", πληροφορούσε η "Απογευματινή" της 13ης Μαϊου τους αναγνώστες της, εξηγώντας τους ότι το βιβλίο του καθηγητή Αγγέλου "έχει προκαλέσει την οργή της Εκκλησίας της Ελλάδος που κάνει λόγο για 'διαβολική προπαγάνδα'". Λίγες ημέρες αργότερα, ο "Αδέσμευτος Τύπος" φιλοξενούσε την αποστομωτική απάντηση ενός αντιπτέραρχου ε.α., του Χριστόδουλου Μεγγούλη, ο οποίος σημείωνε μεταξύ άλλων ότι "θα πρέπει να γνωρίζει ο κ. 'καθηγητής' (sic) ότι το Κρυφό Σχολειό υπήρχε και ίσως υπάρχει και σήμερα" (19/5). Δεν θα αργούσε και ο γνωστός για τις εθνικές του υπερευαισθησίες Σαράντος Καργάκος να σπεύσει και αυτός να αναφερθεί στο ζήτημα, συμβουλεύοντας μάλιστα τον αρχιεπίσκοπο να "μην εμπλακεί σε άγονες συζητήσεις" με ανθρώπους που δεν πρόκειται να πειστούν: "Κάποιοι λένε ότι δεν βρήκαν πουθενά γραμμένη, άρα μαρτυρημένη, την ύπαρξη 'Κρυφού σχολειού'. Ασφαλώς στα 'Κρυφά σχολειά' δεν υπήρχαν μαθητολόγια, επετηρίδες, βιβλία κ.λπ." ("Τύπος της Κυριακής, 7/6).
Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε. Είναι προφανές ότι αρκετοί από τους επικριτές της συγκεκριμένης μελέτης δεν έχουν καν μπει στον κόπο να τη διαβάσουν. Τους αρκεί -και τους εξοργίζει- το συμπέρασμά της. Αλλά και αν ακόμη την είχαν διαβάσει, θα έβρισκαν εξαιρετικά ύποπτο το βασικό της ερώτημα, την επιστημονική δηλαδή περιέργεια που οδηγεί στη διερεύνηση της διαδικασίας με την οποία συγκροτούνται και παγιώνονται κάποιοι δημοφιλείς μύθοι, οι ιστορικές εκείνες κατασκευές που ο Κ. Θ. Δημαράς ονόμασε κάποτε "εθνικές ανακρίβειες". Γιατί ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της θέσης πως σε ολόκληρη την Τουρκοκρατία δεν σώζεται καμία πληροφορία, ακόμη και έμμεση, που να μνημονεύει την ύπαρξη κρυφού σχολειού. Αναζητεί τα πρώτα ίχνη της σχετικής παράδοσης και τα εντοπίζει στην περίοδο του Αγώνα, συνδέοντάς τα με την προσπάθεια κάποιων λογίων να κινήσουν το ενδιαφέρον της φωτισμένης ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ των καταδιωκόμενων αλλά φιλομαθών Ελλήνων και κατά των απολίτιστων και βάρβαρων κατακτητών τους. Η παράδοση θα ενισχυθεί στα επόμενα χρόνια από τον ρομαντικό ρητορισμό της εποχής, αλλά και από την αυθαίρετη σύνδεσή της με το παιδικό δημοτικό τραγούδι "Φεγγαράκι μου λαμπρό", αναπόσπαστο στο εξής στοιχείο του μύθου. Αξίζει πάντως να σημειωθεί η σιγή που τήρησε η νεογέννητη τότε ιστορία της νεοελληνικής παιδείας, αρνούμενη να αφιερώσει έστω και μία αράδα στο κρυφό σχολειό. Στο γύρισμα ακριβώς του αιώνα, με την έκθεση του "Κρυφού Σχολειού" του Νικολάου Γύζη στην Ελλάδα και το ομώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ο μύθος μετατρέπεται σε σύμβολο. Το κρυφό σχολειό αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της νεοελληνικής παιδείας, απαραίτητο κεφάλαιο της διδακτέας σχολικής ύλης (βλ. ενδεικτικά το πρόγραμμα των εξαταξίων δημοτικών σχολείων του 1913 που δημοσιεύει η Χριστίνα Κουλούρη στο "Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία, 1834-1914", Αθήνα 1998).
