Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Ευρωκαταδίκη Ελλάδας με υποχρέωση κατάργησης θρησκευτικού όρκου

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

4 Ιουνίου 2010


http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:hh7xNDJYnXwJ:cm.greekhelsinki.gr/uploads/2010_files/ghm1298_echr_oath_greek.doc+%CE%B5%CE%BB%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BA%CE%B9+%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82&cd=1&hl=el&ct=clnk&gl=gr

Μονόδρομος ο πολιτικός όρκος


Προβληματίζεται σοβαρά η κυβέρνηση και μελετά το ενδεχόμενο να προχωρήσει σύντομα σε πλήρη κατάργηση του θρησκευτικού όρκου σε δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες.

Καταλύτη των εξελίξεων αποτελεί η υπόθεση του δικηγόρου Θ. Αλεξανδρίδη. Αρνήθηκε να δώσει θρησκευτικό όρκο ως δικηγόρος και προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκαλώντας τον Φεβρουάριο του 2008 την καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης.

Εκτοτε έχουν κατατεθεί από άλλους δικηγόρους πολλές ακόμη προσφυγές κατά της χώρας μας, η οποία καλείται τώρα να προσαρμοστεί άμεσα με την ευρωπαϊκή νομολογία στο θέμα αυτό. Ηδη το Δικαστήριο, ενόψει και των νέων δικών που έρχονται το 2010, με αλλεπάλληλα ερωτήματά του προς την κυβέρνηση ζητά να μάθει τι έχει κάνει η χώρα μας, για να εφαρμόσει την παραπάνω καταδικαστική απόφαση.

Αυτό πολύ απλά σημαίνει πως η κυβέρνηση, για να αποφύγει νέες καταδίκες και διεθνή διασυρμό της χώρας, πρέπει πολύ σύντομα να απαλείψει οριστικά από τους Κώδικες Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας τον Κώδικα περι δικηγόρων, τον Κώδικα δημοσίων υπαλλήλων και τους στρατιωτικούς κανονισμούς, κάθε αναφορά σε θρησκευτικό όρκο υπαλλήλων και πολιτών, έστω και εάν αυτός προβλέπεται προαιρετικά!

Σήμερα ο Δημασιοϋπαλληλικός Κώδικας και οι Κώδικες Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας καθιερώνουν εναλλακτικά στο θρησκευτικό όρκο, τη διαβεβαίωση. Οποιος (υπάλληλος ή μάρτυρας σε δίκη) δηλώσει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία, μπορεί να επικαλεσθεί την τιμή και τη συνείδησή του. Ομως και αυτή η δυνατότητα δεν κρίνεται ικανοποιητική από την ευρωπαϊκή νομολογία, καθώς προϋποθέτει την προηγούμενη αρνητική δήλωση του εμπλεκόμενου πολίτη και οδηγεί στην έμμεση αποκάλυψη των θρησκευτικών του φρονημάτων (ότι δεν δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος).

Ετσι, ο μόνος νομοθετικός δρόμος που απομένει στην κυβέρνηση είναι να επιβάλει παντού, υποχρεωτικά, τη διαβεβαίωση (πολιτικό όρκο), απομακρύνοντας τα ιερά ευαγγέλια από δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες. Και σύμφωνα με πληροφορίες, προς αυτή την κατεύθυνση σχεδιάζονται οι επικείμενες προσαρμογές, καθώς δεν υπάρχει άλλη ενδιάμεση λύση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Τα άρθρα των κωδίκων θα ορίζουν, για παράδειγμα, πως ο μάρτυρας, ο ένορκος ή ο πραγματογνώμονας επικαλούνται την τιμή και τη συνείδησή τους για να καταθέσουν την αλήθεια στο δικαστήριο. Το ίδιο θα ισχύει προφανώς και για τους στρατιωτικούς και τους δημοσίους υπαλλήλους. Η λέξη «ορκίζομαι» θα πρέπει να αντικατασθεί με τις λέξεις «δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου ότι...».

Κατάλοιπο παλαιών αντιλήψεων, ο θρησκευτικός όρκος ενώπιον Ευαγγελίου (τον οποίον ειρήσθω εν παρόδω δεν δίδουν οι ιερείς και οι άνθρωποι της Εκκλησίας), αποτελεί στις μέρες μας αρνητικό σύμβολο ενός ιδιότυπου θεσμικού αναχρονισμού. Ο ιδιαίτερος ρόλος που η Εκκλησία έπαιξε κατά καιρούς στην Ελλάδα και οι στενοί δεσμοί της με την καθεστωτική εξουσία, αιτιολογούν άλλωστε την ελληνική καθυστέρηση στον τομέα αυτόν.

Η κατάργηση διά νόμου του θρησκευτικού όρκου, προαναγγέλλει μια συνολική ρύθμιση των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, σε θεσμικό και οικονομικό επίπεδο (βλέπε περιουσία), ώστε οι ρόλοι να παραμείνουν καθαροί και απολύτως διακριτοί. Το ζητούμενο είναι σε ποιο βαθμό θα αντιδράσει η ιεραρχία και ποιες υποχωρήσεις είναι διατεθειμένη να κάνει σ' έναν επικείμενο «ιστορικό συμβιβασμό» με το κράτος.

Στις δεκάδες προσφυγές που οι δικηγόροι (του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι) κατέθεσαν κατά της χώρας μας και οι οποίες εκκρεμούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, υποστηρίζουν πως σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες αναγκάσθηκαν να δηλώσουν ότι δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, γεγονός που παραβίασε το δικαίωμά τους να μην δημοσιοποιούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις (αρνητική θρησκευτική ελευθερία).

Στην υπόθεση Αλεξανδρίδη, το Ευρωδικαστήριο εκτίμησε ότι η ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων εμπεριέχει επίσης και μια αρνητική πλευρά, δηλαδή το δικαίωμα του ατόμου να μην είναι αναγκασμένο να εκδηλώσει το θρήσκευμά του.

Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η απόφαση του οποίου έχει υπερνομοθετική ισχύ στην Ελλάδα, οι κρατικές αρχές δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν στον τομέα της ελευθερίας συνείδησης του ατόμου και να ζητούν να μάθουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Αυτό μάλιστα ισχύει ακόμη περισσότερο όταν το πρόσωπο είναι αναγκασμένο να ενεργήσει έτσι προκειμένου να ασκήσει ορισμένα καθήκοντα, ιδίως δε στην περίπτωση της ορκωμοσίας!

Το σκεπτικό αυτό, σε συνδυασμό με την προηγούμενη απόφαση του Ευρωδικαστηρίου για βουλευτή του Σαν Μαρίνο (υπόθεση Bouscarini, 1999), με την οποία ο θρησκευτικός όρκος δεν θεωρείται προϋπόθεση ανάληψης καθηκόντων από βουλευτές, δημουργεί νέα δεδομένα στο εγχώριο τοπίο των σχέσεων κράτους - Εκκλησίας. Και προφανώς ανοίγει διάπλατα το δρόμο για πλήρη κατάργηση και του θρησκευτικού όρκου που εξακολουθούν να δίδουν σήμερα, βάσει του Συντάγματος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και βουλευτές. *

Τι ισχύει στην Ευρώπη

Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα της Ευρώπης, όπου η επίσημη Εκκλησία έχει τόσο πολλούς και στενούς δεσμούς με την κρατική εξουσία. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, με πλούσια παράδοση θρησκευτικής επιρροής, έχουν επιβληθεί συνθήκες διαχωρισμού πολιτείας - Εκκλησίας, σε όλα τα επίπεδα.

Καθεστώς απόλυτου διαχωρισμού κράτους και Εκκλησίας, έχουν ουσιαστικά πέντε ευρωπαϊκά κράτη. Σύμφωνα με μελέτη της καθηγήτριας του Παντείου, Πηνελόπης Φουντεδάκη, οι χώρες αυτές είναι:

* Η Γαλλία, ήδη από την αστική επανάσταση με το Σύνταγμα του 1791. Υπάρχει ρητή αναφορά στον λαϊκό χαρακτήρα του κράτους ενώ απαγορεύεται η χρηματοδότηση οποιασδήποτε θρησκείας.

* Η Πορτογαλία, χώρα όπου η καθολική Εκκλησία έχει επιρροή, αλλά στην οποία το Σύνταγμα του 1976 θεσπίζει ρητά τον διαχωρισμό. Εκεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίζεται στην τιμή του ενώ το κράτος δεν χρηματοδοτεί κανένα θρήσκευμα.

* Η Ολλανδία, το Βέλγιο, όπου ο βασιλέας ορκίζεται ενώπιον των νομοθετικών σωμάτων χωρίς θρησκευτικές αναφορές και η Ελβετία.

Καθεστώς διαχωρισμού έχουν ακόμη άλλα επτά κράτη:

* Η Ιταλία, από το 1984 κατήργησε τον καθολικισμό ως επίσημη Εκκλησία του κράτους. Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δίδεται ενώπιον των νομοθετικών σωμάτων και δεν εμπεριέχει θρησκευτικές αναφορές. Το ίδιο συμβαίνει και με τον όρκο του Ιταλού πρωθυπουργού και των μελών της κυβέρνησης. Μετά τον διαχωρισμό, το 1985, εφαρμόσθηκε φορολογία υπέρ της καθολικής Εκκλησίας και στη συνέχεια των άλλων θρησκευμάτων ανάλογα με τη δήλωση-επιλογή του φορολογούμενου.

* Στη Γερμανία, ισχύει η αμοιβαία ανεξαρτησία του κράτους και της Εκκλησίας καθώς και η αρχή της ιδεολογικής ουδετερότητας του κράτους. Ωστόσο στο προοίμιο του Συντάγματος υπάρχει αναφορά στον Θεό χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερη θρησκεία, ενώ στο τέλος του όρκου του Γερμανού προέδρου, προστέθηκε (κατά το αμαρικάνικον) η φράση: «Είθε να με βοηθήσει ο Θέος». Επιβάλλεται ειδικός εκκλησιαστικός φόρος.

* Στην Ισπανία, το Σύνταγμα του 1978 δεν ορίζει επίσημο θρήσκευμα, ούτε στο προοίμιο υπάρχει θρησκευτική αναφορά. Ο όρκος του Ισπανού βασιλέα δεν έχει αναφορές στον Θεό. Από το 1979 επιβλήθηκε φορολογία υπέρ της Καθολικής Εκκλησίας, μόνο στα μέλη της.

* Καθεστώς διαχωρισμού έχουν ακόμη το Λουξεμβούργο, η Σουηδία και η Φινλανδία.

* Η Ιρλανδία, μία χώρα με το 93% των πολιτών να δηλώνουν καθολικοί, δεν προβλέπει στο Σύνταγμά της επίσημη θρησκεία. Στο προοίμιό του γίνεται αναφορά στην Αγία Τριάδα, ενώ διασφαλίζεται η ελευθερία της συνείδησης και δεν επιτρέπεται στο κράτος να θεσπίζει προνόμια υπέρ κάποιας θρησκείας. Στην καθολική Ιρλανδία ο κλήρος δεν μισθοδοτείται από το κράτος, αλλά υπάρχει στενή εκπαιδευτική συνεργασία κράτους-Εκκλησίας.

* Ακόμη και στην Πολωνία, το πρόσφατο Σύνταγμα του 1997 προβλέπει ίσα δικαιώματα των Εκκλησιών και των θρησκευμάτων και αμεροληψία των κρατικών αρχών σε θρησκευτικά ζητήματα.

* Αντίθετα, τα κράτη που αναγορεύουν μία Εκκλησία ως επίσημη σε συνδυασμό με τον εθνικό τους χαρακτήρα είναι, εκτός της Ελλάδας, η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία.

* Στη Μεγάλη Βρετανία, η εθνική Εκκλησία της Αγγλίας που αποσπάσθηκε το 1689 από την καθολική Εκκλησία, έχει επικεφαλής τον μονάρχη. Η στέψη του ελέω Θεού μονάρχη γίνεται σε θρηκευτική τελετή και ο όρκος έχει θρησκευτικές αναφορές.

* Στη Δανία, η ευαγγελική λουθηρανική Εκκλησία αποτελεί από το 1849 επίσημη Εκκλησία, αλλά μόνο το 11% των εσόδων της προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ο Δανός βασιλιάς ωστόσο δίδει όρκο ενώπιον του Συμβουλίου του Κράτους που δεν είναι θρησκευτικός.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Δικαστικά ζιγκ-ζαγκ ακροδεξιού παραληρήματος

14/04/2008

Το σκεπτικό του Δημήτρη Γαβαλά, που απεφάνθη υπέρ της αίτησης Πλεύρη για την απόσυρση από τα σχολεία του βιβλίου «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» της Ερσης Σωτηροπούλου

Μια παροιμιώδης απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, που υπογράφει ο δικαστής Δημήτρης Γαβαλάς και η οποία εκδόθηκε την 1η Αυγούστου του 2007, αλλά καθαρογράφτηκε και έγινε γνωστη μόλις στις 18 Ιανουαρίου του 2008, διατάσσει «την προσωρινή απόσυρση από τις σχολικές βιβλιοθήκες του βιβλίου της κυρίας Ερσης Σωτηροπούλου υπό τον τίτλο "Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», μέχρις ότου εκδικασθεί η αγωγή του αιτούντος περί οριστικής απόσυρσης».

Διάδικοι; Απ' τη μια το Ελληνικό Δημόσιο και η τότε υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου. Και από την άλλη, ο αιτών την απόσυρση του βιβλίου, που δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Πλεύρη, ιδρυτή της ναζιστικής ομάδας «Κόμμα 4ης Αυγούστου», σύμβουλο του Αρχηγείου Στρατού επί χούντας και διευθυντή του γραφείου του Ι. Λαδά. Αρα, καμία έκπληξη δεν αποτελεί η μήνις του απέναντι σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε ελεύθερους ανθρώπους και όχι φασίστες ή φονταμενταλιστές.

Αυτό που αποτελεί δυσάρεστη έκπληξη και είναι άκρως επικίνδυνο είναι η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης απέναντι στο μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου. Διότι δεν βρέθηκε απλώς δικαστής που έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του βιβλίου, αλλά στο σκεπτικό του έβαλε και τα γυαλιά στον τόσο έμπειρο Κωνσταντίνο Πλεύρη, ξεπερνώντας τον σε ακροδεξιό και ηθικολογικό παραλήρημα.

Βέβαια, η ιστορία δεν έληξε. Σήμερα κατατίθεται έφεση κατά της απόφασης και η υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει. Και μόνο, όμως, το μακροσκελέστατο κείμενο της απόφασης, διά χειρός του δικαστή Δημήτρη Γαβαλά, προκαλεί ανατριχίλες και στον πιο συντηρητικό αναγνώστη. Δεν αποτελεί απλώς υπεράσπιση της λογοκρισίας ενός έργου τέχνης, αλλά και αντιμετωπίζει την εκπαίδευση με τρόπο που θα τον ζήλευαν ο Χίτλερ και η Εκκλησία της εποχής της Ιεράς Εξέτασης.

Ο Δημήτρης Γαβαλάς στην απόφασή του, αφού διαπιστώνει ότι το μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπουλου «περιέχει σαφώς κείμενα πορνογραφικά και χυδαία» και «κάθε άλλο παρά παιδαγωγικό είναι», συνεχίζει σε πέντε πυκνογραμμένες, χειρόγραφες σελίδες να παραδίδει μαθήματα περί παιδαγωγικής και τέχνης (όπως τονίζει, άλλωστε, πριν γίνει δικαστής ήταν καθηγητής Κοινωνιολογίας), αλλά και να παίρνει θέση σε όλα τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου (από τον φεμινισμό και το ασφαλιστικό μέχρι το Παλαιστινιακό και την οικολογία).

Σταχυολογούμε:

Περί παιδικής λογοτεχνίας και σχολικών βιβλιοθηκών: «Η παιδική λογοτεχνία αναφέρεται στις αγνές παιδικές ψυχές, που ο θεάνθρωπος Χριστός τις ανέδειξε σε πρότυπο για τους ενήλικες με τη θεϊκή ρήση του "εάν δεν γίνετε σαν τα παιδιά βασιλεία Θεού δεν θα κληρονομήσετε". Στις σχολικές βιβλιοθήκες δεν πρέπει να υπάρχουν απλώς λογοτεχνικά βιβλία, αλλά παιδαγωγικά βιβλία, που να συντελούν στην ηθική και πνευματική αγωγή των παιδιών».

