Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Για τα γκρίκλις και την “εκστρατεία” των Ράδιο Αρβύλα

Από τον ιστότοπο iefimerida.gr μού ζήτησαν τη γνώμη μου για την εκστρατεία εναντίον των γκρίκλις, που έχει ξεκινήσει η εκπομπή Ράδιο Αρβύλα. Έδωσα την απάντηση που ακολουθεί, οπότε την αναδημοσιεύω και εδώ για να μη μου πείτε ότι σας κρατάω μυστικά ;) Θα ήθελα να παρακαλέσω όποιον ξέρει να επιβεβαιώσει αν ισχύει αυτό που γράφω, ότι ένα ελληνόγραπτο μήνυμα χρησιμοποιεί οχτάμπιτους χαρακτήρες άρα πιάνει περισσότερο χώρο από ένα λατινόγραπτο -είμαι σχεδόν βέβαιος, αλλά μια επιβεβαίωση δεν βλάφτει. Θυμίζω, τέλος, ότι το θέμα το έχουμε συζητήσει ξανά στο ιστολόγιο.

Προσθέτω εδώ το βιντεάκι των Ράδιο Αρβύλα γιατί μπορεί κάποιοι να μην το έχουν δει:
http://www.youtube.com/watch?v=fyUEDkgs2qc

Δεν νομίζω ότι τα γκρίκλις συνιστούν απειλή για τη γλώσσα μας και ομολογώ ότι βρήκα επιφανειακή, παραπλανημένη και, θα το πω, δημαγωγική την εκστρατεία που έχουν ξεκινήσει οι Ράδιο Αρβύλα. Οι βαριές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο διαφημιστικό σποτ τους (έγκλημα, καταστροφική συνήθεια, μπορεί να καταργήσει (!) τον ελληνικό γραπτό λόγο) δεν στηρίζονται πουθενά και παραπέμπουν στις χειρότερες στιγμές του κινδυνολογικού κίτρινου Tύπου.

Μόνο μια έρευνα έχει γίνει για τα γκρίκλις, και αυτή παρουσιάστηκε στρεβλά (και κινδυνολογικά) από τον Tύπο. Οι ίδιοι οι συντελεστές της έρευνας με επόμενη ανακοίνωσή τους (που βέβαια θάφτηκε) τόνισαν ότι «η έρευνα δεν ήταν πανελλαδική και δεν θεωρείται δόκιμο να προβαίνει κανείς σε γενικεύσεις, κινδυνολογώντας με ευκολία για την «απειλή» που δέχεται η ελληνική γλώσσα».

Οπότε, μέχρι να γίνει μια σοβαρή έρευνα, είναι εντελώς αναπόδεικτο ότι «τα γκρίκλις βλάπτουν»· και, έτσι κι αλλιώς, το να λέμε ότι «τα γκρίκλις βλάπτουν τη γλώσσα» δείχνει ότι έχουμε μπερδέψει γλώσσα και γραφή, που βέβαια δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Τα γκρίκλις χρησιμοποιούνται κυρίως σε μέσα όπως το κινητό τηλέφωνο ή σε περιβάλλοντα όπως το twitter και το τσατ, όπου το βασικό ζητούμενο είναι η ταχύτητα. Πρόκειται για σχεδόν προφορικό λόγο, που γι’ αυτό άλλωστε χρησιμοποιεί και στενογραφικά τεχνάσματα. Ούτε καθαυτή η χρήση λατινικού αλφαβήτου, ούτε οι συντμήσεις, του τύπου τεσπα (τέλος πάντων), πρκλ (παρακαλώ), τπτ (τίποτα) αποτελούν κίνδυνο για τη γλώσσα – αρκεί να θυμίσω ότι χρησιμοποιούνται κατά κόρον π.χ. στο στρατό ή ότι χρησιμοποιούνταν επίσης κατά κόρον από τους βυζαντινούς γραφείς· όποιος έχει μελετήσει χειρόγραφα, ξέρει ότι, π.χ. ανος ήταν ο άνθρωπος, ανους το «ανθρώπους» και ανινος το «ανθρώπινος». Κι όμως, η γλώσσα… άντεξε!

Νομίζω όμως ότι υπάρχει και οικονομικός λόγος που ευνοεί τη χρήση των γκρίκλις στα κινητά τηλέφωνα, κι αυτόν τον παραβλέπουν οι Ράδιο Αρβύλα: αν δεν κάνω λάθος, με βάση το πρότυπο GSM, σε ένα γραπτό μήνυμα χωράνε 160 χαρακτήρες των 7 bit (160×7=1120) ή 70 χαρακτήρες των 16 bit (70×16=1120). Αν ξεπεράσεις το όριο αυτό, το μήνυμα χρεώνεται διπλό. Οι λατινικοί χαρακτήρες είναι εφτάμπιτοι, ενώ οι ελληνικοί (όπως και οι αραβικοί, οι εβραϊκοί, του κυριλλικού αλφαβήτου, κτλ.) είναι οχτάμπιτοι. Επομένως, με τα γκρίκλις μπορείς να γράψεις υπερδιπλάσιες λέξεις απ’ ό,τι με τα ελληνικά, κάτι σημαντικό σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις στον περιορισμό αυτό και ίσως υπάρχουν τρόποι παράκαμψης, αλλά πολύ πιο λυσιτελές θα ήταν πιστεύω να χρησιμοποιούσαν οι Ρ.Α. το κύρος τους και τις διασυνδέσεις τους με εταιρείες κινητής τηλεφωνίας ώστε να τις πείσουν να κάνουν μια χειρονομία από την πλευρά τους που θα έφερνε σε ίση θέση κόστους τα ελληνόγραπτα μηνύματα.