Ο μύθος του κρυφού σχολειού παγιώθηκε, λοιπόν, σε μια εποχή κατά την οποία, όπως έδειξε πειστικά ο ιστορικός Ερικ Χομπσμπάουμ, κατασκευάστηκαν πάμπολλοι μύθοι και παραδόσεις των σύγχρονων ευρωπαϊκών -και όχι μόνον- κρατών. Να σταθούμε, ωστόσο, και σε ένα τελευταίο σημείο: Η μελέτη του Αλκή Αγγέλου ήταν έτοιμη από καιρό. "Λόγοι περιστασιακοί -περίοδος Χούντας κλπ.- δεν επέτρεψαν τότε τη δημοσίευσή της", μας πληροφορεί ο συγγραφέας στα προλεγόμενα του βιβλίου του. Ετσι περιορίστηκε σε μια "εντελώς συνοπτική παρουσίαση της κεντρικής ιδέας του" στον 10ο τόμο της "Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους" (1974). "Η πρώτη εκείνη στοιχειώδης διατύπωση των απόψεών μου προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, μία μάλιστα από τις οποίες που αφορούσε στην σημερινή εκπαίδευση είχε λάβει και δραματικό χαρακτήρα", διαβάζουμε λίγο παρακάτω. Θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις στις επόμενες σελίδες. Κλείνοντας, πάντως, θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι, τριάντα χρόνια μετά τη χούντα, οι αντιδράσεις δεν είναι και πολύ διαφορετικές. Αυτόκλητοι εθνοσωτήρες επιχειρούν και πάλι να κλείσουν μια συζήτηση που άνοιξε με το βιβλίο του Αγγέλου και τις σχετικές παρεμβάσεις του καθηγητή Αλέξη Πολίτη ("Αυγή" 25/3/94), του ιστορικού Παναγιώτη Στάθη ("Αυγή" 12/4/98), την αντίρρηση του καθηγητή Φάνη Κακριδή ("Το Βήμα" 22/2/98) κ.ο.κ. Ευχόμαστε να μην το πετύχουν.
Διδασκαλία στο σκοτάδι
Με ιδιαίτερο πάθος υποστηρίζει η Εκκλησία της Ελλάδας την ύπαρξη του κρυφού σχολειού, βασίζοντας στη σχετική παράδοση την επιχειρηματολογία της για τον εθνικοαπελευθερωτικό ρόλο του κλήρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και δεν θα ήταν περίεργο αν οι εκκλησιαστικοί διανοούμενοι επέμεναν απλώς στην αναπαραγωγή της γνωστής εικόνας του ταπεινού ρασοφόρου που με κίνδυνο της ζωής του διατήρησε άσβηστη τη φλόγα της ελληνικής παιδείας και της εθνικής συνείδησης του γένους στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς. Εκεί που τα πράγματα αρχίζουν και αποκτούν επικίνδυνες διαστάσεις είναι όταν εκπρόσωποι της Εκκλησίας επιχειρούν - και επιτυγχάνουν- τη φίμωση επιστημονικών απόψεων που δεν ταιριάζουν στο δικό τους ερμηνευτικό σχήμα, καταγγέλλοντάς τες μάλιστα ως εθνικώς επιβλαβείς και εκπορευόμενες από ύποπτα κέντρα.
Μία από τις περισσότερο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η αντίδραση της εκκλησίας στη δημοσίευση των απόψεων του καθηγητή Α. Αγγέλου για το κρυφό σχολειό στην "Ιστορία του Ελληνικού Εθνους" (10ος τόμος, 1974). Στην υπόθεση αναφέρεται διεξοδικά ο Ι. Μ. Χατζηφώτης σε φυλλάδιο με τίτλο "Το 'Κρυφό Σχολειό'" και υπότιτλο "Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας" που εκδόθηκε το 1978 στη σειρά "Κοινωνικά θέματα" των εκδόσεων της Αποστολικής Διακονίας. "Εργο κατά τα άλλα σοβαρό" κατά τον τέως εκπρόσωπο τύπου της Ιεράς Συνόδου, η "Ιστορία του Ελληνικού Εθνους" έκανε το σφάλμα να περιλάβει στις σελίδες της την αμφισβήτηση του κρυφού σχολειού, με αποτέλεσμα η θέση αυτή να περάσει και στα σχολικά εγχειρίδια. "Ετσι, η όλη υπόθεση έφθασε στη δημοσιότητα", εξηγεί ο κ. Χατζηφώτης. "Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμαρτυρήθηκε στον υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη κι εκείνος, προς τιμήν του, όπως αναφέρεται σε έγγραφο των Τμημάτων Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφημερίδα της 21/5/1978 έδωσε αμέσως εντολή, από τα υπό εκτύπωση νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθεί η φράση: 'Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιστορικής επιστήμης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας μύθος και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα', από τη σελίδα 173 της Ιστορίας της Γ' Λυκείου" (σ.6).
Οπως όμως μπορούμε να αντιληφθούμε από τη συνέχεια, η λογοκρισία των σχολικών βιβλίων δεν αρκούσε στους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Χρειαζόταν και η "αναθεώρηση" της ίδιας της "Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους", και μάλιστα σύμφωνα με συγκεκριμένες συστάσεις: "Η ίδια η 'Ιστορία του Ελληνικού Εθνους'", συνεχίζει απτόητος ο Ι. Μ. Χατζηφώτης, "πρέπει να πάρη υπ' όψη της σε μια προσεχή επανέκδοσή της αυτό που γράφει ο γενικός γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών, που φέρεται και ως μέλος του Εποπτικού της Συμβουλίου. Γράφει, λοιπόν, ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος: 'Το 1821 απετέλεσε την απαρχήν της καθάρσεως των Ελλήνων (...) Ο Δούρειος Ιππος διά την κάθαρσιν αυτήν ήτο η Ορδοδοξία, οι Κοινότητες, το Κρυφό Σχολειό και ο εμπορικός στόλος των υποδούλων Ελλήνων'" (στο ίδιο, σ. 6-7).