Περί απαγόρευσης και λογοκρισίας: «Η απαγόρευση ενός ασέμνου βιβλίου δεν αποτελεί πράξη λογοκρισίας, όπως δεν είναι λογοκρισία η οποιαδήποτε απαγόρευση στα παιδιά να διαβάζουν βιβλία που τα ωθούν σε άσχημες συνήθειες και κακές πράξεις, όπως ναρκωτικά, κλοπές, πορνεία κ.λπ.».

Περί Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων: «Το ότι το βιβλίο αυτό έλαβε κάποιο κρατικό βραβείο, αυτό δεν σημαίνει τίποτε, άλλωστε δεν έλαβε βραβείο παιδαγωγικής, αλλά κάποιο βραβείο που μάλλον δεν τιμά τα μέλη της επιτροπής αυτής. Η χυδαιότητα, η βωμολοχία και η πορνογραφία δεν πρέπει ποτέ να βραβεύεται και κυρίως να κοσμεί τις σχολικές βιβλιοθήκες». Λίγο παρακάτω, όμως, ο κ. Γαβαλάς αλλάζει γνώμη (όλο το κείμενο είναι γεμάτο αντιφάσεις) και διευκρινίζει ότι «η Ερση Σωτηροπούλου μπορεί να είναι κατά τα λοιπά μια αξιόλογος συγγραφέας».

Περί Πατρίδος - Θρησκείας - Οικογένειας: «Τα σχολικά βιβλία πρέπει να εμπνέουν στα παιδιά την ηθική αγνότητα, την αγάπη για τη θρησκεία και την πατρίδα, απαλλαγμένα όμως από πολιτικές και κομματικές ιδεολογίες και προκαταλήψεις, αφού άλλωστε η θρησκεία αφορά όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως πολιτικών τοποθετήσεων και η αγάπη για την πατρίδα δεν κάνει πολιτικές διακρίσεις».

Ο κ. Γαβαλάς δράττεται της ευκαιρίας και νοσταλγεί την εποχή «που η γυναίκα ασχολείτο κυρίως με την ανατροφή των παιδιών της», «οι σύζυγοι δεν χώριζαν», «με το εφάπαξ αγόραζες σπίτι, ενώ σήμερα δεν αγοράζεις ούτε την πόρτα του σπιτιού» και «τα παιδιά έτρωγαν σπιτικό φαγητό και φορούσαν στο σχολείο ποδιές». Κάνει επίσης αναφορές στη μάχη του Στάλινγκραντ, που αυτή μας έσωσε από τον Χίτλερ και «όχι οι αγγλοαμερικανοί, που στο άκουσμα της λέξεως "Γερμανοί" τρεπόντουσαν σε φυγή», υμνεί την Βασιλευομένη Δημοκρατία, που οδηγεί σε κράτη με «την καλύτερη κοινωνική πολιτική» και υμνεί την «Εστία» και τον «Ριζοσπάστη», γιατί δεν δημοσιεύουν «πορνογραφικές εκφράσεις και αισχρές φωτογραφίες»...

Κι όλα αυτά τα πρωτοφανή και στα όρια του γελοίου για να διατάξει την απόσυρση ενός λογοτεχνικού βιβλίου από τις σχολικές βιβλιοθήκες.


ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ


ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Αναφορά στον Πιτσίλκα

Δεν επιθυμούμε να γίνουμε συνήγοροι του Θεού, αλλά ο κ. Πιτσίλκας είχε τελικά δίκιο. Ο θεολόγος από τη Λάρισα που έστειλε στην πυρά του Καζαντζάκη δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ' ό,τι καλείται κάθε θεολόγος να πράξει στο ελληνικό σχολείο.


Οι συνταγματικά κατοχυρωμένοι λογοκριτές


Ο φουκαράς ο Ευαγγελάτος το φυσάει και δεν κρυώνει. Είχε ξενυχτήσει (που λέει ο λόγος) μελετώντας Kαζαντζάκη και θεωρούσε τον εαυτό του πανέτοιμο να αντιμετωπίσει τον σκοταδιστή λαρισαίο θεολόγο. Του έριξε στο άλλο παράθυρο και τον πολλά βαρύ κ. Χατζηφώτη και περίμενε το βέβαιο θρίαμβο του φωτός επί του σκότους. Αράδιαζε, λοιπόν, ο εκπρόσωπος Τύπου της Εκκλησίας μερικά έργα του Καζαντζάκη με ορθόδοξη βυζαντινή έμπνευση: την Αναφορά στον Γκρέκο, τις περιγραφές για το Σινά, το Μυστρά, τη Μονεμβάσια. "Να προσθέσουμε και την Ασκητική", συμπλήρωσε με σιγουριά ο εξέχων τηλεστάρ. "Οχι, όχι..." τον διέκοψε ο κ. Χατζηφώτης, "η Ασκητική γράφτηκε όταν είχε ήδη μυηθεί στον τεκτονισμό ο Καζαντζάκης". "Μα μιλάει για το θεό με ευσέβεια", επέμεινε -διστακτικά τώρα- ο Ευαγγελάτος. "Οχι, εμείς τοποθετούμεθα από ορθόδοξη δογματική άποψη. Η Ασκητική δεν περιλαμβάνεται στα καλά κείμενα του Καζαντζάκη." Λέγοντας "εμείς", ο κ. Χατζηφώτης εννοούσε τον εαυτό του και τον κ. Πιτσίλκα. Πράγματι, παρά την αρχική ευθεία αντίθεση των δύο ευσεβών ανδρών και τις επιμέρους διαφωνίες τους (αν αφορίστηκε ή όχι ο Καζαντζάκης, αν η Εκκλησία επέτρεψε ή όχι την ταφή του), υπήρξε πλήρης ταύτιση για ορισμένα έργα, όπως ο Τελευταίος Πειρασμός ή η αλληλογραφία του Καζαντζάκη. "Για τον Τελευταίο Πειρασμό δεν το συζητώ", ξεκαθάρισε ο κ. Χατζηφώτης, "είναι έργο αντιχριστιανικό. Απαράδεκτες είναι και οι αναφορές του Καζαντζάκη στο Θεό με εισαγωγικά."
Η συζήτηση διεξήχθη τις μέρες που δημοσιεύθηκε το έγγραφο του σχολικού συμβούλου θεολόγου κ. Πιτσίλκα και τη μεταφέρουμε εδώ από μνήμης. Το τελικό συμπέρασμα του τηλεθεατή είναι ότι η διαφωνία της επίσημης Εκκλησίας με το θεολόγο εντοπίζεται στο μέγεθος του index των απαγορευμένων έργων του Καζαντζάκη. Ο θεολόγος αναφέρεται σε μεγάλο index, η Εκκλησία απαγορεύει λίγα μόνο βιβλία.
Αδικος, λοιπόν, υπήρξε ο δημόσιος λιθοβολισμός του λαρισαίου θεολόγου. Μπορεί ο ίδιος να τα λέει κάπως άκομψα, μπορεί το κείμενό του να ξαφνιάζει όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη γλώσσα του ιερατείου, αλλά ο άνθρωπος λέει την αλήθεια. Είτε μας αρέσει είτε όχι, για την Ορθοδοξία ο Καζαντζάκης είναι απαράδεκτος! Κακώς ταυτίστηκε το κείμενο του θεολόγου με το Μεσαίωνα. Οι απόψεις του είναι απολύτως σύγχρονες. Το έργο του Καζαντζάκη είναι απορριπτέο από τη σημερινή Εκκλησία. Δεν αναφερόμαστε δηλαδή ούτε καν στην εκκλησιαστική αντίδραση που συνάντησε εν ζωή ο Καζανζάκης ή τις κωμικοτραγικές παλινωδίες της Ιεραρχίας με τον αφορισμό και τις περιπέτεις της ταφής του.
Είναι άραγε ανάγκη να θυμίσουμε ότι ακόμα και σήμερα που ξεσηκώθηκαν όλοι οι ευαίσθητοι να κατασπαράξουν τον καημένο τον θεολόγο, ο Καζαντζάκης είναι απαγορευμένος στη χώρα μας; Ο Τελευταίος Πειρασμός του Σκορτσέζε δεν παίζεται σε ελληνικούς κινηματογράφους μετά το σάλο που προκλήθηκε στην πρεμιέρα το 1988. Μπορεί και τότε να πρωτοστάτησαν στην τελική απαγόρευση οι ζηλωτές ομοϊδεάτες του κ. Πιτσίλκα, αλλά την υπόθεση υιοθέτησε πλήρως η Ιερά Σύνοδος. Στην ανακοίνωσή της δεν καταδικάζει μόνο την ταινία, αλλά αναθεματίζει τους παραγωγούς, αναθεματίζει τους διευθυντές των κινηματογράφων που τολμούν να παίξουν την επάρατη ταινία και αφορίζει όσους πηγαίνουν να τη δουν. Μπροστά σ' αυτή την ανακοίνωση, η εγκύκλιος του κ. Πιτσίλκα είναι ύμνος στην ελευθερία της σκέψης.
Θα ήταν, κατά συνέπεια, δείγμα απόλυτης υποκρισίας, αν η υπόθεση αυτή κατέληγε στην αποπομπή του θεολόγου. Οσο η Εκκλησία -ως θεσμός αλλά και ως μηχανισμός- διαπλέκεται τόσο στενά με την εκπαίδευση, είναι χρέος κάθε κυρίου Πιτσίλκα να εφοδιάζει τους συναδέλφους του με index απαγορευμένων βιβλίων. Από την ίδια την αποστολή που έχει τάξει στον εαυτό της η Εκκλησία προκύπτει η καχυποψία της μπροστά στην κοσμική γνώση. "Δυστυχώς κακή διαπαιδαγώγηση ασκείται πολλές φορές σήμερα και στο σχολείο", διαβάζουμε στο επίσημο φυλλάδιο Φωνή του Κυρίου (25.7.93) που μοιράζεται από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος κάθε Κυριακή στους ναούς. "Τα διάφορα παιδαγωγικά προγράμματα που επεξεργάζονται οι μεγαλύτεροι για τους νέους είναι ουμανιστικά και απουσιάζει απ' αυτά ο Θεός και η Ορθοδοξία. Ενδιαφέρονται να μεταδώσουν γνώσεις και τίποτε περισσότερο. Αγαπητοί αδελφοί είναι άτοπο να στέλνουμε τα παιδιά μας να μάθουν γράμματα ή επικερδείς τέχνες και να αδιαφορούμε για την πραγματική τους μόρφωση που είναι η ευσέβεια."
Είναι φυσικό, κάτω απ' αυτή τη λογική, να βάλλεται όχι μόνο ο Καζαντζάκης αλλά κάθε μη εγκεκριμένος λογοτέχνης: "(Πολλοί λογοτέχνες) εν ονόματι τάχα της 'ελευθερίας της έκφρασης' ή του 'δικαιώματος στη διαφορά' στα γραπτά τους προβάλλουν την άρνηση, τη σύγχυση, την ανερμάτιστη ζωή, τον ηθικό ξεπεσμό, ακατονόμαστα αισχρά πάθη." (Φωνή του Κυρίου, 1.11.1996)
Εχουμε ασχοληθεί σε άλλες έρευνες του "Ιού" με το πρόβλημα του μαθήματος των Θρησκευτικών ("Μαθαίνω ένα Θεό", 28.11.1993) και με τα "συμπληρώματα" της θρησκευτικής κατήχησης στο σχολείο ("Προσευχή και τιμωρία στην Πάτρα", 24.7.1994). Ομως η υπόθεση Πιτσίλκα μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι η θεσμοθετημένη σχέση της εκπαίδευσης με την Εκκλησία παρεμβαίνει, επηρεάζει και ελέγχει το σύνολο της σχολικής γνώσης. Αυτός ο έλεγχος, μάλιστα, δεν μειώνεται καθόλου όσο περνούν τα χρόνια. Αντιθέτως, ο εναγκαλισμός γίνεται πιο ασφυκτικός.
Τα τελευταία 20 χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας βαθμιαίας υποχώρησης της Πολιτείας και μιας εκχώρησης στην Εκκλησία όλο και περισσοτέρων δικαιωμάτων στο χώρο της εκπαίδευσης. Κάτω από το νωπό ακόμα τραύμα της "Ελλάδας των Ελλήνων Χριστιανών" η πολιτική τάξη της μεταπολίτευσης επιχείρησε να διαχωρίσει κάπως την εκπαίδευση από τη θρησκευτική κατήχηση. Ο νόμος 309/1976 περιοριζόταν να επαναλάβει τη συνταγματική (και κάπως ουδέτερη) επιταγή της "ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης". Οι πιέσεις, όμως, της Εκκλησίας υποχρέωσαν την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να θεσπίσει την ταύτιση της "θρησκευτικής" με την "ορθόδοξη" συνείδηση. Ο ισχύων νόμος 1566/85 περιλαμβάνει για πρώτη φορά στους σκοπούς της εκπαίδευσης "να διακατέχονται (οι μαθητές) από βαθιά πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παράδοσης". Απολογούμενος τον Μάρτιο του 1984 προς τους μοναχούς του Αγίου Ορους που κατηγορούσαν το ΠΑΣΟΚ για αντίχριστο και εικονομαχικό, ο τότε υφυπουργός Παιδείας Πέτρος Μώραλης, παραδεχόταν ότι "τη γνησιότητα (της ορθόδοξης εκπαίδευσης) παρέχει και διασφαλίζει μόνο η Εκκλησία, μακριά από κάθε ξενόφερτο (Δυτικό) πιετισμό." (έγγραφο Φ. 2/32/212/15.3.84)
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στον "τρίτο γύρο" αυτής της υπόγειας διαμάχης. Και πάλι η Πολιτεία είναι αμυνόμενη. Η Εκκλησία, διά των εκπροσώπων της, διεκδικεί νέο "ζωτικό χώρο". Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, με άρθρο του στο περιοδικό Εκκλησία (15.3.1994), καταγγέλλει την "αποεκκλησιαστικοποίηση του μαθήματος των Θρησκευτικών", διαπιστώνει ότι οι μαθητές και οι θεολόγοι καθηγητές "βρίσκονται διχασμένοι πολλές φορές ανάμεσα σ' αυτά που μαθαίνουν ή διδάσκουν στα σχολεία με βάση τα διδακτικά εγχειρίδια και σ' αυτά που πληροφορούνται, είτε ακούγοντας είτε διαβάζοντας, ως θέσεις της Εκκλησίας", και εισηγείται "να αναλάβει πλήρως η Εκκλησία την ευθύνη καταρτισμού των αναλυτικών προγραμμάτων και συγγραφής των διδακτικών βιβλίων."
Ο κ. Ζήσης είναι ο ίδιος που ως Πρόεδρος του Ποιμαντικού Τμήματος της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου απευθυνόταν στην αντικυβερνητική συγκέντρωση που οργάνωσε η Ιεραρχία στη Θεσσαλονίκη το Μάρτιο του 1987 και χαρακτήριζε τον προϊστάμενό του υπουργό Παιδείας "θεομάχο και διώκτη της Ορθοδοξίας". Σήμερα προτείνει να προσκομίσουν οι υποψήφιοι για τις Θεολογικές Σχολές "συστατικό γράμμα του οικείου επισκόπου", για το διορισμό τους στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση "να απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη της Εκκλησίας" και η "βαθμολογική προαγωγή τους να εξαρτάται από τη συνεργασία τους με την τοπική Εκκλησία".
Εχει ασφαλώς δίκιο ο θεολόγος Αθανάσιος Νίκας που υποστηρίζει ότι "αν αυτές οι προτάσεις πραγματοποιούνταν, τότε θα είχαμε index απαγορευμένων βιβλίων και κλειστό κύκλωμα λογοκριμένης διδασκαλίας" (περιοδικό Εξοδος, τ. 14). Και δεν είναι ανάγκη να έχει κανείς θεία φώτιση για να αντιληφθεί ότι μπροστά σ' αυτή την προοπτική που προδιαγράφεται από επίσημους εκκλησιαστικού κύκλους, η περίπτωση του κ. Πιτσίλκα δεν είναι παρά μια γραφική εκκεντρικότητα.