Δεν περιορίζεται, επομένως, η επίσημη εκκλησία στη δική της εκδοχή για την ιστορία. Επιδιώκει να την επιβάλει τόσο στα σχολικά εγχειρίδια όσο και στα ιστορικά έργα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί ενδεχομένως να ασκεί πιέσεις στους αρμόδιους υπουργούς (είδαμε παραπάνω τη σπουδή του κ. Βαρβιτσιώτη να εξαφανίσει την "αιρετική" άποψη από το βιβλίο της Γ' Λυκείου), αλλά την ίδια στιγμή αναδεικνύεται σε έναν πανίσχυρο λογοκριτικό μηχανισμό, ανήμπορο να συνομιλήσει με κάθε άποψη διαφορετική από τη δική του. Συμπεριφορές αυτού του τύπου παραπέμπουν σε άλλες εποχές, φέρνοντας στο νου εκείνο ακριβώς που οι εκπρόσωποι της εκκλησίας επιχειρούν σήμερα να ξορκίσουν: τις μεθόδους στις οποίες κατέφυγαν κάποτε κάποιοι υψηλά ιστάμενοι ιερωμένοι προκειμένου να απαλλαγούν μια και καλή από τις ενοχλητικές απόψεις των διαφωτιστών του καιρού τους.
Το κρυφό σχολειό συνιστά στο κλίμα αυτό μόνιμη πηγή έντασης: η αμφισβήτησή του εκλαμβάνεται από την εκκλησία ως συνολική αναίρεση του ρόλου της κατά την Τουρκοκρατία και τον Αγώνα και αντιμετωπίζεται με όρους πολεμικής αντιπαράθεσης. Χάνεται έτσι κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με εργασίες που διερευνούν ένα από τα συναρπαστικότερα κεφάλαια της νεοελληνικής ιστορίας: την κατασκευή των μύθων, τους μηχανισμούς της πρόσληψής τους, τα παράδοξα παιχνίδια της ιστορικής μνήμης.
Ενδεικτική είναι στο σημείο αυτό και παλαιότερη σχετική προσπάθεια του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου. Σε κείμενό του με τίτλο "Ενα νέο ύποπτο σύνθημα", ο τότε μητροπολίτης Δημητριάδος αποκάλυπτε εκείνους που βάλθηκαν να αναθεωρήσουν την "ιστορία μας": "Στην αρχή δεν καταλάβαμε πού το πήγαιναν οι σύγχρονοι αυτοί ρεβιζιονιστές, όταν όμως διαβάσαμε μερικά φυλλάδια και άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες, και όταν είδαμε στο βιβλίο της ιστορίας της Γ' Λυκείου να γράφεται πως σύμφωνα δήθεν με τα πορίσματα της νεωτέρας ιστορικής ερεύνης το περίφημο 'Κρυφό Σχολειό' δεν υπήρξε στην πραγματικότητα, αλλά είναι μύθος, τότε αντιληφθήκαμε τις αληθινές προθέσεις και επιδιώξεις των" ("Ο ρόλος της εκκλησίας το 1821", εκδ. "Η Χρυσοπηγή", σ. 6).
Η στάση αυτή μπορεί να ακυρώνει την ιστορική έρευνα, έχει ωστόσο και τα καλά της. Εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο εκείνο που τόσο πειστικά έδειξε ο καθηγητής Αγγέλου: ότι δηλαδή το κρυφό σχολειό αποτελεί ένα πανίσχυρο σύμβολο. Και τα σύμβολα, θα μπαίναμε στον πειρασμό να συμπληρώσουμε, δεν τα ερευνούμε. Απλώς τα πιστεύουμε.
Εθνικές επενδύσεις
Την ανθεκτικότητα της παράδοσης του κρυφού σχολειού στο χρόνο είχαμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε πολύ πρόσφατα, στα τέλη του 1993, όταν η αγορά του ομώνυμου πίνακα του Νικολάου Γύζη αντιμετωπίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως ένα ακόμη μείζον εθνικό θέμα. Αναφερόμαστε στη συγκίνηση που προκάλεσε τότε η είδηση ότι στη δημοπρασία των "Κρίστις" στην Αθήνα θα κρινόταν η τύχη του "Κρυφού Σχολειού", του γνωστού πίνακα που φιλοτεχνήθηκε στα 1886 και εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα στα 1900. Στα σχετικά δημοσιεύματα δεν θα συναντήσουμε ούτε την παραμικρή αναφορά στην καλλιτεχνική αξία του έργου. Το πάνδημο αίτημα εκείνων των ημερών συνοψιζόταν στο πέρασμα του πίνακα σε "καλά ελληνικά χέρια", ικανά να διαχειριστούν εθνωφελώς τον πολύτιμο θησαυρό. Και δεν έλειψαν και οι υπαινιγμοί κατά της ελληνικής πολιτείας που στάθηκε ανήμπορη να "κρατήσει στην Ελλάδα έναν τόσο σημαντικό πίνακα με θέμα εθνικό" ("Καθημερινή", 25-26/12/93).
Κατόπιν αυτών, η αγορά του πίνακα από τον Πρόδρομο Εμφιετζόγλου, πρόεδρο της "Μηχανικής Α.Ε." και εργολάβο δημόσιων έργων, έναντι 170 εκατ. χαιρετίστηκε από τους πάντες με ανακούφιση. Ο νέος ιδιοκτήτης του πίνακα υπήρξε εξάλλου σαφής ως προς τους λόγους που τον ώθησαν στη συγκεκριμένη επένδυση: "Η αγάπη για την τέχνη δεν είχε καμία σχέση μ' αυτή την κίνηση. Εγώ, 'Το Κρυφό Σχολειό' θα το 'παιρνα ακόμη και αν έπρεπε να ξεπουλήσω ό,τι είχα και δεν είχα. Γιατί 'Το Κρυφό Σχολειό' δεν είναι για μένα ένα έργο τέχνης (...). 'Το Κρυφό Σχολειό' είναι κομμάτι της ιστορίας της πατρίδας μας. Και είναι, ακριβώς, κάτι που θα θυμίσει σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Οτι, πάνω από τα ταπεινά, υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν, περήφανα, οι πατέρες μας. Περήφανα. Αυτή η περηφάνια μάς λείπει. Και 'Το Κρυφό Σχολειό' θα δώσει σε κάθε ένα από απ' αυτά τα παιδιά αυτή την περηφάνια!" (στο ίδιο).
Κτίσμα δίχως θεμέλια
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από άρθρο του Γιάννη Βλαχογιάννη που δημοσιεύτηκε στη "Νέα Εστία" με τίτλο "Το κρυφό σκολειό" (15 Αυγούστου 1945, τεύχος 436, σ. 678-683). Συστηματικός μελετητής του θέματος, ο Βλαχογιάννης υπήρξε ένας από τους πρώτους ερευνητές που αμφισβήτησαν την ύπαρξη του κρυφού σχολειού:
Βρήκανε λοιπόν πως κατά τα χρόνια εκείνα τα παλιά η παιδεία μας κατατρεχόταν από τους Τούρκους αλύπητα και το τελευταίο της καταφύγιο, άγιο βήμα μυστικό ήταν το κρυφό σκολειό. Εκεί, νύχτα βαθειά στέλναν οι μαννάδες τα παιδιά τους και με τη λαχτάρα που είχανε στην καρδιά, τα μαθαίναμε να λένε στο δρόμο το γνωστό παιδιάτικο τραγούδι, που είναι και νανούρισμα μαζί, τραγούδι σ' όλους γνωστό, που λέει:
Φεγγαράκι μου λαμπρό/ φέγγε μου να περπατώ,/ να πηγαίνω στο σκολειό,/ να μαθαίνω γράμματα,/ του Θεού τα πράματα.
Ανάμεσα σ' όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ' εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίτοτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι.
Φαίνεται λοιπόν πως για τους παιδαγωγικούς ρήτορες που ανάφερα, άλλη δεν υπάρχει μαρτυριά παρά το ίδιο εκείνο μοναχό περίφημο τραγούδι.
Ομως, αν και για την ύποφτή μου κρίση δε φτάνει το τραγούδι, ας το ξετάσουμε κι' αυτό. Ερχεται λοιπόν η απορία πρώτα, πώς του κρυφού σκολειού τα μαθητούδια, που νύχτα πηγαίνανε στο σκολειό -κι' αυτό θα βρισκόταν έξω από το χωριό, λοιπόν σε μοναστήρι είτε σε ρημοκλήσι- πώς τ' ανήσυχα παιδιά, όλο φωνές, και γέλια και παιχνίδια στο δρόμο τους θα ξεφεύγανε την προσοχή των Τούρκων. Και δεν ήτανε των Τούρκων μοναχά ο κίντυνος -ας τον παραδεχθούμε μια στιγμή- αλλά νύχτα στην ερημιά ήτανε και λύκοι. Και πρώτα απ' όλα ήτανε της μάννας η λαχτάρα κι' όλου του χωριού. Τάχα τα παιδιά παίρνανε στο δρόμο τους κανένα φύλακα μιστωτό του χωριού; Τάχα τα συνόδευε κανένας πατέρας, αδελφός με τη σειρά του; Σοβαρές απορίες, ανησυχίες ρητορικές, που τις χαρίζω στον άγρυπνο της Εθνικής παιδείας ρήτορα.
Ολο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ' ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιανόνταν από τα μαλλιά και γινόνταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά.