Τα αμφίστομα εγχειρίδια

Ξεφυλλίζοντας τα εγχειρίδια των "Θρησκευτικών" που διδάσκονται σήμερα στα ελληνικά σχολεία, γρήγορα διαπιστώνει κανείς πως, παρά τον όποιο εκσυγχρονισμό του περιεχομένου τους σε σχέση με το παρελθόν, η ουσία του συγκεκριμένου μαθήματος παραμένει αναλλοίωτη. Δεν πρόκειται για μια απλή περιγραφή της ευαγγελικής διαδασκαλίας αλλά για ένα αρκετά συνεκτικό μίγμα αναλύσεων και διδαχών που "ντουμπλάρουν" μια σειρά άλλα μαθήματα, από την Ιστορία και τη Φιλοσοφία μέχρι την Αγωγή του Πολίτη. Πόσο όμως συμφωνούν οι δυο εκδοχές που οι μαθητές καλούνται να αφομοιώσουν, πολλές φορές μέσα στο ίδιο σχολικό έτος;
Αναλύοντας πριν από μια δεκαετία τα τότε εγχειρίδια της "εκκλησιαστικής ιστορίας", και παίρνοντας σαν παράδειγμα τη (γεμάτη ανακρίβειες και τερατολογίες) παρουσίαση των διωγμών που υπέστησαν οι πρώτοι χριστιανοί, ο ιστορικός Δημήτρης Κυρτάτας διαπίστωνε πως "ιστορικές αναφορές υπάρχουν πολλές, η ιστορία όμως απουσιάζει τελείως". Σήμερα το ειδικό βάρος της εκκλησιαστικής ιστορίας στη διδακτέα ύλη των θρησκευτικών έχει συρρικνωθεί αρκετά, όμως το διαζύγιό της με την Ιστορία -όπως αυτή διδάσκεται λίγες ώρες μετά- εξακολουθεί να υφίσταται.
Πρώτο ζήτημα, το ερμηνευτικό σχήμα. "Ο Θεός κινεί την ιστορία σε μια ευθύγραμμη πορεία προς την αίσια έκβασή της, με τη συνεργασία του ανθρώπου", μαθαίνουν οι έφηβοι στην Α' Λυκείου. "Δε στέκεται ξένος προς αυτή, αλλά επεμβαίνει σ' αυτή" (σ.23). Και λίγο παρακάτω: "Εχουμε δεί το σχέδιο και τις επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία. Οι επεμβάσεις Του γίνονταν σε όλα τα έθνη., ιδιαίτερα όμως στο λαό του Ισραήλ" (σ.43). Ηδη από την Α' Γυμνασίου, άλλωστε, τα παιδιά έχουν πληροφορηθεί ότι "το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου μπαίνει σε εφαρμογή" με την έξοδο της γενεάς του Αβραάμ από τη Μεσοποταμία "γύρω στο 1800 πΧ", "σχέδιο που δεν μπορεί να ματαιωθεί, παρόλες τις δυσκολίες που παρουσιάζονται" (σ.74,77).
Από κεί και πέρα, η σύγχυση μεταξύ ιστορίας και μυθολογίας είναι αναμενόμενη, γίνεται μάλιστα εντονότερη όσο προχωράμε στο χρόνο. Το φαινόμενο γνωρίζει ιδαίτερες δόξες όταν πρόκειται να στηριχθεί το ιδεολόγημα περί άρρηκτων δεσμών ελληνισμού κι ορθοδοξίας: συναντάμε έτσι εικονογραφημένες περιγραφές ανύπαρκτων θεσμών και γεγονότων, όπως το "κρυφό σχολειό" (Α' Λυκείου, σ.76) ή η υποτιθέμενη ευλογία της σημαίας από τον Π.Π.Γερμανό στην Αγία Λαύρα (Ε' Δημοτικού, σ.99). Δε λείπει και λίγος Μεγαλέξανδρος (στο ίδιο, σ.172-3), και μάλιστα σε θεολογικές αναζητήσεις που υπονοούν μονοθεϊσμό... Στο ίδιο εγχειρίδιο, προκειμένου η προβληθεί η Αγιά Σοφιά σαν θεόπνευστο έργο, οι συγγραφείς καταφεύγουν ελλείψει πηγών στην αρβύλα (γενικώς): "κάποιος παλιός Ρωμιός διηγείται πως ο Θεός φώτισε κάποτε το νου του αυτοκράτορα Ιουστινιανού" για το χτίσιμό της (σ.119). Στο βιβλίο της επόμενης χρονιάς, ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιλογή των προσώπων που προβάλλονται σαν πρότυπα. Μην πάει ο νούς σας στον Παπαφλέσσα: πρόκειται για το Μάξιμο το Γραικό (που "η αξία και η προσφορά του αναγνωρίστηκαν" όταν "ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός τον κάλεσε να πάρει μέρος στη Σύνοδο στη Μόσχα" γιατί "μια καινούρια αίρεση είχε παρουσιαστεί και έπρεπε να αποφασίσουν", σ.192) και για τον Παπουλάκο, το γνωστό αγύρτη ψευδομεσία που ηγήθηκε της σκοταδιστικής εξέγερσης του 1853 στη νότια Πελοπόννησο. Η αντιπάθεια προς την πρόοδο είναι άλλωστε δεδομένη: ανάμεσα στις "ιστορικές προκλήσεις" που "απειλούσαν το λαό με νόθευση του φρονήματος και του ήθους" στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το βιβλίο της Α' Λυκείου συμπεριλαμβάνει και "το κίνημα του Διαφωτισμού" (σ.76), θεωρώντας μάλιστα "ατύχημα" το γεγονός ότι "προς την κατεύθυνση αυτή συνεργάστηκαν και άνθρωποι με νου και κάποια πίστη, όπως ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο πολύς [sic] Αδαμάντιος Κοραής" (σ.79-80). Πραγματικός κίνδυνος σχιζοφρένειας για τους μαθητές, που τα επόμενα χρόνια θα κληθούν να μελετήσουν τα επιτεύγματα αυτών ακριβώς των "απειλών", ως ύλη μάλιστα για τις πανελλαδικές τους εξετάσεις! Αν δεν τάχουν παίξει νωρίτερα, όταν, μετά την εξύμνηση του αρχαιοελληνικού πνεύματος στα φιλολογικά μαθήματα, μαθαίνουν απ' το θεολόγο τους ότι "η προ Χριστού εποχή είναι [απλώς] η εποχή της φθοράς, της απελπισίας και της αναζήτησης" (Α' Λυκείου, σ.43)...
Ομως τα θρησκευτικά δεν περιορίζονται στην υπονόμευση του μαθήματος της ιστορίας. Το βαρύ πυροβολικό τους το δέχονται τα "στοιχεία δημοκρατικού πολιτεύματος" (πρώην Αγωγή του Πολίτη): βάσει τvn θρησκευτικών της Γ' Λυκείου, "ο φορέας της κρατικής εξουσίας είναι απλός διαχειριστής της εξουσίας, που προέρχεται από το Θεό" (σ.158), ο δε πολίτης "αποδέχεται τις εξουσίες" (έτσι, γενικά) "αλλά μέσα στα πλαίσια της υπακοής του στο θέλημα του Θεού" (σ.159). Αλλωστε "κάθε ιδεολογία είναι ένα είδος εκκοσμικευμένης θεολογίας" και απορρίπτεται ασυζητητί γιατί "περιορίζει την ανθρώπινη ελευθερία κι εμποδίζει την καθολική καταξίωσή της μέσα στη χάρη του Αγίου Πνεύματος" (σ.178). Το ελληνικό έθνος ταυτίζεται απολύτως με την Ορθοδοξία, υπενθυμίζεται διαρκώς ότι "οι αιρέσεις απειλούν την ενότητα του Εθνους" (Στ' Δημοτικού, σ.133) ή "ενίοτε αναπτύσσουν αντεθνική δράση" (Α' Λυκείου, σ. 203). Ως αποδεικτικά στοιχεία επιστρατεύονται οι καταγγελίες χριστιανικών θρησκευτικών μειονοτήτων, "με δημοσιεύματά τους σε ελληνικές και ξένες εφημερίδες", για τις διακρίσεις που υφίστανται (Β' Λυκείου, σ.201-4), ενώ εκφράζεται και δυσφορία για την "ελεύθερη κυκλοφορία και δράση τους" που "επιτείνει τη σύγχυση" (σ.203). Οσο για την ύπαρξη αιρέσεων, κι εδώ φταίει ο ορθός λόγος - κατά λέξη, "η προσπάθεια ερμηνείας της αλήθειας" από "κάποια αρρωστημένα μέλη της εκκλησίας (...) με τρόπο που να ικανοποιεί τις ορθολογικές απαιτήσεις τους" (Α' Λυκείου, σ.51,53).


Θράσος χιλίων πιθήκων

Η φωτογραφία ενός ευτραφούς ουραγκοτάγκου και το επεξηγηματικό μήνυμα "Να ποιος σας λένε ότι είναι ο πρόγονός σας", είχε γεμίσει τους τοίχους όλης της χώρας τον Φλεβάρη του 1985. Η Ιερά Σύνοδος είχε κηρύξει τον πόλεμο στο κοσμικό κράτος. Ζητούσε την απόσυρση από τα σχολεία ενός νέου βιβλίου για τους μαθητές της Α' Λυκείου, επειδή υποτιμούσε τη θεϊκή μας καταγωγή. Το εγχειρίδιο του Λ. Σταυριανού "Ιστορία του ανθρώπινου γένους", εμφανίστηκε από τους ορθόδοξους φονταμενταλιστές ως η σταγόνα που ξεχείλιζε το ποτήρι: "Το αθεϊστικό βιβλίο", γραμμένο από "έναν ανεκδιήγητο μαρξιστή" συμβάλλει περαιτέρω "στο οικτρό κατάντημα της Ελληνορθοδόξου Παιδείας μας", φώναζαν από τους άμβωνες οι ιερείς. Ανάλογες επιθέσεις εκπορεύονταν και από τα επιτελεία της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Αλλά η πιθηκολογία της εποχής, ο Δαρβίνος, οι θεωρίες της εξέλιξης των ειδών και η βιολογία -που, ως γνωστόν, απορρίπτονται "επιστημονικά" από τους καθηλωμένους στο στάδιο του Αδάμ και της Εύας- κάλυπταν άλλες, λιγότερο γραφικές πλευρές της διαμάχης. Οπως συμβαίνει κατά κανόνα με όλες τις θεολογίζουσες έριδες, το επίδικο αντικείμενο δεν είναι και τόσο μεταφυσικό. Ο Σταυριανός προκάλεσε την οργή της θρησκευτικής ηγεσίας επειδή αναφέρει ότι το ιερατείο αποτελούσε "μια άλλη προνομιούχα ομάδα σε όλους τους πολιτισμούς" και γιατί "τα ιερά κείμενα χρησιμοποιήθηκαν για να διδάξουν πίστη και υπακοή" στην καθιερωμένη τάξη. Ενόχλησε διότι συμπέραινε ότι "δεν υπάρχει έμφυτη ή γενετική ανισότητα μεταξύ των φύλων" και θύμισε στους μαθητές ότι μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες οι γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να πλένουν τα πόδια των ανδρών τους. Και, βέβαια, κατηγορήθηκε επειδή δεν εξήρε άκριτα τα μεγαλουργήματα του ελληνικού πνεύματος κι έφτανε στο σημείο να επισημάνει ότι ο Αριστοτέλης ήταν, όπως και να το κάνουμε, υποστηρικτής της δουλείας, ο δε Μεγαλέξανδρος ολίγον ιμπεριαλιστής.

Η "αμαρτάνουσα" σκέψη


"Θηριομαχία στην αρένα" αποκαλεί ο Χρήστος Γιανναράς στην πρόσφατη αυτοβιογραφία του ("Τα καθ' εαυτόν", Ικαρος 1995, σ. 168) τις διαδικασίες που οδήγησαν στην εκλογή του ως καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αποτέλεσμα θηριομαχίας ή μη, η εκλογή θεολόγου σε έδρα φιλοσοφίας ελληνικού πανεπιστημίου υπήρξε ένα γεγονός ιδιαίτερης σημασίας για τις μεταγενέστερες εξελίξεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: εξομοιώνοντας τη φιλοσοφία με τη θεολογία, οι καθηγητές που επέλεξαν τον Χρήστο Γιανναρά ανέθεταν τη διδασκαλία της φιλοσοφίας σε έναν επικριτή της, ειδικευμένο σε θεολογικά ζητήματα. Με την έννοια αυτή, η απόφασή τους ανέτρεπε τη διαπίστωση ότι ο μόνος χώρος της εκπαίδευσης που έχει απαλλαγεί από την επέκταση της μονοφωνικής και κατηχητικής ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης είναι η τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εκλογής Γιανναρά (Δεκέμβριος 1980 - Σεπτέμβριος 1982) απασχόλησαν έντονα τον Τύπο της εποχής και δίχασαν την τότε πανεπιστημιακή κοινότητα. Αν όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν, εκείνο που συνεχίζει να έχει σημασία είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της επιλογής: Ψηφίζοντας Γιανναρά, οι καθηγητές του Παντείου διάλεγαν μια άποψη που αμφισβητεί την επιστημονική γνώση και ταυτίζει την πίστη στην αντικειμενικότητα με τον ολοκληρωτισμό, ο οποίος με τη σειρά του συνιστά τη βάση του δυτικού πολιτισμού. Η εκλογή Γιανναρά "πριμοδοτεί μια 'κοινωνιολογία' που ισχυρίζεται ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι το παράγωγο της δυτικής θεολογίας, ότι οι σύγχρονοι κοινωνικοί θεσμοί προέκυψαν από την 'πτώση' και την 'αμαρτία' του ανθρώπου, ότι η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός, ή ακόμα η παγκόσμια ειρήνη και η λαϊκή κυριαρχία αποτελούν απλώς ρομαντικά συνθήματα για να εκτονώνονται οι μάζες", σημείωνε ο Γιάννης Μηλιός στις "Θέσεις" (τ. 3, 1983). Και συνέχιζε: "Νομιμοποιεί ακόμα μια 'θεωρία της ιστορίας' που διατείνεται ότι το Βυζάντιο δεν ήταν παρά η ενσάρκωση του ήθους της ορθοδόξου εκκλησίας και αποτέλεσε έτσι ιερή ιστορία και θεανθρωπότητα. Η εκλογή τέλος του Χ. Γιανναρά νομιμοποιεί μια 'πολιτική θεωρία' που όραμά της είναι το να συγκροτηθεί ο 'ελληνοχριστιανικός πολιτισμός' σε αντίπαλο πόλο της 'δυτικής βαρβαρότητας', δηλαδή σε αντίπαλο πόλο του 'καπιταλισμού' και του 'μαρξισμού'".
Η παρουσία ενός θεολόγου σε έδρα φιλοσοφίας υπήρξε πράγματι η πρώτη ένδειξη ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να γίνει χώρος υποδοχής αν όχι σκοταδιστικών, πάντως ανορθολογικών και αγνωστικιστικών προσεγγίσεων της επιστήμης. Με την έννοια αυτή, η σημασία της συγκεκριμένης περίπτωσης παύει να είναι απλώς συμβολική και οροθετεί μια νέα περίοδο στα πανεπιστημιακά μας πράγματα. Ετσι, διατηρούν την επικαιρότητά τους οι θέσεις που είχαν τότε εκφράσει οι καθηγητές που σήκωσαν το βάρος της αντίκρουσης των υπερασπιστών του Χ. Γιανναρά (η κατά Γιανναρά "μαρξιστική διανόηση" που έδινε τότε "τη μεγάλη της μάχη, δυστυχώς με τη γλώσσα και τη μέθοδο της κομματικής μπροσούρας, της δογματικής συνθηματολογίας", ό.π., σ. 169-170): "Ο κ. Γιανναράς είναι πραγματικά δογματικός, συντηρητικός και πολιτικά αντιδραστικός", δήλωνε την εποχή εκείνη στο περιοδικό "Σχολιαστής" ο Σάκης Καράγιωργας, ένας από τους καθηγητές του Παντείου που πάλεψαν εναντίον της υποψηφιότητας του θεολόγου. "Ο Γιανναράς στα έργα του παίρνει απέναντι στο προϊόν της σοφίας του δυτικού πολιτισμού μια ξεκάθαρη στάση που είναι γι' αυτόν βίωμα πλέον. Υποστηρίζει ότι η μεταβυζαντική δυτική φιλοσοφία είναι αμαρτάνουσα σκέψη που οδήγησε την κοινωνία σε οπισθοδρόμηση και ιστορική πτώση. (...) Δεν αρνείται κανείς στον Γιανναρά να εκφράζει τις απόψεις του, αλλά δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιεί γι' αυτό το σκοπό σαν βήμα το πανεπιστήμιο που είναι δημιούργημα αυτής ακριβώς της 'αμαρτάνουσας' δυτικής σκέψης" (τ. 6, Σεπτέμβριος 1983).

ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΕΛΕΦΑΝΤΗΣ ΑΓΓ
. Προς τους ισοορροπιστές διαχειριστές των σχέσεων Εκκλησίας κράτους απευθύνεται ο γνωστός ιστορικός και εκδότης του περιοδικού Πολίτης, με αφορμή το δήθεν μεμονωμένο περιστατικό Πιτσίλκα: "Αν κάποιος ρωτήσει σήμερα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ή κάποιο μητροπολίτη ή τον οποιονδήποτε ενήμερο ιερέα αν ο Καζαντζάκης είναι αιρετικός θα απαντήσει όπως ο σχολικός σύμβουλος Λάρισας, πλην κι αν βρεί κάποια διπλωματική υπεκφυγή (...) Οχι, δεν παρανόμησε ο σχολικός σύμβουλος. Τον ιερό και τον ανθρώπινο νόμο εφάρμοσε. Εμείς απλώς φλυαρούμε έχοντας αποδεχθεί την ταύτιση, έστω εν μέρει, του ιερού με τον ανθρώπινο νόμο". ("Ο αιρετικός Καζαντζάκης και ο υποκριτικός αντισκοταδισμός", "Αυγή", 25.5.1997).

ΞΕΝΗΛΑΤΕΣ. Ηδη από το τρίτο μάθημα των θρησκευτικών, αμέσως μετά την ενημέρωσή του για το νόημα του αγιασμού και του σταυρού, το 8χρονο παιδάκι της Γ' Δημοτικού μαθαίνει ότι η ταυτότητά μας απειλείται από τους άπιστους Ευρωπαίους: "Ο Μακρυγιάννης ήτανε ένας αγνός αγωνιστής της επανάστασης του 1821. Πίστευε και αγαπούσε την πατρίδα και την Εκκλησία. Ενας Ευρωπαίος θέλησε να τον γνωρίσει από κοντά και πήγε σπίτι του. Φιλόξενος ο Μακρυγιάννης τον κάλεσε να φάνε μαζί. Στο τραπέζι σηκώθηκε όρθιος, είπε μια προσευχή κι έκανε με ευλάβεια το σταυρό του. Ο Ευρωπαίος γέλασε ειρωνικά. Εκείνος δε συνήθιζε κάτι τέτοια. Ο Μακρυγιάννης αγρίεψε και του 'δείξε την πόρτα. `Δεν έχεις θέση στο σπίτι μου, του είπε. Δεν μπορείς να κοροϊδεύεις αυτά που για μένα είναι ιερά'" ("Ο Μακρυγιάννης κι ο Σταυρός", θρησκευτικά Γ' Δημοτικού, σ.16).

ΞΕΝΟΦΟΒΟΙ. Δυο χρόνια αργότερα, το εγχειρίδιο της Ε' Δημοτικού έχει οικολογικές ανησυχίες ("Να σωθεί η κτίση", σ.159-60). Μόνο που, κι εδώ, αυτός που απειλεί το πανέμορφο νησί του Αιγαίου είναι "κάποιος ξένος" και, φυσικά, ουχί γηγενής Ελλην!

ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Μπορεί το ελληνικό κράτος να έχει νομιμοποιήσει την έκτρωση από το 1986, όμως το κρατικό εγχειρίδιο της Γ' Λυκείου δε μασάει τα λόγια του: "Η άποψη ότι η γυναίκα έχει το δικαίωμα να αποφασίζει μόνη της για τη ζωή του εμβρύου που έχει μέσα της είναι απαράδεκτη όχι μόνο ηθικά και κοινωνικά, αλλά και λογικά. (...) Η Εκκλησία χαρακτήρισε εξαρχής την άμβλωση ως φόνο και τη συνεργία σ' αυτήν ως συνεργία σε φόνο" ("Θέματα χριστιανικής ηθικής", σ.122).

ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΙ. Στην ίδια κρίσιμη ηλικία, οι έφηβοι πληροφορούνται επισήμως και διά κρατικών χειλέων ότι "σε αντίθεση με το γάμο, η ελεύθερη, όπως λέγεται, συμβίωση, αφαιρεί από τα πρόσωπα που μετέχουν την αληθινή ευτυχία και πληρότητα" κι ότι "οποιαδήποτε σωματική ένωση έξω από τα πλαίσια του γάμου δημιουργεί σοβαρά προσωπικά και κοινωνικά προβλήματα" (σ.139-140). Ευτυχώς που οι 17ρηδες αμφοτέρων των φύλων δεν πρόκειται να τους πάρουν στα σοβαρά.

ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ. Για τα 12χρονα, που δεν τσιμπάνε και τόσο εύκολα σε μεταφυσικές φοβέρες, η θεολογική παρέκκλιση παρουσιάζεται σαν απειλή κατά του κυριότερου παράγοντα ασφάλειας -της οικογενειακής εστίας: "οι αιρετικοί", διαβάζουμε στο εγχειρίδιο της 6ης Δημοτικού (σ.132), "κάνουν ό,τι μπορούν για να παρασύρουν τους πιστούς, να τους αποσπάσουν από την Εκκλησία και να τους απομακρύνουν από την οικογένειά τους".

ΝΕΟΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ. Σε απόλυτο συντονισμό με τις ανοησίες των θρησκόληπτων και της εκκλησίας για το βιβλίο του Λ. Σταυριανού, η Δεξιά δίνει το πολιτικό στίγμα τής κόντρας για την καταγωγή του ανθρώπου. Στις 29.11.84 οι βουλευτές Ι. Βαρβιτσιώτης, Κ. Παπαρρηγόπουλος, Κ. Σημαιοφορίδης και Θ. Χούτας καταθέτουν ερώτηση στη Βουλή κατηγορώντας το σχολικό εγχειρίδιο ότι "αποβλέπει στον πνευματικό υποσιτισμό των μαθητών, στη διάβρωση των ιστών συνοχής με το εθνικό σύνολο, στην αποξένωσή τους από τη θρησκευτική κοινότητα, στη χαλάρωση και τον αποπροσανατολισμό της ιστορικής και πολιτικής τους συνειδήσεως, ώστε ώριμοι πια καρποί να πέσουν στα χέρια της κομματικής καθοδηγήσεως, η οποία αναλαμβάνει μεσιανικά να τους οδηγήσει στους επίγειους παραδείσους". Περιέργως, το "αθεϊστικό" κείμενο δεν κατηγορήθηκε για το πέσιμο στην πρέζα και τον σατανισμό.

ΝΙΚΑΣ ΑΘ. Ο θεολόγος, πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αποκαλύπτει στην "Ε" (14.12.1984) ορισμένους από τους λόγους της αντίθεσης του εκκλησιαστικού κατεστημένου προς την "Ιστορία του ανθρώπινου γένους" του Σταυριανού: "Σκανδαλίστηκαν από το κείμενο της κατάθεσης του 8χρονου κοριτσιού (σελ.91) το οποίο ήταν υποχρεωμένο να εργάζεται εξοντωτικά σε ορυχείο. Λέει λοιπόν η μικρή: 'Δεν μου αρέσει να βρίσκομαι μέσα στο ορυχείο. Εχω ακούσει να μιλάνε για το Χριστό πολλές φορές. Δεν ξέρω γιατί ήρθε στη γη, δεν το καταλαβαίνω, δεν ξέρω γιατί πέθανε. Θα προτιμούσα πολύ να βρισκόμουν στο σχολείο παρά μέσα στο ορυχείο'. Σ' αυτό το χριστιανικότατο κείμενο βρήκαν ότι 'αφήνει στους μαθητές την εντύπωση ότι ο Χριστός είναι αδιάφορος για τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους'".

ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ. Ο Μητροπολίτης Πειραιά έχει κι αυτός αναλάβει να υπερασπιστεί την θεϊκή καταγωγή του ανθρώπου. Με επιστημονικό τρόπο, φυσικά, ενάντια στους μύθους του εχθρού! "Ο Μαρξισμός δεν είναι απλώς οικονομικό-κοινωνικό-πολιτικό σύστημα, είναι υλιστική και άθεη θεωρία, έχει σαν βάση του τον ιστορικό υλισμό γι' αυτό είναι και αντίθετος προς την χριστιανική θεώρηση της ζωής. Οι υλιστές στις ημέρες μας κτυπούν αλύπητα κάθε τι που έχει σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία. Και πλάθουν μύθους σαν αυτόν της εκ του πιθήκου καταγωγής του ανθρώπου, που σήμερα τον έχουν καραμέλα στο στόμα τους. Η θεωρία αυτή, αν και είναι επιστημονικώς αναπόδεικτη και απορρίπτεται απ' όλους τους σοβαρούς επιστήμονες, παρά ταύτα οι υλιστές συμπατριώτες μας την διδάσκουν στα σχολεία και δηλητηριάζουν έτσι τα ανύποπτα και ανυπεράσπιστα παιδιά μας". ("Ο άνθρωπος από τον πίθηκο; - Απάντηση στην υλιστική άποψη", εκδ. Χρυσοπηγή, 1987).



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Γιώργου Σωτηρέλη "Θρησκεία και Εκπαίδευση"
(εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα- Κομοτηνή 1993). Ολοκληρωμένη μελέτη του γνωστού συνταγματολόγου γύρω από το θέμα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας στο χώρο της εκπαίδευσης. Περιλαμβάνονται συγκριτικά στοιχεία από τα Συντάγματα και την πρακτική των άλλων ευρωπαϊκών κρατών.

Αθανάσιου Θ. Νίκα "Εκκλησία και παιδεία" (Αθήνα 1991). Εξαιρετικά διαφωτιστική συλλογή κειμένων και άρθρων από το θεολόγο και μόνιμο πάρεδρο του Παιδαγωγικού Συμβούλιου, ο οποίος υπήρξε σύμβουλος επί εκκλησιαστικών θεμάτων σε κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αλέξανδρου Καριώτογλου "Ορθοδοξία και Παιδεία" (Εξοδος, Αθήνα 1992). Συνοπτική παρουσίαση της "προοδευτικής" πρακτικής ενός θεολόγου στο σχολείο. Διατυπώνεται η παραδοχή ότι "η ώρα των θρησκευτικών είναι ανεξάρτητη από καθαρά γνωσιολογικές τοποθετήσεις."

Περιοδικό Εξοδος "Αφιέρωμα στην Παιδεία" (τ. 11, χειμώνας 1993). Αρθρογραφία περί νεολαίας και εκπαίδευσης σε ένα έντυπο "ορθόδοξης παρέμβασης". Διεκτραγωδείται το "ήθος της σημερινής κοινωνίας" και το "κλίμα άρνησης, αθεϊσμού, αντιεκκλησιαστικού πνεύματος".

Συνδέσμου Κρητών Θεολόγων "Εκκλησία και Σχολική Νεότητα" (εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1992). Υλικά του Παγκρήτιου Θεολογικού Συνεδρίου. Διαπιστώνεται - μεταξύ άλλων- "η συρρίκνωση επιρροής της Εκκλησίας στο σχολείο" και "η χλιαρή μέχρι και διωκτική στάση της πολιτείας απέναντι στην αναγκαιότητα του ποιμαντικού έργου και του μαθήματος των θρησκευτικών."



ΔΕΙΤΕ

Ο τελευταίος πειρασμός
(The last temptation) του Μάρτιν Σκορτσέζε (1988). Η κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού βιβλίου του Καζαντζάκη που προκάλεσε την οργή πασών των χριστιανικών εκκλησιών. Η προβολή της ταινίας εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη στη χώρα μας.

Εθνική παπάδων του Ομηρου Ευστρατιάδη (1984). Τυπική κωμωδία της παρακμιακής περιόδου του είδους, επίσης όμως απαγορευμένη -με προσωπική παρέμβαση του τότε υπουργού Παιδείας Απ. Κακλαμάνη (εγγρ.1105/28.11.84)- ύστερα από διαμαρτυρία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η τρελή ιστορία του κόσμου (History of the world) του Μελ Μπρούκς (1981). Παρωδία της ανθρώπινης ιστορικής πορείας, με σημείο εκκίνησης την ανθρωποποίηση του πιθήκου μέσω του αμαρτήματος της αυτοϊκανοποίησης. Ευτυχώς, δεν έχει μέχρι σήμερα απαγορευτεί ως αντιβαίνουσα τας γραφάς.

(Ελευθεροτυπία, 8/6/1997)

http://www.iospress.gr/ios1997/ios19970608b.htm


Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Μουτζαχεντίν του φιλελευθερισμού

Η ΔΥΣΗ ΥΜΝΕΙ ΤΟΥΣ ΙΣΛΑΜΙΣΤΕΣ

Τώρα δεν θέλουν ούτε να τους ακούσουν. Ομως πριν από λίγα χρόνια τους θαύμαζαν, τους επαινούσαν, τους κολάκευαν. Για τη φιλελεύθερη Δύση οι ακραίοι ισλαμιστές ήταν τότε οι καλύτεροι σύμμαχοί τους.

Προτού εξελιχθούν σε «τέρατα», άξια να δεχτούν κάθε δίκαια «ευγενή» και «ατέρμονη» ανταπόδοση, οι ισλαμιστές του Αφγανιστάν είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη, τη βοήθεια και το θαυμασμό της φιλελεύθερης Δύσης.

Τα μεγαλύτερα συντηρητικά μέσα ενημέρωσης σ' όλο τον κόσμο δεν έχαναν την ευκαιρία κατά τη δεκαετία του '80 να υποστηρίξουν τους «μουτζαχεντίν», δημοσιεύοντας κάθε λογής μυθοποιήσεις για την αφγανική αντίσταση, και υιοθετώντας άκριτα τον ισλαμικό φονταμενταλισμό ως μοναδικό αντίδοτο στις «σοσιαλιστικές» και «εκσυγχρονιστικές» ιδέες των Σοβιετικών.

Η υποστήριξη αυτή δεν παρέμενε στην απλή -και δικαιολογημένη- συμπάθεια προς ένα λαό, ο οποίος αντιστέκεται σε μια ξένη εισβολή και σε ένα καταπιεστικό εσωτερικό καθεστώς. Προχωρούσε στην ιδεολογική «ουσία» της αντιπαράθεσης, εξαίροντας την «ισλαμική αντίσταση» ως «κήρυγμα ελευθερίας», απέναντι στον «άθεο κομμουνισμό».

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός συσχετισμός της περιόδου της «Αλλαγής» δεν επέτρεπε τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής κατοχής (1980-1982) την ανάπτυξη παρόμοιου ιδεολογικού ρεύματος. Ομως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980, άρχισαν δειλά-δειλά να εμφανίζονται και εγχώριοι «φιλελεύθεροι μουτζαχεντίν».

* Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του ανυπόκριτου θαυμασμού και της ταύτισης με τους σημερινούς αποδιοπομπαίους είναι το βιβλίο του δημοσιογράφου Πέτρου Κασιμάτη, ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή του Πασαβάρ στο Πακιστάν, την περίοδο που «έκλεινε» το Αφγανικό.

* Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να προβάλει τη δήλωση ενός από τους συνομιλητές του ότι «οι Αφγανοί είναι ερωτευμένοι με την ελευθερία» και μας μεταφέρει την άποψή του ότι «όπου και να πάτε μην ξεχάσετε ότι εδώ στην Κεντρική Ασία πολεμάμε ένα ανελεύθερο καθεστώς κι εμποδίζουμε την εξαγωγή του κόκκινου στρατού εδώ στις περιοχές που έκτισε ο Μέγας Αλέξανδρος».