Ομως αυτό γινόταν στις χώρες με τα μεγάλα σκολειά ή στα μεγάλα μοναστήρια, όχι ποτέ μέσ' στα χωριά. Επειτα, αν ήταν η κατώτατη παιδεία απαγορευμένη από τους Τούρκους, θα τολμούσε μάννα να στείλη το μακρό της μακρυά κι' ο Τούρκος πάλι θα ήταν τάχα δύσκολο ν' ανακαλύψη τα παιδιά των χριστιανών να περνάνε παίζοντας και φωνάζοντας στο δρόμο τους; (...)
Είναι λοιπόν παλιό υποχρεωτικό συνήθιο να πηγαίνη ο παπάς αξημέρωτα στην εκκλησιά και περισσότερο άμα είχε και μαθηταρούδια να προσέξη στο νάρτηκα είτε και μέσα στα σκαλοπάτια του εικονοστάσιου, όπου βοηθούσανε και τ' αναμμένα καντήλια. Ο δάσκαλος παπάς μπορούσε νάταν και διάκος ή και γερομόναχος. Κάθε μαννούλα έπρεπε να ετοιμάση, να καλοπιάση το μισοξύπνητο παιδί για να το ξεκινήση. Και στεκόταν η μάννα πίσω, έλεγε στ' άλλο το μικρότερο πούχε στο πλευρό της το νανούρισμα, για να το κάμη κι' εκείνο ν' αγαπάη τ' αγουροξύπνημα... και το Κρυφό σκολειό!
ΣΤΟ ΟΡΙΟ
ΤΡΑΠΕΖΟΓΡΑΜΜΑΤΙΟ. Πώς να τα βάλει κανείς με το μύθο, όταν ολόκληρο κρυφό σχολειό κυκλοφορεί καθημερινά από χέρι σε χέρι; Εξηγούμαστε: Το διακοσάδραχμο, το χαρτονόμισμα τελευταίας κοπής που τυπώθηκε πρόσφατα, απεικονίζει από τη μία του πλευρά τον Ρήγα Φεραίο και από την άλλη τον πίνακα του Νικολάου Γύζη "Κρυφό Σχολειό". Γενιές Ελληνόπουλων έχουν εξάλλου μεγαλώσει συναντώντας τον πίνακα διαρκώς στα σχολικά τους βιβλία, με αποτέλεσμα το έργο να έχει μετουσιωθεί στη συνείδησή τους από καλλιτεχνική αναπαράσταση σε ιστορική μαρτυρία.
ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ. Κάμποσο καιρό προτού αρχίσουν τα λεξικογραφικά του βάσανα, ο καθηγητής γλωσσολογίας είχε αναφερθεί στο κρυφό σχολειό σε συμπόσιο με θέμα "Ορθοδοξία και Παιδεία", στο πλαίσιο γενικότερης τοποθέτησής του σχετικά με τον επανακαθορισμό του μαθήματος των θρησκευτικών στο σχολείο και το ρόλο που μπορούν να αναλάβουν τα Αρσάκεια Σχολεία των οποίων προϊσταται: "Η Ορθοδοξία πρέπει να εγκαταλείψει την τακτική της άμυνας και να περάσει στην επίθεση", είχε πει ο Γ. Μπαμπινιώτης. Και θύμισε στους συνέδρους ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε μαχητικό κομμάτι του ελληνικού έθνους και πέρα για πέρα προοδευτικό, άλλοτε αγωνιζόμενη για το Φωτισμό του Γένους με το κρυφό σχολειό, άλλοτε μαχόμενη εναντίον του προσηλυτισμού και της ξένης θρησκευτικής προπαγάνδας (7/12/96).
ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ. Την επιβίωση της παράδοσης του κρυφού σχολειού μαρτυρεί η παρακάτω είδηση που δημοσιεύτηκε προ καιρού στη "Ε": "Στους νέους δημητσανίτικης καταγωγής που πέτυχαν στις πανελλήνιες εξετάσεις για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ απονέμει το βραβείο 'Κρυφό Σχολειό' η Αδελφότητα Δημητσανιτών 'Γρηγόριος Ε'', σε εκδήλωση για την κοπή της βασιλόπιτας, αύριο στις 11.30 στο ξενοδοχείο 'Novotel'" (20/1/96).
ΕΝΟΧΕΣ. Ενοχοποιημένοι που δεν κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν τα 170 εκατομμύρια δραχμές για το "Κρυφό Σχολειό" του Νικολάου Γύζη, οι εκπρόσωποι της ελληνικής πολιτείας αναφέρθηκαν επανειλημμένα στην εθνική σημασία του έργου. Ησυχη και ευχαριστημένη που ο πίνακας πέρασε τελικά σε καλά χέρια, αφού το υπουργείο Πολιτισμού δεν είχε δυστυχώς τόσα χρήματα, δήλωνε η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη (23/12/93). Από την πλευρά του, ο υπουργός Παιδείας Δημήτρης Φατούρος προχωρούσε σε μια εύγλωττη παρομοίωση: "Αν δεν είναι πολιτισμός η παιδεία, τότε τι είναι;", αναρωτήθηκε κατά τα εγκαίνια της έκθεσης με θέμα το παιδί στη νεοελληνική τέχνη, όπου εκτέθηκε και το "έργο- σταρ" (ο χαρακτηρισμός των εφημερίδων της εποχής). Και ευχήθηκε στη συνέχεια τα ανοικτά σχολεία του σήμερα να έχουν τη δύναμη του κρυφού σχολειού (16/12/93).
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ. Το κακοτυπωμένο ασπρόμαυρο "Κρυφό Σχολειό" του σχολικού της βιβλίου νοσταλγούσε και η Κατερίνα Δασκαλάκη την εποχή που η τύχη του πίνακα είχε γίνει πρωτοσέλιδο. Και συμπλήρωνε: "Ξέρουμε ότι η ελληνική πολιτεία δεν άντεξε ν' αντιμετωπίσει την τιμή που ανέβαινε... ανέβαινε... Η ελληνική πολιτεία έχει χρήματα να ξοδεύει για προεκλογικές καμπάνιες 'προς ενίσχυση των κομμάτων', ιδίως όταν η ενίσχυση αυτή καταλήγει και στις παντός είδους ασχημίες που αντιμετωπίσαμε κατά τις πρόσφατες εκλογές. Δεν της περισσεύουν για τέτοια. Δεν της περισσεύουν για να κρατήσει ένα θησαυρό και να τον δείχνει στα παιδιά της: 'μη σκιάζεστε στα σκότη...'" ("Μεσημβρινή" 15/12/93).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Αλκη Αγγέλου, "Το κρυφό σχολειό. Χρονικό ενός μύθου" (Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Αθήνα 1997). Ανάλυση της διαδικασίας η οποία οδήγησε κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα στην κατασκευή ενός από τους ισχυρότερους νεοελληνικούς μύθους. Ο συγγραφέας επιμένει στους όρους της συγκρότησης και της διάδοσης του μύθου και προτείνει τη συγκεκριμένη μελέτη ως ολοκλήρωση της εργασίας του για τη διάρθρωση και λειτουργία της εκπαίδευσης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Παναγιώτη Στάθη, "Το κρυφό σχολειό" (άρθρο δημοσιευμένο στα "Ενθέματα" της "Κυριακάτικης Αυγής", 12 Απριλίου 1998). Ενδιαφέρουσα κριτική ανάγνωση του βιβλίου του Αλκή Αγγέλου που προτείνει ένα διαφορετικό σχήμα για την πρόσληψη και διάδοση της μυθολογίας περί κρυφού σχολειού. Κατά τον συγγραφέα, ο συγκεκριμένος μύθος υπήρξε ιδιαίτερα ευέλικτος, με αποτέλεσμα να υιοθετηθεί από ένα ευρύτατο φάσμα διανοουμένων του 19ου αιώνα, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν τόσο οπαδοί του Διαφωτισμού όσο και εκπρόσωποι της γενιάς του '80.
Αλέξη Πολίτη, "Φεγγαράκι μου λαμπρό... Απόπειρα για ένα μικρό σχεδίασμα της ιστορικής διαδρομής του μύθου του 'Κρυφού Σχολειού'" ("Αυγή", 25 Μαρτίου 1994). Οι μύθοι, κατά τον Α. Πολίτη, δεν αντιμετωπίζονται με λογικά ή ιστορικά επιχειρήματα. Γιατί αυτό που τους θρέφει δεν είναι η άγνοια ούτε η αφέλεια. "Είναι η ψυχολογική απαίτηση - μια αναπλήρωση είτε συνειδητή είτε ασυνείδητη".
Eric Hobsbawm, Terence Ranger (επιμ.), "The Invention of Tradition" (εκδ. Cambridge University Press, Κέμπριτζ και Νέα Υόρκη 1993). Στις σελίδες του συλλογικού αυτού τόμου αναλύονται οι μηχανισμοί με τους οποίους συγκροτήθηκαν στα τέλη κυρίως του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού πολλές από τις "παραδόσεις" και τους μύθους στους οποίους στηρίζουν την εθνική τους ταυτότητα τα σύγχρονα κράτη. Το κύριο ενδιαφέρον της συλλογής εντοπίζεται στη μεθοδολογική της πρόταση, χάρη στην οποία φωτίζονται μερικά από τα ισχυρότερα ιστοριογραφικά ταμπού.
Σπύρου Ασδραχά, "Ιστορικά απεικάσματα" (εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1995). Στα άρθρα της συλλογής (πρωτοδημοσιεύτηκαν στην "Καθημερινή" από το 1992- 1994) μπορεί κανείς να αναζητήσει σημαντικές νύξεις για το θέμα της συγκρότησης των ιστορικών μύθων, το ρόλο των ιστορικών και την κατασκευή της μνήμης. Σημειώνουμε ιδιαίτερα τα "Δικανική ιστορία" (σ. 37-40) και "25 Μαρτίου" (σ. 101-104).