* Ο συγγραφέας αναφέρει ασχολίαστο το γεγονός ότι οι μουτζαχεντίν έχουν κηρύξει «τζιχάντ». Δείχνει απόλυτη κατανόηση για την κήρυξη του «ιερού πολέμου», εφόσον «ιερός» θεωρείται ο αγώνας εναντίον των εισβολέων. Και δέχεται αδιαμαρτύρητα όλα τα πρώτα δείγματα γραφής του υπό εκκόλαψη θεοκρατικού καθεστώτος, όπως ο αποκλεισμός των κοριτσιών από τα σχολεία των προσφύγων.

Για τη συμμετοχή της KGB και των Σοβιετικών στον εξοπλισμό του καθεστώτος της Καμπούλ ο συγγραφέας παρουσιάζεται απολύτως ενημερωμένος. Σκοτεινή, όμως, μένει για τον αναγνώστη η σχέση των ισλαμιστών ανταρτών με τους Αμερικανούς και τη CIA. Υπάρχει μόνο μια «ξερή» αναφορά σε όπλα που έρχονται από το «εξωτερικό».

Πράγματα λίγο ώς πολύ αναμενόμενα από έναν δημοσιογράφο, ο οποίος είχε συνδέσει την καριέρα του με μια άλλη θλιβερή ιστορία των αμερικανικών «υπηρεσιών»: το βρόμικο πόλεμο των Κόντρας εναντίον της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης της Νικαράγουας.

* Μεγαλύτερο, όμως, ενδιαφέρον έχει η εισαγωγή στο βιβλίο. Την υπογράφει ο Κώστας Καραμανλής και έχει γραφτεί τον Οκτώβριο του 1988. Ο σημερινός πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας δεν μασάει τα λόγια του: «Σε όλα τα μέρη του κόσμου όπου τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι δεν είναι κατευθυνόμενοι, το δράμα του Αφγανιστάν έγινε ευρύτερα γνωστό. Σε όλα τα μέρη του κόσμου, του ελεύθερου, του δημοκρατικού κόσμου, με εξαίρεση την Ελλάδα. Της Ελλάδας της οποίας η κρατική τηλεόραση βάφτισε τους ήρωες της αφγανικής αντίστασης φανατικούς θεοκράτες και ακροδεξιούς μισθοφόρους».
Το γεγονός δηλαδή ότι οι προκάτοχοι των Ταλιμπάν χαρακτηρίζονταν θεοκράτες, θεωρείται από τον κ. Καραμανλή απόδειξη ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στον «ελεύθερο κόσμο»! Οι διατυπώσεις του κ. Καραμανλή είναι γεμάτες θαυμασμό και πάθος για τους «άοπλους Αφγανούς», γι' αυτό το «φτωχό, σκληροτάχηλο λαό που δεν συμβιβάστηκε, αλλά πολέμησε για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τις παραδόσεις του». Αποφεύγει, βέβαια, να μας πει τι ακριβώς είναι αυτές οι παραδόσεις. Γιατί τότε θα ήταν υποχρεωμένος να μιλήσει για τον αναδυόμενο φονταμενταλισμό και την ιδεολογική του στήριξη από την κατά τα άλλα χριστιανική Δύση.

Εκείνη την εποχή ο κ. Καραμανλής δεν ήταν ακόμα βουλευτής. Είχε όμως τοποθετηθεί στη θέση του προέδρου της ΚΙΠΑΕΑ (Κίνηση για τον Πολυμερή Αφοπλισμό, την Ελευθερία και την Ασφάλεια). Ανάλογες σκέψεις διατύπωναν όλα τα στελέχη της ΚΙΠΑΕΑ που συγκροτήθηκε ως αντίπαλο δέος των ισχυρών εκείνη την εποχή οργανώσεων ειρήνης των κομμάτων της αριστεράς. Η ΚΙΠΑΕΑ, βέβαια, δεν διέθετε ποτέ μαζική βάση μελών. Είχε περισσότερο τη μορφή ενός νεοφιλελεύθερου θινκ τανκ και έφερε τη σφραγίδα του ιδρυτή και πρώτου της προέδρου, του Ανδρέα Ανδριανόπουλου.

* Το Μάρτιο του 1986 η ΚΙΠΑΕΑ οργάνωσε πανευρωπαϊκό συνέδριο στην Αθήνα με θέμα «Ελευθερία στο Αφγανιστάν». Στην ομιλία του ο γνωστός αναλυτής (και σύμβουλος των προέδρων της Νέας Δημοκρατίας) Γιάννης Λούλης «ανέλυσε τη σχέση ολοκληρωτικών συστημάτων και επεκτατισμού τονίζοντας πως τα συστήματα αυτά στηρίζονται: α) στη βία, β) σε αυστηρά ιεραρχικές δομές, γ) μορφές στρατικοποιημένης και στρατευμένης κοινωνίας και δ) σε μεσαιωνικές ιδεολογίες και είναι φυσικό να εξάγουν τη βία έξω από τα σύνορά τους με σκοπό να επιβάλλουν την ιδεολογία τους και τις πολιτικο-κοινωνικές δομές τους. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί με την επεκτατική δράση του σοβιετικού ολοκληρωτισμού στο Αφγανιστάν». («Απογευματινή», 10.3.1986).

Ειρωνεία της ιστορίας: τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά του σοβιετικού καθεστώτος που διακρίνει ο κ. Λούλης είναι σαν να φωτογραφίζουν το σημερινό φονταμενταλιστικό καθεστώς των Ταλιμπάν.

Για τους φιλελεύθερους όμως της ΚΙΠΑΕΑ ο (αφγανικός) ισλαμισμός ήταν τότε ο απόλυτος σύμμαχος. Απέφευγαν, μάλιστα, να του δώσουν κάποιο χαρακτηρισμό που θα παρέπεμπε σε θρησκευτικό φανατισμό. Αρκούνταν στη γενική ονομασία «μαχητές της ελευθερίας», παραποιώντας τη λέξη μουτζαχεντίν, η οποία κατά λέξη σημαίνει «μαχητής του τζιχάντ», δηλαδή του ιερού πολέμου του Ισλάμ (βλ. λεξικά Webster και Collins).

* Τη σημαία του αγώνα υπέρ των ισλαμιστών ανταρτών κραδαίνει εκείνη την εποχή και η ομάδα του περιοδικού «Εποπτεία» του γνωστού Παναγιώτη Δρακόπουλου, σημερινού μυστικοσύμβουλου του κ. Χριστόδουλου: «Κάποιοι φιλισταίοι της πολιτικής ψαρεύουν στα θολά νερά, ακολουθώντας μια δήθεν εξισωτική λογική, του τύπου "αν τρομοκράτες είναι οι Παλαιστίνιοι, τότε τρομοκράτες είναι και οι Αφγανοί αντάρτες"». (τ. 113, Ιούνιος 1986). Προφανώς για το συντάκτη της «Εποπτείας» οι Παλαιστίνιοι ως «μαρξιστές» είναι τρομοκράτες, ενώ οι ισλαμιστές Αφγανοί είναι απλώς «αντάρτες».

* Σε άλλο τεύχος του περιοδικού φιλοξενείται συνέντευξη ενός εκπροσώπου της αφγανικής ισλαμικής αντίστασης. Η Ζηνοβία Δρακοπούλου που παίρνει τη συνέντευξη δεν φείδεται κολακειών: «Γνωρίζετε ασφαλώς ότι οι δυτικές χώρες όπως και οι μουσουλμανικές θαυμάζουν τον αγώνα του αφγανικού λαού... Τι συνέβη και άρχισε αυτός ο εκπληκτικός αγώνας;» (τ. 131, Φεβρουάριος 1988).

* Στον ίδιο ιδεολογικοπολιτικό χώρο βρισκόταν το περιοδικό «Επίκεντρα», με συχνές -και κολακευτικές- αναφορές στους ισλαμιστές του Αφγανιστάν. Είναι αποκαλυπτικό το σχόλιο της σύνταξης του περιοδικού (τ. 48, Ιαν.-Φεβ. 1986): «Ο λαός του Αφγανιστάν απέδειξε ότι δεν είναι ευάλωτος στην όποια ιδεολογική επίθεση. Ηδη πολύ πριν την εισβολή, οι Αφγανοί είχαν μια ενστικτώδη αρνητική στάση απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς. Είχαν ακούσει για αθεϊσμό, για τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας και της περιουσίας. Αυτή ήταν η βάση της αντίστασης ενάντια στο φιλοσοβιετικό μαρξιστικό καθεστώς μετά το πραξικόπημα του Απριλίου του 1978 και το κίνητρο για τη λαϊκή εξέγερση μετά τη σοβιετική στρατιωτική εισβολή στις 27 Δεκεμβρίου 1979. Ενας λαϊκός πόλεμος που ακόμα συνεχίζεται. Ενας πόλεμος για την πίστη και την ελευθερία. Η ιδεολογική επανάσταση απέτυχε. Η προπαγάνδα έγινε μπούμερανγκ στα χέρια των εμπνευστών της».

Να, λοιπόν, που ο φιλελεύθερος φανατισμός οδηγεί στην εξιδανίκευση του πολέμου «για την πίστη και την ελευθερία». Ποια πίστη και ποια ελευθερία; Αυτή η γοητεία του ισλαμικού αντάρτικου και η αποσιώπηση του φονταμενταλιστικού του χαρακτήρα διαπερνούν και τα εβδομαδιαία δημοσιογραφικά όργανα του φιλελεύθερου χώρου.

* Τα «Επίκαιρα» μιλούν για τους «αγέρωχους πολεμιστές των ορέων», οι οποίοι υψώνουν «απέναντι στον κατακτητή το τείχος της ψυχής ενός λαού, με τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις του που συγκροτεί την αφγανική αντίσταση». Ανάλογα δημοσιεύματα φιλοξενούνται και στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», ο οποίος εξαντλεί όλο το αντιαραβικό και αντιμουσουλμανικό του μένος στη Λιβύη του Καντάφι.

* Αντιθέτως, οι ισλαμιστές του Αφγανιστάν εμφανίζονται απλώς ως «πατριώτες» (3.1.85). Και δημοσιεύεται -μεταξύ άλλων- και μια συνέντευξη του ισλαμιστή Σαγιέντ Αχμάντ Γκελαϊνί στον Αθανάσιο Παπανδρόπουλο.

Ο Γκελαϊνί, βέβαια, εμφανίζεται ως μετριοπαθής και φιλοδυτικός ισλαμιστής. Πουθενά στο κείμενο δεν πληροφορούμαστε ότι τη δύναμή του την αντλούσε από τη δήλωση ότι είναι απευθείας απόγονος του Μεγάλου Προφήτη.

* Από κοντά και τα έντυπα της άκρας δεξιάς. Το «Ελληνικόν Αύριον» του σημερινού βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Κιλτίδη και άλλων τεταρταυγουστιανών της Θεσσαλονίκης προβάλλει ως υπόδειγμα τους «αφγανούς αντάρτες που ρεζίλεψαν τον ρωσικό στρατό με τα παλιοντούφεκά τους» (τ. 21, Μάρτιος 1980).

Αυτός ο ανυπόκριτος θαυμασμός προς τη δράση των ισλαμιστών δεν σταματά ούτε μπροστά σε ενέργειες που σε κάθε άλλη περίσταση θα χαρακτηρίζονταν τρομοκρατικές. Αντιγράφουμε από τα -κατά τα άλλα μετριοπαθή- «Επίκεντρα»:

«Στις αρχές του μηνός (σ.σ. Ιανουάριος 1985) οι Ρώσοι οργάνωσαν στο ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ της Καμπούλ μια συνάντηση 81 αντιπροσώπων από 44 χώρες, που ανήκουν σε μια από τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού μετώπου, το Συνέδριο της Αφρό-Ασιατικής Ειρήνης και Αλληλεγγύης. Οι μαχητές της ελευθερίας κατόρθωσαν να "χαιρετήσουν" την έναρξή του εκτοξεύοντας τέσσερις πυραύλους από τα περίχωρα της πόλης με στόχο το ξενοδοχείο». (τ. 42, Ιαν.-Φεβρ. 1985). Ο θαυμασμός σε μια ενέργεια που αν δεν είναι «τρομοκρατική», τουλάχιστον συνιστά ένα κλασικό έγκλημα πολέμου, είναι ενδεικτικός για την πλήρη ταύτιση του πολιτικο-ιδεολογικού χώρου με τους ισλαμιστές.

Η Διεθνής του φιλοϊσλαμισμού

Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να νομίσουμε πως όλος αυτός ο θαυμασμός των εγχώριων φιλελευθέρων για τον ιερό πόλεμο των Αφγανών υπήρξε δική τους πρωτοτυπία.

Πρόκειται, αντίθετα, για μια τυπική περίπτωση (στρεβλής, ως συνήθως) υιοθέτησης ιδεών και προτύπων που μεσουρανούσαν τη δεκαετία του '80 στις δυτικές χώρες. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα γνωστά ευρωπαϊκά περιοδικά της εποχής, για να διαπιστώσει την έκταση στην οποία οι μουτζαχεντίν επιστρατεύονται ως υπόδειγμα «αντίστασης στον ολοκληρωτισμό». Με κάποιες αναπόφευκτες, εννοείται, ιδεολογικές ταχυδακτυλουργίες: ο ισλαμικός χαρακτήρας του αντάρτικου δεν αποσιωπάται μεν, «διασκεδάζεται» όμως - είτε με την ανακάλυψη κάποιων (ο Αλλάχ να τις κάνει) «μετριοπαθών» τάσεών του, είτε με την προσφυγή στον εξωτισμό, όπου όλα ανάγονται στην «ιδιοπροσωπία» της κατεχόμενης χώρας και του λαού της. Με αποτέλεσμα ακόμη και οι πιο φρικαλέες βαρβαρότητες να «δικαιολογούνται» στο όνομα της «τοπικής ιδιαιτερότητας».

* Τα παραδείγματα αφθονούν. «Καθυστερημένο, σίγουρα, αλλά αυθεντικό, το πραγματικό Αφγανιστάν ήταν καλώς ή κακώς ανεξάρτητο. Σήμερα, δεν είναι τίποτα», αποφαίνεται κατηγορηματικά το «Point» (24.3.80).

Οταν ο αντάρτης φύλαρχος Αμίν Βαρντάκ, φεουδάρχης της ομώνυμης επαρχίας με «κάπου 800.000 υπηκόους», επισκέπτεται τα γραφεία του «Figaro Magazine» για μια συνέντευξη, περιγράφεται με θαυμασμό ως «ταπεινός και μυστηριώδης, όπως ένας άνθρωπος του Μεσαίωνα» (7.3.81). Ο ίδιος δηλώνει πως «ο κομμουνισμός είναι ο εχθρός του ισλάμ, αλλά ο Αλλάχ είναι μεγάλος και θα αποφασίσει ποιος θα νικήσει»· το περιοδικό συμπεραίνει, στο σχετικό μεσότιτλό του, ότι πρόκειται απλά για «μια ελεύθερη χώρα».

Οσο για τον τίτλο του άρθρου, αυτός θα βγει από τον (ψευδή) ισχυρισμό του πολέμαρχου ότι στα σοβιετικά στρατεύματα κατοχής συμμετέχουν επίσης Κουβανοί, Τσέχοι, Βούλγαροι κι άλλοι Ανατολικοευρωπαίοι, οπότε οι μουτζαχεντίν «είναι μόνοι τους, ενάντια σε επτά κομμουνιστικές χώρες». Προφανώς, η δήλωσή του πως «οι νέοι δεν έχουν ιδέα τι θα πει μοναρχία ή δημοκρατία» αλλά «μάχονται κάτω από τη μαύρη σημαία του Προφήτη και την πράσινη σημαία του ισλάμ, ενάντια στην κόκκινη σημαία του άθεου τυράννου, που πρέπει να εξολοθρευτεί», δεν κρίθηκε και τόσο εύπεπτη από το παρισινό κοινό - με αποτέλεσμα να καταχωνιαστεί στα ψιλά.

* Από κοντά το «Paris Match», πανηγυρίζει για το ρώσο πιλότο που από τα ύψη «βρέθηκε στο μεσαίωνα» με την κατάρριψη του αεροπλάνου του (17.7.81). Οι μουτζαχεντίν μπορεί να υποβάλλουν τους αιχμαλώτους τους σε «ατέλειωτα βασανιστήρια, προτού τους ρίξουν λεία στα κυνηγόσκυλα», δεν παύουν ωστόσο να είναι «οι μαχητές της ελπίδας» (1.5.81).