Ελευθεροτυπία, 30/8/1998
Τα Νέα, 3.4.2004
Για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που τον γιορτάζουμε στη Λαύρα τη μέρα που εκείνος ήταν στην Πάτρα, και για το κρυφό σχολειό, που ήταν όμως φανερό, λέγαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα. Και τ’ αφήσαμε στη μέση. Πέρασε στο μεταξύ η 25η Μαρτίου, κατά τα γνωστά, με παρελάσεις και κάθε λογής θεατρικά: Όπου το «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ» το απάγγειλε ολόκληρο, μέσα στην εκκλησία, ο ξέρετε ποιος.
διαβάστε τη συνέχεια...
Έγραφα ότι η νεότερη ιστοριογραφία αποδεικνύει πως το περίφημο κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, και ούτε είχε λόγο να υπάρξει, καθώς η εκπαίδευση τα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε απρόσκοπτα. Αυτά μας έλεγαν άλλωστε και παλαιότεροι, όπως είδαμε με σχετικά παραθέματα, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, αλλά και ο Μανουήλ Γεδεών, μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Συνεχίζω με άλλο ένα παράθεμα του Γεδεών, αντλημένο και αυτό από την ειδική μελέτη του Άλκη Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολειό: χρονικό ενός μύθου (Εστία, 1997): «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Αυτά γράφει το 1939 ο «του ανατολικού κλίματος» λόγιος.
Αλλά ήδη το 1820, μέσα δηλαδή στην Ιστορία της εποχής, ο επιφανής κληρικός και δάσκαλος του Γένους Νεόφυτος Βάμβας, που μεγαλουργεί στο περιλάλητο –και ελεύθερο, φυσικά– Γυμνάσιο της Χίου, λέει: «Είτε από αδιαφορία είτε ως αρχή η Υψηλή Πύλη δεν αντιτάχθηκε καθόλου στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας».
Και το 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έτσι βασικός ιστορικός του Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία «η λατρεία των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους [...]· επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις». Το ειδικό βάρος αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη σχολή της πατρίδας του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και στη Μονή Φιλοσόφου λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα –και βασικά για τη δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου– κρυφά σχολειά. Πώς δεν μνημονεύει λοιπόν ο Δημητσανίτης τη μετέπειτα «τουριστική ατραξιόν» της ιδιαίτερης πατρίδας του;
Έτσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία αλλά ούτε και η κοινή λογική μπορεί να συνδέσει την απαγόρευση αυτών που θα λέγαμε σήμερα «δημοτικά σχολεία» –που ήταν περίπου αυτοσχέδια και υποτυπώδη, όπως σ’ ολόκληρη την Ευρώπη την εποχή εκείνη– με την απρόσκοπτη λειτουργία ανώτερων εκπαιδευτηρίων και πατριαρχικών ακαδημιών, από το Γυμνάσιο της Χίου που αναφέραμε πιο πάνω ώς τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Και πώς να απαγορευόταν η κατώτερη εκπαίδευση, λόγου χάρη στα ορεινά χωριά, όπου στα περισσότερα σπάνια είδαν Τούρκο, πέρα από τη μία φορά το χρόνο που περνούσε να εισπράξει το φόρο (αν δεν ήταν και πάλι ο κοτζαμπάσης); Ή και σε νησιά ολόκληρα, στις Κυκλάδες, όπου στα περισσότερα δεν έχουμε μόνιμη εγκατάσταση Τούρκων; Και πιο χαρακτηριστικά στην Τήνο, που μόλις τον 18ο αιώνα πέφτει στα χέρια των Τούρκων, χωρίς και πάλι ν’ αλλάξει τίποτα στη ζωή των κατοίκων της, «με την καθολική απουσία Τούρκων από το νησί» (Αγγέλου, σ. 60); Κι όμως, στην Τήνο θρυλείται λειτουργία κρυφού σχολειού, και από εκεί μας έρχεται, έμμεσα εννοείται, ο γνωστός πίνακας του –Τηνιακού– Νικολάου Γύζη, ζωγραφισμένος το 1886 στη Γερμανία.
Μύθος λοιπόν το κρυφό σχολειό, και μάλιστα όψιμος, που γεννιέται στα μέσα πια του 19ου αιώνα, αφού από ολόκληρη την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει καμία απολύτως μαρτυρία. Τη συναρπαστική, από μια άποψη, σύστασή του την ανιχνεύει βήμα προς βήμα ο Άλκης Αγγέλου. Στη μελέτη που ανέφερα πιο πάνω παρακολουθούμε μια διαδρομή η οποία ξεκινά, στα χρόνια του Αγώνα, από τη συνάντηση της εθνικής σκοπιμότητας –όταν προσπαθούμε να τραβήξουμε το σπλαχνικό βλέμμα των ξένων δυνάμεων– με τη λαογραφία, όπου το ευρύτατα διαδομένο παιδικό τραγουδάκι-νανούρισμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» θεωρήθηκε ότι περιγράφει τα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, μες στους λύκους, να πάνε κρυφά απ’ τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα.