Η τελετουργική σφαγή των «προδοτών» και άλλων «συνεργατών του κατακτητή» αποτυπώνεται, επανειλημμένα, σε μακάβρια φωτορεπορτάζ, όπου αιχμάλωτοι δεμένοι πισθάγκωνα πυροβολούνται στο σβέρκο, σφάζονται με χατζάρι, πελεκιούνται με τσεκούρι ή λιθοβολούνται μέχρι θανάτου. Κάπου-κάπου, βέβαια, κρίνεται σκόπιμο να μετριαστεί προληπτικά η ενδεχόμενη δυσφορία του αναγνώστη:

«Είναι Αφγανός», διαβάζουμε στο «Paris Match» για ένα μελλοθάνατο κομμουνιστή που οδηγείται στον τόπο της εκτέλεσης, «και όποιες και να 'ναι οι πολιτικές του απόψεις, έχει την ίδια αδιαφορία μπροστά στο θάνατο». Πάλι καλά... Γιατί το βρετανικό «NOW!» δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να διαπιστώσει (30.11.79) πως «οι αντάρτες του Αφγανιστάν είναι ένας ζεστός και φιλικός λαός, αν και ικανοί να γδέρνουν ζωντανούς σοβιετικούς στρατιώτες στον ιερό τους πόλεμο».

* Υπάρχουν, άλλωστε, σοβαροί λόγοι να συστρατευτεί κανείς με το ισλαμικό αντάρτικο. «Μια αναμέτρηση ανάμεσα στο ισλάμ και το σοβιετικό ιμπεριαλισμό είναι μια θαυμάσια εξέλιξη» διαπιστώνει το «NOW!» (24.4.81), ενώ το γαλλικό «Paris Match» καταναλώνει τρεις πυκνογραμμένες σελίδες για να πείσει το κοινό του ότι άλλο πράγμα οι ισλαμιστές της Τεχεράνης (τους οποίους σύμπασα η Δύση καταγγέλλει) κι άλλο οι αφγανοί μουτζαχεντίν, που διατυπώνουν «το πρώτο "όχι" των αποικιοκρατούμενων λαών της σοβιετικής αυτοκρατορίας» (18.1.80).

* Για απαιτητικότερα (και πιο πολυφωνικά) γούστα, το σοβαρό «L' Express» μας πληροφορεί ότι «τα κινήματα του Πεσαβάρ περιλαμβάνουν από προοδευτικούς διανοούμενους έως το πιο ακραίο ισλάμ» (12.1.80) και πως η αντίσταση είναι διχασμένη ανάμεσα στους «φονταμενταλιστές» και τους «υπερασπιστές της παράδοσης» -με βασικό εκπρόσωπο των τελευταίων, έναν «απόγονο του Προφήτη» που ισχυρίζεται πως υπερασπίζεται «τα συμφέροντα του ελεύθερου κόσμου» (31.12.82)!

Τη μερίδα του λέοντος από την προβολή αυτή αποσπά ο Αχμέτ Σαχ Μασούντ, το «λιοντάρι του Πανσίρ» που δολοφονήθηκε προ ημερών. Απόφοιτος του γαλλικού λυκείου της Καμπούλ, ξέρει πώς να αποσπά το θαυμασμό των δυτικών ΜΜΕ. «Στρατηγός, διοικητής, δήμαρχος, δάσκαλος και προστάτης των ψυχών σε ένα και μόνο πρόσωπο» κατά το γερμανικό «Stern», «πιστεύει στη σιδερένια πειθαρχία: τους στρατιώτες που κάπνιζαν μυστικά χασίς ή έκλεβαν κάποιο όπλο από τα λάφυρά τους, τους χτυπούσε με τα ίδια του τα χέρια και μετά τους φυλάκιζε» (28.6.84).

* Διαδοχικές αναλύσεις θα τον εμφανίσουν σαν εκφραστή της «νέας αντίστασης», υπέρμαχο της ενότητας «υπεράνω κομματικών, φυλετικών, εθνοτικών και θρησκευτικών διχασμών» («L' Express» 23.12.83), «αντίπαλο των ακραίων ισλαμιστών» («Le Nouvel Observateur» 24.6.88) ακόμη και εκπρόσωπο ενός «ισλαμικού εκσυγχρονισμού» (Olivier Roy «L' Afghanistan. Islam et modernite politique», Παρίσι 1992)!

* Εκείνο που όλοι θα «ξεχάσουν» να αναφέρουν είναι πως ο εν λόγω πολέμαρχος, τον οποίο κατόπιν εορτής η «Liberation» θα παρομοιάσει με τον υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας, βγήκε στο κλαρί ήδη από το 1975 (τεσσεράμισι χρόνια πριν από τη σοβιετική επέμβαση και τρία πριν από την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία) για να πολεμήσει τους «άθεους» εκσυγχρονιστές εθνικιστές που είχαν ανατρέψει τη μοναρχία.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό το μανιχαϊκό μοντέλο καθορίστηκε από τις ίδιες τις συνθήκες παραγωγής της ειδησεογραφίας γύρω από το συγκεκριμένο αντάρτικο. Δυο μόλις βδομάδες μετά τη σοβιετική εισβολή, οι αρχές του Αφγανιστάν διέταξαν την απέλαση όλων των ξένων δημοσιογράφων από τη χώρα· με εξαίρεση λιγοστών «ημετέρων», οι τελευταίοι δεν θα επιστρέψουν στην Καμπούλ πριν από το 1986.

* Με δεδομένες την έκταση, τη γεωφυσική διαμόρφωση και τις πρωτόγονες συγκοινωνίες της χώρας, το επίκεντρο της διεθνούς «ενημέρωσης» μεταφέρθηκε έτσι στην παραμεθόρια πακιστανική πόλη Πεσαβάρ, όπου είχαν το στρατηγείο τους οι υποστηριζόμενες από τη CIA οργανώσεις των μουτζαχεντίν.

«Κατά το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου, οι περισσότεροι ρεπόρτερ βρήκαν ασφαλέστερη τη στήριξη σε "δυτικές διπλωματικές πηγές του Πακιστάν", δηλαδή αξιωματούχους του προξενείου των ΗΠΑ στο Πεσαβάρ ή της πρεσβείας τους στο Ισλαμαμπάντ», διαβάζουμε σε έναν απολογισμό με βάση τα διαθέσιμα αμερικανικά αρχεία (NSA «Afghanistan: the making of U.S. policy», 1991). Δημοσιογράφοι που τόλμησαν να κριτικάρουν τις συνέπειες αυτής της πρακτικής, όπως η Μαίρη Ουίλιαμς Ουόλς της «Wall Street Journal», αντιμετωπίσ τηκαν με εξοστρακισμό.

* Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, η χειραγώγηση της κοινής γνώμης οργανώθηκε με βάση ειδική προεδρική Οδηγία του Ρέιγκαν (αρ. 77 της 14.1.83) «Για τη διαχείριση της δημόσιας διπλωματίας σχετικά με ζητήματα εθνικής ασφαλείας». Μια συντονιστική Διυπηρεσιακή Ομάδα Εργασίας για το Αφγανιστάν συνεδρίαζε στην Ουάσιγκτον δύο φορές το μήνα, «συζητώντας για τους τρόπους με τους οποίους θα αυξηθεί η κάλυψη του πολέμου από τα ΜΜΕ και θα προκληθεί συμπάθεια και υποστήριξη προς τους μουτζαχεντίν». Για την επιτυχία του εγχειρήματος, αψευδής μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί η ομοιομορφία των επίμαχων δημοσιογραφικών «ανταποκρίσεων».


Οι θαυμαστές του τσαντόρ


Και ξαφνικά, την επομένη του τρομοκρατικού χτυπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου, η Δύση ανακάλυψε το δράμα των γυναικών του Αφγανιστάν.
Προηγήθηκε ο Μπους τζούνιορ, που έδωσε αυτοπροσώπως το σύνθημα στο Κογκρέσο, «αποκαλύπτοντας» στους συμπατριώτες του ότι οι «γυναίκες στο Αφγανιστάν δεν μπορούν να πάνε στο σχολείο», ενώ οι «άνδρες κινδυνεύουν με φυλάκιση σε περίπτωση που η γενειάδα τους δεν έχει το επιβαλλόμενο μήκος». Κηρύσσοντας τον πόλεμο στους Ταλιμπάν, η πλευρά του «πολιτισμού» έμελλε να χρησιμοποιήσει ως βασικό της επιχείρημα ότι οι Ταλιμπάν «έχουν κηρύξει τον πόλεμο στις γυναίκες».

Γέμισαν έτσι οι μικρές οθόνες όπου γης με γυναίκες-φαντάσματα, τυλιγμένες στην μπούρκα και δημοσιογράφους, που από τη μια στιγμή στην άλλη συνειδητοποίησαν ότι το καθεστώς των Ταλιμπάν είναι το πιο σεξιστικό του κόσμου. Αδιάφορο αν, χρόνια τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι των μίντια έθαβαν συστηματικά τις σχετικές ειδήσεις και έριχναν στον κάλαθο των αχρήστων τις πληροφορίες για τις -φεμινιστικές και ανθρωπιστικές- καμπάνιες, που κατά καιρούς επιχείρησαν να ευαισθητοποιήσουν το «δυτικό κόσμο» για την αδιανόητη πραγματικότητα των γυναικών του Αφγανιστάν.

Το γελοίο στην όλη υπόθεση είναι ότι οι δύσμοιρες Αφγανές χρησιμοποιήθηκαν κάποτε ως άλλοθι για έναν άλλον ιερό πόλεμο, αυτόν που οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους διεξήγαγαν εκείνο τον καιρό εναντίον των σοβιετικών κατακτητών του Αφγανιστάν. Μόνο που τότε, η αμερικανική προπαγάνδα είχε ανάγκη να στηριχθεί στην αντίστροφη επιχειρηματολογία.

Οπως υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80 οι εγκέφαλοι αυτής της προπαγάνδας, οι άθεοι Σοβιετικοί, στη λυσσώδη προσπάθειά τους να διαρρήξουν κάθε συνεκτικό ιστό της αφγανικής κοινωνίας, στράφηκαν κατά των ηθών και εθίμων της χώρας, επέβαλαν νέους τρόπους ζωής και υποχρέωσαν με τη βία τους κατοίκους της να απαρνηθούν τις ιερότερες παραδόσεις τους. Στον προπαγανδιστικό αυτό λόγο, οι γυναίκες -φορείς, υποτίθεται, της παράδοσης σε όλες τις «καθυστερημένες» χώρες- ήταν επόμενο να βρεθούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και να χρησιμεύσουν ως βασικό επιχείρημα των αντισοβιετικών αναλύσεων.

Ετσι, οι εικόνες των γυναικών με την μπούρκα έκαναν και τότε το γύρο του «πολιτισμένου» κόσμου. Με τη διαφορά ότι τη δεκαετία του '80, οι δυτικοί αποδείχθηκαν ένθερμοι οπαδοί της ακραίας αυτής εκδοχής του ισλαμικού τσαντόρ, που τους κάνει σήμερα να κραυγάζουν από αγανάκτηση. Φωτογραφίες με καλυμμένες γυναίκες δίπλα σε κομμουνιστικά συνθήματα έκαναν τον καιρό εκείνο την εμφάνισή τους στα δυτικά μέσα ενημέρωσης με λεζάντες που διατύπωναν ευθαρσώς την αντίρρησή τους σε κάθε απόπειρα «εκσυγχρονισμού» της γυναικείας ενδυμασίας στο Αφγανιστάν. Ιδιαίτερο σουξέ πρέπει να είχε μια φωτογραφία που δημοσιεύτηκε -μεταξύ άλλων- στο γερμανικό περιοδικό «Stern» (8/8/1985) και στο αμερικανικό «U.S. News & World Report» (23/9/1985): δύο «μεταλλαγμένες» αφγανές ασφαλίτισσες, με σκούρο ταγέρ και ψηλές μπότες, υποβάλλουν σε σωματικό έλεγχο για κρυμμένα όπλα δύο συμπατριώτισσές τους κρυμμένες πίσω από την μπούρκα τους. Η εικόνα αντιμετωπίστηκε ως σύμβολο του βιασμού ενός ολόκληρου λαού από τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.

Χαρακτηριστικά είναι από την άποψη αυτή τα προπαγανδιστικά φυλλάδια που κυκλοφόρησαν οι αμερικανικές υπηρεσίες στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '80, με θέμα τον πόλεμο του Αφγανιστάν: οι Σοβιετικοί εμφανίζονται να πιέζουν τον αφγανικό λαό να προδώσει την πίστη του στο Ισλάμ και, με αιχμή του δόρατος τη γυναικεία χειραφέτηση, να οδηγούν τους πιστούς ισλαμιστές στη βάναυση αλλοίωση της ταυτότητάς τους.

Στα κείμενα αυτά, το ίδιο Ισλάμ που στις μέρες μας δαιμονοποιείται με τη μεγαλύτερη ευκολία, παρουσιάζεται με τα πιο ειδυλλιακά χρώματα: «Οι φοιτητές υποχρεώνονται να καταγγείλουν το Ισλάμ και τον προηγούμενο τρόπο ζωής», διαβάζουμε ενδεικτικά στην μπροσούρα «Αφγανιστάν. Η πάλη για την ανάκτηση της ελευθερίας» (επίσημη έκδοση της United States Information Agency, Ιούνιος 1984). «Προκειμένου να καταβαραθρώσουν το ηθικό και τις ισλαμικές αξίες των εφήβων, οι τοπικοί πυρήνες του κόμματος έχουν οργανώσει λέσχες όπου νεαρά κορίτσια και αγόρια διδάσκονται ότι οι ισλαμικές αξίες στις ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι προοδευτικές».



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

United States Information Agency «Afghanistan. The struggle in its fifth year»
(χ.τ.έ, Ιούνιος 1984). Προπαγανδιστικό φυλλάδιο της επίσημης κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ σχετικά με το ισλαμικό αντάρτικο κατά των Σοβιετικών. Περιλαμβάνεται εκτενής καταγγελία της «μαρξιστικής αναμόρφωσης» του πληθυσμού, με την οποία επιχειρείται «η επιβολή μιας ολοκληρωτικής κομμουνιστικής ιδεολογίας σε ένα ισλαμικό έθνος» και η «αντικατάσταση των αφγανικών κοινωνικών και ηθικών αξιών με μια σοβιετοποιημένη κοινωνική δομή».

National Security Archive «Afghanistan: the making of U.S. policy (1973-1990)» (http://192.195.245.32/afessayx.htm). Η σταδιακή εμπλοκή των ΗΠΑ στο ισλαμικό αντάρτικο του Αφγανιστάν, από την ανατροπή της μοναρχίας ώς την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα αμερικανικά αρχεία. Εισαγωγή στην έκδοση μιας εκτενέστατης συλλογής από έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (1991).

Πέτρος Κασιμάτης «Αφγανιστάν. Η μαρτυρία ενός ρεπόρτερ» (Αθήνα 1989, εκδ. Εστία). Δημοσιογραφικό οδοιπορικό στο Πεσαβάρ, επιδιδόμενο στον άκριτο εγκωμιασμό των ισλαμιστών ανταρτών. Προλογίζει ο σημερινός πρόεδρος της Ν.Δ., Κ. Καραμανλής.

Τζόναθαν Νιλ «Αφγανιστάν. Η τραγωδία ενός λαού» (Αθήνα 1982, εκδ. Ανδρομέδα). Συνοπτική, αλλά ισορροπημένη παρουσίαση του αφγανικού ζητήματος, από έναν κοινωνικό ανθρωπολόγο με εμπειρία στην περιοχή.

ΔΕΙΤΕ

"Τζέιμς Μποντ: «Με το δάχτυλο στη σκανδάλη» («The living daylights») του Τζον Γκλεν (1987). Οι καταπληκτικοί μουτζαχεντίν βοηθούν τον πράκτορα 007 να βγάλει από το «σιδηρούν παραπέτασμα» έναν «καλό» -και ως εκ τούτου αντισοβιετικό- ρώσο επιστήμονα.

(Ελευθεροτυπία, 30/9/2001)

http://www.iospress.gr/ios2001/ios20010930a.htm

Η ανίερη τζιχάντ της CIA

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΜΠΙΝ ΛΑΝΤΕΝ

Λίγα χρόνια προτού μπει στον κατάλογο του FBI με τους πλέον καταζητούμενους ανθρώπους της υδρογείου, ο Οσάμα Μπιν Λάντεν εκπαιδεύτηκε και συνεργάστηκε στενά με τις αμερικανικές υπηρεσίες στο νικηφόρο τους πόλεμο στο Αφγανιστάν

Από την πρώτη στιγμή που εκδηλώθηκε η επίθεση εναντίον στόχων στις ΗΠΑ, αναλυτές, πολιτικοί και δημοσιογράφοι άρχισαν να αναρωτιούνται για την προέλευση του χτυπήματος. Εκεί που συγκλίνουν οι περισσότεροι, όσο κι αν ομολογούν ότι είναι αβάσιμη κάθε πρόωρη βεβαιότητα, είναι στο πρόσωπο του Μπιν Λάντεν.

Για μία ακόμα φορά, η CIA πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο. Οχι μόνο επειδή διαθέτει το καλύτερο παγκόσμιο δίκτυο πληροφοριών, αλλά -κυρίως- επειδή ο Σαουδάραβας «υπερτρομοκράτης», ο «πλέον καταζητούμενος άνθρωπος στον κόσμο» είναι ένα δικό της παιδί, γέννημα-θρέμμα των σχεδιασμών της.

Οι σχέσεις του Μπιν Λάντεν με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες είναι γνωστές και διασταυρωμένες. Πρόκειται βέβαια για κάτι που επιθυμούν να ξεχάσουν και οι δύο πλευρές.

*Οι Αμερικανοί προσπαθούν να ξεχάσουν ότι προκάλεσαν οι ίδιοι την ανάπτυξη του ισλαμικού φονταμενταλισμού, ότι χρηματοδότησαν και εκπαίδευσαν τις ακραίες παραστρατιωτικές ομάδες στο Αφγανιστάν προκειμένου να χτυπήσουν τη Σοβιετική Ενωση.

*Αλλά και ο Λάντεν και οι υποστηρικτές του δεν διανοούνται να ομολογήσουν ότι συνεργάστηκαν τόσο στενά με την πραγματική «αυτοκρατορία του κακού», έστω και για έναν «ιερό σκοπό», όπως ήταν τότε γι' αυτούς η απελευθέρωση του Αφγανιστάν από τους Σοβιετικούς.

Ο ίδιος ο Μπιν Λάντεν έχει εκπαιδευτεί από τη CIA, σύμφωνα με τον ειδικό αναλυτή για θέματα Μέσης Ανατολής Χαζίρ Τεϊμουριάν, συνεργάτη του BBC. Οι λεπτομέρειες αυτής της εκπαίδευσης δεν είναι φυσικά γνωστές, αλλά σίγουρα περιελάμβαναν όσα θεωρούσαν απαραίτητα οι Αμερικανοί για τον «ανορθόδοξο» πόλεμο στην περιοχή.

Η πτυχή αυτή της δράσης του αποσιωπάται βέβαια απολύτως στο ειδικό τεύχος που εξέδωσε το FBI το καλοκαίρι του 1997, με ενδιαφέρουσες -κατά τα άλλα- πληροφορίες από τη ζωή του.

Για ευνόητους λόγους, τα χρόνια της στενής συνεργασίας του Μπιν Λάντεν με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες στο Αφγανιστάν παραμένουν σε ένα βολικό για όλες τις ενεχόμενες πλευρές ημίφως.

Πρόκειται για μια ιδιότυπη «συνωμοσία σιωπής» προκειμένου να συγκαλυφθεί ένα παρελθόν που θέτει σε δοκιμασία το άκαμπτο αντιαμερικανικό προφίλ του ηγέτη του ιερού μουσουλμανικού πολέμου και την ίδια στιγμή κλονίζει ανεπανόρθωτα τα θεμέλια της τρέχουσας αμερικανικής τρομο-μυθολογίας, η οποία στο πρόσωπο του Μπιν Λάντεν μοιάζει να έχει ανακαλύψει την ενσάρκωση του απόλυτου κακού.

Το «εμπάργκο», ωστόσο, της σχετικής ενημέρωσης δεν είναι απόλυτο: διαθέτουμε ήδη αρκετές πληροφορίες για τις διασυνδέσεις του Μπιν Λάντεν με τη CIA την εποχή του πολέμου στο Αφγανιστάν, καθώς και για τη διαδικασία μέσα από την οποία οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες εξέθρεψαν τον καιρό εκείνο το μουσουλμανικό εξτρεμισμό με τον οποίο θα βρίσκονταν αργότερα αντιμέτωπες.

Από την άποψη αυτή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που φέρνει στο φως ο δημοσιογράφος Αχμέντ Ρασίντ σε πρόσφατη μελέτη του για τους Ταλιμπάν, στην οποία καταρρίπτονται αρκετές από τις απλουστεύσεις που συνοδεύουν συνήθως τις στερεοτυπικές αναγνώσεις του ταλιμπανικού «φαινομένου» στη Δύση.

*Στην αφήγησή του, ο Αχμέντ Ρασίντ συναντά τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, νεαρό τότε ακόμη φοιτητή από τη Σαουδική Αραβία, να στρατεύεται από νωρίς στην υπόθεση της αφγανικής αντίστασης κατά των σοβιετικών εισβολέων.

*Δεν ήταν μόνος: Χιλιάδες μουσουλμάνοι ποικίλης προέλευσης, αλλά πάντως ριζοσπαστικών φρονημάτων, στρατολογούνταν τότε στην αφγανική υπόθεση χάρη σε ένα δίκτυο το οποίο διηύθυναν οι πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες (ISI).

*Το δίκτυο αυτό επρόκειτο να δεχθεί σύντομα σοβαρή βοήθεια από τη CIA, σε μια προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να αποδείξουν ότι σύσσωμος ο μουσουλμανικός κόσμος πολεμούσε τους Σοβιετικούς στο πλευρό των Αφγανών, και των αμερικανών συμμάχων τους.

*Ούτως ή άλλως, στην περίπτωση του Αφγανιστάν, η CIA είχε επιτύχει μια πρωτόγνωρη κλιμάκωση του πολέμου: ο αρχηγός της Ουίλιαμ Κέισι είχε πείσει το Κογκρέσο να προμηθεύσει τους μουτζαχεντίν με αντιαεροπορικούς πυραύλους Στίγκερ αμερικανικής κατασκευής, καθώς και να στείλει ειδικούς συμβούλους για να εκπαιδεύσουν τους αντάρτες. Η CIA, το βρετανικό ΜΙ6 και η πακιστανική ISI είχαν εξάλλου συμφωνήσει να επιχειρήσουν επιθέσεις στις Σοβιετικές Δημοκρατίες του Τατζικιστάν και του Ουζμπεκιστάν, από όπου περνούσαν οι προμήθειες και ο εξοπλισμός των σοβιετικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν.

*Μια πρώτη επίθεση με πύραυλο σημειώθηκε τον Μάρτιο του 1987 σε χωριά του Τατζικιστάν. Σύμφωνα με μαρτυρίες πακιστανών υπουργών, ο Κέισι ενθουσιάστηκε με τα νέα και στο επόμενο μυστικό ταξίδι του στο Πακιστάν πέρασε τα σύνορα μαζί με τον πρόεδρο Ζία, μπήκε στο αφγανικό έδαφος και επιθεώρησε ομάδες των μουτζαχεντίν.

*Μεταξύ 1982 και 1992, οι μουσουλμάνοι που συνέρρευσαν από 43 ισλαμικές χώρες για να βοηθήσουν τους αφγανούς μουτζαχεντίν υπολογίζονται σε 35.000. Προκαλεί σήμερα έκπληξη το γεγονός ότι καμία από τις μυστικές υπηρεσίες οι οποίες ενεπλάκησαν στη μαζική αυτή στρατολόγηση δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται για τις σοβαρές επιπτώσεις που θα είχε στο μέλλον η πρωτοφανής αυτή συγκέντρωση και κοινή πολεμική προετοιμασία χιλιάδων «αγωνιστών του ιερού πολέμου». Φαίνεται, ωστόσο, ότι άλλες προτεραιότητες πρυτάνευαν την εποχή εκείνη που προείχε η συντριβή της σοβιετικής πολεμικής μηχανής.

*Στο κλίμα αυτό, ο Οσάμα Μπιν Λάντεν δεν ήταν ένας ακόμη νεαρός μουσουλμάνος πεισμένος για την αναγκαιότητα της τζιχάντ.

Ο Μοχάμεντ Μπιν Λάντεν, ο πατέρας του, είχε υπάρξει στενός φίλος του νεκρού πια βασιλιά Φεϊζάλ και είχε αποκτήσει αμύθητη περιουσία -και τεράστια φήμη- από τις εργασίες ανακαίνισης στα ιερά τεμένη της Μέκκας και της Μεδίνας.

*Είναι βέβαιο ότι η πακιστανική ISI ζητούσε διακαώς από τον πρίγκιπα Τουρκί Μπιν Φεϊζάλ, επικεφαλής της σαουδαραβικής υπηρεσίας πληροφοριών Ιστακμπαράτ, να αναθέσει σε κάποιον πρίγκιπα την ηγεσία των σαουδαράβων εθελοντών, ώστε να πειστεί ο μουσουλμανικός κόσμος για τη στράτευση της σαουδαραβικής βασιλικής οικογένειας στην τζιχάντ.

*Η πίεση αποδείχθηκε σύντομα μάταιη, καθώς δεν υπήρχε πρίγκιπας πρόθυμος να εγκαταλείψει τις βολές του για τα αφγανικά βουνά.

*Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο Οσάμα Μπιν Λάντεν: μπορεί να μην έτρεχε γαλάζιο αίμα στις φλέβες του, ήταν όμως αρκετά κοντά στη βασιλική αυλή και οπωσδήποτε αρκούντως πλούσιος ώστε να ηγηθεί των στρατευμένων στην αφγανική υπόθεση συμπατριωτών του.

*Οπως επρόκειτο να αποδειχθεί στη συνέχεια, ο Μπιν Λάντεν, ο πρίγκιπας Τουρκί και ο πακιστανός στρατηγός Γκουλ θα γίνονταν στενοί φίλοι και θα συνεργάζονταν αρμονικά για την κοινή υπόθεση.

*Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Αχμέντ Ρασίντ, ο Μπιν Λάντεν ανέλαβε κατά κύριο λόγο, εκτός από τη στρατολόγηση εθελοντών, τη συγκέντρωση χρημάτων από σαουδαραβικές κυρίως πηγές μέσα από τις δραστηριότητες της οργάνωσης Μακτάμπ αλ-Χινταμάτ (Κέντρο Υπηρεσιών), που ιδρύθηκε το 1984. Δωρεές προερχόμενες από σαουδαραβικές μυστικές υπηρεσίες, μέλη της βασιλικής οικογένειας, τεμένη κ.ο.κ. διακινούνταν μέσω της Μακτάμπ προς τους αφγανούς αντάρτες. (Το Μακτάμπ δεν περιορίστηκε όμως στον αραβικό κόσμο. Διέθετε γραφεία στο Ντιτρόιτ και το Μπρούκλιν, και είχε εξασφαλίσει την ανοικτή υποστήριξη της κυβέρνησης Ρέιγκαν.

Μια δεκαετία αργότερα, το Μακτάμπ θα θεωρηθεί ως το κέντρο της παγκόσμιας συνωμοσίας εναντίον των ΗΠΑ: στο γραφείο του Μπρούκλιν σύχναζαν το 1993 τόσο ο τυφλός σεΐχης Ομάρ Αμπντέλ Ραχμάν όσο και οι βομβιστές του World Trade Center.)

*Ούτως ή άλλως, η θητεία του Μπιν Λάντεν στη συλλογή χρημάτων ήταν ήδη πλούσια: προτού ο ίδιος ασχοληθεί με το ζήτημα, ο πατέρας του ενίσχυε συστηματικά τους Αφγανούς. Ο ίδιος ο Οσάμα Μπιν Λάντεν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Πεσαβάρ το 1980, όπου συνάντησε τους ηγέτες των μουτζαχεντίν, και από τότε και μέχρι το 1982, οπότε αποφάσισε να εγκατασταθεί μονίμως στο Πεσαβάρ, επέστρεφε συχνά στο Πακιστάν μεταφέροντας δωρεές από συμπατριώτες του.

*Στα 1986 συμμετείχε δραστήρια στην κατασκευή ενός υπόγειου συγκροτήματος κάτω από τα βουνά που βρίσκονται στα σύνορα με το Πακιστάν, και το οποίο χρηματοδότησε η CIA για να χρησιμοποιηθεί για τη φύλαξη οπλισμού, καθώς και ως μυστικό σημείο συγκέντρωσης και νοσοκομείο για τους μουτζαχεντίν.

*Στις υπόγειες αυτές σήραγγες ο Μπιν Λάντεν εγκατέστησε ένα δικό του στρατόπεδο εκπαίδευσης των λεγόμενων Αραβο-Αφγανών, δηλαδή των εθελοντών μουσουλμάνων που έρχονταν να πολεμήσουν τους Σοβιετικούς στο Αφγανιστάν.

*«Για να αντιμετωπίσουν τους άθεους Ρώσους, οι Σαουδάραβες με επέλεξαν ως εκπρόσωπό τους στο Αφγανιστάν», έχει δηλώσει ο ίδιος σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (27 Αυγούστου 1998), εκθέτοντας τη δική του εκδοχή των γεγονότων που ακολούθησαν τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν: «Εγκαταστάθηκα στο Πακιστάν, στην περιοχή δίπλα στα αφγανικά σύνορα. Εκεί υποδέχθηκα τους εθελοντές που έρχονταν από τη Σαουδική Αραβία και από όλες τις αραβικές και ισλαμικές χώρες. Δημιούργησα στη συνέχεια το πρώτο στρατόπεδο, όπου αυτοί οι εθελοντές εκπαιδεύονταν από πακιστανούς και αμερικανούς αξιωματικούς. Τα όπλα μάς τα προμήθευαν οι Αμερικανοί, τα χρήματα οι Σαουδάραβες».

*Σε άλλες δηλώσεις του, καιρό μετά τα γεγονότα, ο Μπιν Λάντεν έχει ακόμα υποστηρίξει ότι συμμετείχε σε ενέδρες κατά των σοβιετικών στρατευμάτων, αλλά, απ' ό,τι φαίνεται, ο κύριος τομέας της ενασχόλησής του αφορούσε τη διοχέτευση χρημάτων (από την προσωπική του περιουσία αλλά και από δωρεές) για την προώθηση των σχεδίων και την επικράτηση της ιδεολογίας των μουτζαχεντίν.

Η ιδιωτικοποίηση της τζιχάντ

*Στο σημείο πάντως που φαίνεται ότι βοήθησε ιδιαίτερα ο Μπιν Λάντεν είναι ο τρόπος χρηματοδότησης των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, δαπάνησε τουλάχιστον 6 δισ. δολάρια για να προμηθεύσει με όπλα το αφγανικό αντάρτικο κατά των Σοβιετικών.

*Ο Μιλτ Μπέρντεν, ο οποίος είχε εκ μέρους της CIA αναλάβει να οργανώσει το αφγανικό μέτωπο, περιέγραψε σε μια σχετικά πρόσφατη τηλεοπτική παραγωγή το ρόλο του Μπιν Λάντεν στην επιχείρηση αυτή:

«Ο Μπιν Λάντεν έκανε πράγματι ορισμένα πολύ καλά πράγματα. Εβαλε πολλά χρήματα εκεί που έπρεπε στο Αφγανιστάν».

*Ο Μπέρντεν υποστηρίζει ότι είναι μύθος όσα θρυλούνται για την ηρωική δράση του Μπιν Λάντεν στο πεδίο της μάχης: «Δεν υπήρξε κανένας Αραβας που να έπαιξε σημαντικό ρόλο στις μάχες. Νομίζω ότι ο Μπιν Λάντεν πήρε μέρος μονάχα σε μια μάχη, την άνοιξη του 1987».