Κι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού (Φωριέλ 1824, Σάντερς 1844, Πάσσοβ 1860 κ.ά.) δεν γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό. Ειδικότερα για την πορεία του παιδικού τραγουδιού και τη σύνδεσή του με το μύθο μάς κατατοπίζει η μελέτη του Αλέξη Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό…», που δημοσιεύτηκε στην Αυγή το 1994 και έπειτα το 2000 στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το μυθολογικό κενό (εκδ. Πόλις), ένα βιβλίο γενικότερα ενδιαφέρον, καθώς προσεγγίζει βασικούς μύθους της νεότερης ιστορίας.
Κορύφωση της διαδρομής του μύθου και αποκρυστάλλωσή του αποτελεί ο σχετικός πίνακας του Νικολάου Γύζη το 1886, και το ποίημα που εμπνέεται από αυτόν το 1899 ο Ιωάννης Πολέμης («Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά…»). Η οπτικοποίηση πια του «κρυφού σχολειού» μαζί με τη συστηματική διδασκαλία του ποιήματος από τα σχολικά βιβλία εγκαθιστούν οριστικά στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση έναν μύθο οπωσδήποτε γοητευτικό, τέκνο της μεγαλύτερης έξαρσης του ρομαντικού φιλελληνισμού και γενικότερα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Που τον συντηρεί και τον υπερασπίζεται, με νύχια και με δόντια και με λογοκριτικές παρεμβάσεις, προπάντων η Εκκλησία, αφού σ’ αυτόν ειδικά το μύθο επιχειρείται να εμφανιστεί σαν αυτονόητος ο εθνοσωτήριος ρόλος της κατά την τουρκοκρατία και τον Αγώνα.
Ώστε τουριστική ατραξιόν, είπα παραπάνω, το κρυφό σχολειό; Ο Παναγιώτης Στάθης, σε υπό έκδοση μελέτη του, όπου εξετάζει την πολυπλοκότητα του μύθου και τη σύνθετη διαδρομή του («Το κρυφό σχολειό: διαδρομές του μύθου, διαδρομές της ιστορίας»), παρακολουθεί συστηματικά την εξάπλωση των κρυφών σχολειών –όχι βεβαίως στην εποχή τους αλλά στην εποχή μας: «Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 τα κρυφά σχολειά ανά την Ελλάδα που έχω συναντήσει δεν ξεπερνούν τα 10. Πρόκειται για τα κρυφά σχολειά στις μονές Φιλοσόφου Δημητσάνας [...], Ντίλιου Ιωαννίνων, Αγίας Τριάδας Τήνου, Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας, και ίσως ακόμα στις μονές Φανερωμένης Ιεράπετρας, Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Λακωνίας, Άνω Δίβρης Ηλείας, καθώς και ένα τοπωνύμιο στην Ίο. Από αυτά δε μόνο τα τρία πρώτα εμφανίζονται προπολεμικά. Από τη δεκαετία του 1970 όμως τα “ανακαλυπτόμενα” κρυφά σχολειά αυξάνονται κατακόρυφα…» Και φτάνουν αισίως τα 102!
Από αυτά, τα περισσότερα «αναφέρονται σε ιστοσελίδες που έχουν στόχο, άμεσα ή έμμεσα, την τουριστική αγορά: σελίδες προβολής νομών, δήμων ή παλαιών κοινοτήτων, σελίδες τουριστικών επιχειρήσεων, σελίδες προβολής μοναστηριών». Όπου κελί, ανήλιαγο δωμάτιο ή κρύπτη, εκεί κι ένα κρυφό σχολειό. Ακόμα κι αν σε ορισμένα μετά βίας χωράει ένας άνθρωπος μόνος του. Ακόμα κι αν βρίσκονται μακριά από οικισμούς, όπου χρειαζόταν ταξίδι ολόκληρο για να φτάσει, και μάλιστα κρυφά, μικρό παιδί. Ακόμα κι αν πολλά εντοπίζονται σε μέρη όπου λειτουργούσε φανερά κοτζάμ ιερατική ή ανώτερη σχολή. Ακόμα κι αν ορισμένα από αυτά τοποθετούνται τώρα μέσα σε οθωμανικά κάστρα, όπως στα κάστρα της Κορώνης και του Άργους!
«Ο μύθος ριζώνει γερά μέσα μας» γράφει εύστοχα ο Αλέξης Πολίτης (σ. 70) «καθώς εδράζεται σε μια συμβολική ανάγνωση της ζωής, σε μια ποιητική, αναλογική πρόσληψη της πραγματικότητας».
Αλλά, σκέφτομαι εγώ καμιά φορά, η ποίηση μας μάρανε! Ιστορική αλήθεια και ιστορία του έθνους; Μπα, μπίζνες!
http://yannisharis.blogspot.com/2007/05/blog-post_911.html