*Διαφορετική είναι η εκτίμηση ισλαμικών πηγών. Η αρχική χρηματοδότηση της τζιχάντ ήταν πολύ περιορισμένη. Κατά τον πρώτο χρόνο της σοβιετικής κατοχής του Αφγανιστάν, ο τότε διευθυντής της CIA Στάνσφιλντ Τέρνερ δαπάνησε «μόλις» 100 εκατ. δολάρια για τη στήριξη του αντάρτικου. Ο Κέισι που ανέλαβε την επόμενη χρονιά ανέβασε πολύ τον προϋπολογισμό. Παρά το γεγονός ότι δεν δημοσιεύονται τα σχετικά κονδύλια, υπάρχουν αρκετά αξιόπιστες δημοσιογραφικές πληροφορίες που τεκμηριώνουν τον τετραπλασιασμό των σχετικών δαπανών στις αρχές της δεκαετίας του '80. Αυτός ο «μαύρος λογαριασμός» περιλαμβάνει τις δαπάνες για το παράνομο εμπόριο όπλων με το Ιράν και τους Κόντρας, αλλά κυρίως καλύπτει τα έξοδα του ακήρυχτου πολέμου στο Αφγανιστάν.

*Οι ανάγκες, όμως, του «ιερού αντάρτικου» μεγάλωναν, ενώ η συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας στα έξοδα άρχισε να μειώνεται. Η απαραίτητη χρηματοδότηση άρχισε να στηρίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Εδώ είναι που αρχίζει να παίζει ιδιαίτερο ρόλο ο Μπιν Λάντεν.

*Οπως παρατηρεί ο Τζον Κούλεϊ, «χάρη στη φήμη του ως πιστού μουσουλμάνου, υποστηρικτή του ισλαμικού κινήματος και χάρη στη συμμετοχή των εταιρειών της οικογένειάς σε κατασκευές και αναστηλώσεις των ιερών τεμένων της Μέκκας και της Μεδίνας θεωρήθηκε από την υπηρεσία πληροφοριών της Σαουδικής Αραβίας και τη CIA ιδανική επιλογή για τον ηγετικό ρόλο που άρχισε να παίζει» (σελ. 119).

*Με τις ευλογίες, λοιπόν, των δύο μυστικών υπηρεσιών, ο Μπιν Λάντεν άρχισε να πληρώνει τα έξοδα στρατολόγησης, εκπαίδευσης και μεταφοράς αράβων εθελοντών στο Πεσαβάρ αρχικά και στη συνέχεια στο μέτωπο του Αφγανιστάν.

*Σύμφωνα με αιγυπτιακές πηγές, ο Μπιν Λάντεν άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα να υποστηρίζει και τις αιγυπτιακές ισλαμιστικές ομάδες, όπως την Γκαμάα Αλ Ισλαμίγια και την Αλ Τζιχάντ.


*Με στήριγμα το κοινωνικό στάτους που του εξασφάλιζε η οικογενειακή του παράδοση, ο Μπιν Λάντεν συγκέντρωνε κεφάλαια και από άλλες βαθύπλουτες οικογένειες των αραβικών κρατών, έτσι ώστε να οργανώσει την Αλ Κάιντα, με κέντρα στρατολόγησης στη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και το Πακιστάν. Εισήγαγε μπουλντόζες και άλλα βαριά μηχανήματα στο Αφγανιστάν και άρχισε να κατασκευάζει δρόμους, σήραγγες, αποθήκες πολεμικού υλικού και νοσοκομεία στα βουνά της χώρας για να διευκολύνει τον ιερό πόλεμο.

Σε όλα αυτά είχε βέβαια συμβούλους και συνεργάτες τους παλιούς του φίλους της CIA και της πακιστανικής ISI.

Η μεταστροφή

*Η μετατροπή του συνεργάτη σε πολέμιο των ΗΠΑ σημειώνεται μετά το 1990. Ο Μπιν Λάντεν αισθάνεται προδομένος από την «αντιαραβική» συμμαχία των ΗΠΑ με τη Σαουδική Αραβία την περίοδο του πολέμου στον Κόλπο. Είχε ο ίδιος «προφητέψει» από το 1989 ότι ο Σαντάμ θα εισβάλει στο Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία. Είχε μάλιστα στείλει σχετικά εμπιστευτικά γράμματα προς τον σαουδάραβα βασιλιά, αλλά υποστήριζε τις απόψεις του και δημόσια, στα τζαμιά, για τον κίνδυνο που έβλεπε.

Αντιδρούσε, όμως, στην παρουσία των αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή. Υποστήριζε ότι μπορούν «να καθαρίσουν» οι μουσουλμανικές δυνάμεις. Από εκείνη την περίοδο αρχίζει η αυτονόμηση του Μπιν Λάντεν από τα αμερικανικά δίκτυα. Σε λίγα χρόνια θα μετατραπεί σε «βασικό εχθρό» των ΗΠΑ.

Κατά παράδοξο, όμως, τρόπο, οι σχέσεις του με τους παλιούς του συνεργάτες δεν σταματούν. Η απόφασή του να καταφύγει στο Αφγανιστάν την άνοιξη του 1996, ακολουθούμενος από 200 πολεμιστές του, επιβλήθηκε και πάλι από τη CIA.

*Οπως αποκαλύπτει ο Μιλτ Μπέρντεν, «υποχρεώνοντας τον Μπιν Λάντεν να φύγει στο Αφγανιστάν, τον αφήσαμε σε ένα χώρο όπου θα μπορούσαμε να τον παρακολουθούμε και να τον ελέγχουμε καλύτερα και να βλέπουμε τι κάνει». Ο ενθουσιασμός του βετεράνου αξιωματούχου της CIA φτάνει σε υπερβολές: «Η φυγή του Μπιν Λάντεν στο Αφγανιστάν είναι ίσως η καλύτερη κίνηση μετά από εκείνη που είχαν κάνει οι Γερμανοί, βάζοντας τον Λένιν στο τρένο και στέλνοντάς τον στην Πετρούπολη το 191».

*Ως γνωστόν, η πρώτη κίνηση του Μπιν Λάντεν στο Αφγανιστάν ήταν να εκδώσει -το καλοκαίρι του 1996- τον πρώτο φετφά, με τον οποίο κήρυττε τον πόλεμο στους Αμερικανούς. Αυτή η παλιά αμαρτωλή σχέση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με τον Μπιν Λάντεν εξακολουθεί να οδηγεί σε πολιτικούς παραλογισμούς.

*Στις 20 Αυγούστου 1998 πολεμικά πλοία των ΗΠΑ βομβάρδισαν με πυραύλους τόμαχοκ στόχους στο Αφγανιστάν, ως αντίποινα για τις βομβιστικές επιθέσεις στις πρεσβείες των ΗΠΑ στο Νταρ Ελ Σαλάμ (Τανζανία) και το Ναϊρόμπι (Κένυα).

Οι αμερικανικές αρχές δήλωσαν ότι χτύπησαν το σημαντικότερο στρατόπεδο εκπαίδευσης της οργάνωσης του Μπιν Λάντεν καθώς και ένα «πανεπιστήμιο τρομοκρατών». Ομως αυτό το πανεπιστήμιο είχε ιδρυθεί πριν από σχεδόν 20 χρόνια με... χρήματα και φροντίδα της CIA!

Ζωή και δράση του Μπιν Λάντεν


1957.Ο Οσάμα Μπιν Μοχάμεντ Μπιν Αγουαντ Μπιν Λάντεν γεννήθηκε στο Ριάντ. Είναι το 17ο από τα 52 παιδιά του σαουδάραβα κροίσου, μεγαλοκατασκευαστή, Μοχάμεντ Μπιν Λάντεν.

1979, 26 Δεκεμβρίου. Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Ο Μπιν Λάντεν φεύγει από τη Σαουδική Αραβία για να συμμετάσχει στην αφγανική αντίσταση, στο πλευρό των μουτζαχεντίν.

1980-86. Από το Πακιστάν, ο Μπιν Λάντεν χρηματοδοτεί τις αντάρτικες ομάδες των ισλαμιστών αφγανών μουτζαχεντίν.

1986-89. Μάχεται κατά των Σοβιετικών, ως επικεφαλής ανταρτικών ομάδων. Σύμφωνα με ισλαμικές πηγές, παίρνει μέρος στις σκληρές μάχες της Τζαλαλαμπάντ, η έκβαση των οποίων οδήγησε στην αποχώρηση των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν.

1988.Ο Μπιν Λάντεν ιδρύει την οργάνωση «Αλ Καΐντα» («Η Βάση») με σκοπό να στρατολογεί μαχητές και να βρίσκει κεφάλαια για το ισλαμικό αντάρτικο κίνημα στο Αφγανιστάν.

1989.Μετά την αποχώρηση των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν, επιστρέφει σαν ήρωας στη Σαουδική Αραβία και συνδέεται με την αντιμοναρχική αντιπολίτευση, ενώ συμμετέχει και στις οικογενειακές μπίζνες.

1991.Μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ (2/8/1990), ο Μπιν Λάντεν εγκαταλείπει τη Σαουδική Αραβία, καταγγέλλοντας τη συμμαχία της χώρας του με τις ΗΠΑ και κατευθύνεται προς το Αφγανιστάν και μετά προς το Χαρτούμ. Ηδη, από τις 30 Ιουνίου 1989, στο Σουδάν κυβερνά πραξικοπηματικά το Εθνικό Ισλαμικό Μέτωπο με το οποίο ο Μπιν Λάντεν συνεργάζεται.

1991-92. Σύμφωνα με τους αντιπάλους του, ο Μπιν Λάντεν, μετά την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση και παραμονή στον Κόλπο, φέρεται να ενεργοποιεί την «Αλ Καΐντα», ώστε να συνενωθούν όλες οι ένοπλες σιιτικές ομάδες και η Χεζμπολάχ κατά του κοινού εχθρού, δηλαδή εναντίον των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Αποφασίζει να επιτεθεί σε αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους στην Αραβική Χερσόνησο και το Κέρας της Αφρικής.

Παράλληλα, μεταφέρει κεφάλαια και ιδρύει (κατασκευαστικές και άλλες) επιχειρήσεις στο Σουδάν. Πολλοί από τους εργαζόμενούς του προέρχονται από τις τάξεις των αφγανών μουτζαχεντίν. Στις 29.12.1992, μια βόμβα σε ξενοδοχείο του Αντεν με στόχο αμερικανούς στρατιωτικούς, σκοτώνει δύο αυστριακούς τουρίστες. Επί τόπου, τραυματίζονται και αργότερα συλλαμβάνονται δύο πολίτες της Υεμένης που είχαν εκπαιδευτεί στο Αφγανιστάν. Κατά τη γνώμη των αμερικανικών υπηρεσιών, αυτή ήταν η πρώτη τρομοκρατική ενέργεια (εναντίον τους) στην οποία εμπλέκεται ο Μπιν Λάντεν.

1993-94. Το Σουδάν χαρακτηρίζεται από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ως χώρα που υποστηρίζει την τρομοκρατία. Στις 26.2.1993, εκρήγνυται βόμβα σε γκαράζ του Γουόρλντ Τρέιντ Σέντερ στο Μανχάταν. Στις 4.10.1993, στο Μογκαντίσου της Σομαλίας, έπειτα από ένοπλη επίθεση στους δρόμους της πόλης, σκοτώνονται 18 αμερικανοί στρατιώτες. Οι αμερικανικές υπηρεσίες θεωρούν ότι πίσω από αυτές τις επιθέσεις βρίσκεται ο Μπιν Λάντεν.

Αναλύσεις στην Ουάσιγκτον, από τον Ιανουάριο του 1994, κάνουν λόγο για «τρία στρατόπεδα εκπαίδευσης τρομοκρατών του Μπιν Λάντεν στο βόρειο Σουδάν».

Στις 9.4.1994, η Σαουδική Αραβία αφαιρεί την υπηκοότητα από τον Μπιν Λάντεν και δεσμεύει την περιουσία του.

1995.Αμερικανικές πηγές μιλούν για νέα κέντρα εκπαίδευσης ανταρτών του Μπιν Λάντεν -στη Βόρεια Υεμένη αυτή τη φορά.

Το Φεβρουάριο του 1995, συλλαμβάνεται στο Πακιστάν και εκδίδεται στις ΗΠΑ ο Ραμζί Γιουσέφ, κατηγορούμενος για τη βόμβα στο Μανχάταν. Θεωρείται ότι χρηματοδοτήθηκε και φιλοξενήθηκε από τον Μπιν Λάντεν. Πιθανολογείται ότι ο Μπιν Λάντεν συνδέεται με τη δολοφονική απόπειρα κατά του Χόσνι Μουμπάρακ (Ιούνιος 1995). Τον Αύγουστο, στέλνει προειδοποιητική ανοιχτή επιστολή στο βασιλιά Φαχντ της Σαουδικής Αραβίας, απειλώντας επιθέσεις κατά των αμερικανικών δυνάμεων, έως ότου φύγουν από το βασίλειο. Ακολουθεί, το Νοέμβριο, φονική βομβιστική επίθεση στο Ριάντ, την οποία ο Μπιν Λάντεν αρνείται.

1996-2001. Τον Μάιο 1996, απελαύνεται από το Σουδάν και γυρίζει στο Αφγανιστάν. Από τότε, χωρίς ποτέ να έχει δηλώσει ότι οργάνωσε κάποια τρομοκρατική ενέργεια, έχει κατηγορηθεί για πολλές. Ο Κλίντον ανακοινώνει ότι θα τον εξοντώσει.

Ο Λάντεν επικηρύσσεται και κηρύττει γενικό αντιαμερικανικό πόλεμο. Δίνει συνεντεύξεις σε διάφορα μεγάλα ΜΜΕ των ΗΠΑ, ενώ οι φονικές επιχειρήσεις αναβαθμίζονται (πρεσβείες των ΗΠΑ στην Κένυα και την Τανζανία -7.8.1998), μαζί με τον μύθο του.




ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Ahmed Rashid «Taliban. Islam, Oil and the new great game in Central Asia»
(I.B.Tauris, 2000 London). Η ιστορία του κινήματος των Ταλιμπάν από έναν ρεπόρτερ που κάλυψε, επί 21 χρόνια, τα γεγονότα στην περιοχή του Αφγανιστάν. Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο εξετάζεται η παρουσία και ο ρόλος του Οσάμα Μπιν Λάντεν και της «ολοκληρωτικής τζιχάντ».

John Κ. Cooley «Unholy wars. Afghanistan, America and International Terrorism» (Pluto Press, 1999 London). Δημοσιογραφική περιγραφή της «ανίερης» συμμαχίας των ΗΠΑ με τους ισλαμιστές, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Αφγανιστάν. Περιλαμβάνονται ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη δράση του Μπιν Λάντεν και το ρόλο του στην «ιδιωτικοποίηση» της τζιχάντ.

John Barry, κ.ά. «Making a symbol of terror» (περ. Newsweek, 1.3.1999). Το πορτρέτο του Μπιν Λάντεν αποσιωπά τις ιδιαίτερες σχέσεις του με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Οι συγγραφείς αρκούνται στη γενική υποστήριξη της κυβέρνησης Ρέιγκαν προς το ισλαμικό αντάρτικο.


ΔΕΙΤΕ

Martin Smith «Hunting Bin Laden»
(2000). Τηλεοπτική παραγωγή που μεταδόθηκε από την εκπομπή Frontline του δικτύου PBS. Η μεταγραφή του κειμένου βρίσκεται στη διεύθυνσηhttp://www.pbs.org/wgbh/pages/frontline/shows/binladen/etc/script.html

«Ράμπο Νο 3» του Πίτερ Μακ Ντόναλντ (1988). Ο γνωστός «εθνικός ήρωας» Σιλβέστερ Σταλόνε εκστρατεύει στο Αφγανιστάν για να σώσει ένα φίλο του από τους κακούς Σοβιετικούς, βοηθώντας φυσικά και τους φονταμενταλιστές μουτζαχεντίν. Ταινία που, όπως έχει γράψει ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης, γυρίστηκε με τις ευλογίες και την αμέριστη υποστήριξη του Πενταγώνου.

(Ελευθεροτυπία, 16/9/2001)

http://www.iospress.gr/ios2001/ios20010916b.htm