Παρομοίως, οι εμπνευστές της εκστρατείας θα έκαναν καλύτερα αν εστίαζαν τις προσπάθειές τους σε πιο στοχευμένα διαβήματα. Ας πούμε, θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να πείσουν τους ιδιοκτήτες εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών να υιοθετήσουν επιτέλους τα τονούμενα κεφαλαία και όχι άτονα όπως κάνουν τώρα όλες ανεξαίρετα οι εφημερίδες. Πρόκειται για κάτι που κατά την ταπεινή μου γνώμη βλάφτει πολύ περισσότερο από τα γκρίκλις, διότι αλλοιώνει την επίσημη γραφή της ελληνικής σε μέσα επικοινωνίας μεγάλου κύρους, όπως είναι οι εφημερίδες και η τηλεόραση, μια και η μη χρήση του τόνου στα κεφαλαία από τις εφημερίδες και την τηλεόραση δημιουργεί στον έφηβο την εντύπωση ότι η χρήση του τόνου είναι προαιρετική.

Τέλος, επειδή ο δάσκαλος πρέπει να δίνει ο ίδιος το παράδειγμα, βρίσκω οξύμωρο κάποιος που ενοχλείται από τα γκρίκλις να τα γράφει greeklish, δηλαδή να χρησιμοποιεί το λατινικό αλφάβητο, την κυριαρχία του οποίου υποτίθεται ότι θέλει να καταπολεμήσει.

Προσωπικά, σπάνια χρησιμοποιώ γκρίκλις και ομολογώ ότι με κουράζει να διαβάσω ένα μακροσκελές κείμενο σε γκρίκλις –το βασικό πρόβλημα, νομίζω, είναι ότι η κωδικοποίησή τους δεν έχει (και δεν μπορεί να) σταθεροποιηθεί. Για παράδειγμα, εκεί που κάποιος γράφει Chie opios egiela to taghi, clegi prighu vradhiassi, άλλος προτιμά Kai opoios egela to taxy, klaigei prixou bradiasei, άλλος πάλι ke opios egela to tahi klegi prihu vradiasi. Φυσικά, πρόκειται για στίχο της Ερωφίλης του Χορτάτζη, η οποία εκδόθηκε… στα γκρίκλις – η πρώτη εκδοχή είναι η αυθεντική.

Επίσης, παραδέχομαι ότι τα γκρίκλις μπορεί να δημιουργήσουν σε ορισμένους εφήβους αβεβαιότητα ως προς την ορθογραφία ορισμένων λέξεων, αλλά το ίδιο αποτέλεσμα έχουν και οι καινοφανείς ορθογραφικές προτάσεις του λεξικού Μπαμπινιώτη (κουττός, αγώρι, τσηρώτο, κτλ.) – και, γενικά, ο παραλογισμός που έχει κάνει μη διδάξιμη την ορθογραφία μας.

Και τέλος, θα κλείσω με μια σοφή άποψη που ειπώθηκε από έναν φίλο σε προηγούμενη συζήτηση για τα γκρίκλις:

Για την «αμορφωσιά» των παιδιών μας, ας κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας που τους αφαιρούμε ό,τι λείψανο ελεύθερου χρόνου τους έχει απομείνει, και κάνουμε το διάβασμα μια εχθρική δραστηριότητα. Ειδάλλως, χτυπάμε το σαμάρι αντί για το γάιδαρο.

http://sarantakos.wordpress.com/2011/05/31/greeklishradioarbyla/

Ειδήσεις με το "δελτίο"


ΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ 8

Καθήσατε στην πολυθρόνα και επί μιάμιση ώρα ταξιδέψατε στην κοινωνία και τον κόσμο, όπως τον σχεδίασαν και τον κατέγραψαν οι ρεπόρτερ (και ιδίως οι κάμερες) των αγαπημένων σας καναλιών. Τι καταλάβατε; Λίγα κοσμικά, λίγα για τα δυστυχήματα και την εγκληματικότητα, λίγα για κάποιες (φανταστικές) απειλές, και πολλά άλλα που όμως δεν θυμάστε και μάλλον δεν έχουν και μεγάλη σχέση με την πραγματικότητά σας. Αλλά, παραδόξως, νιώθετε ξεκούραστοι και ενεργοί πολίτες. Ιδού το θαύμα των 8 μ.μ.



Μια από τις προσφιλέστερες κοινοτοπίες της νεαρής δημοκρατίας μας παραμένει η διαπίστωση-ευχή ότι ο καλός πολίτης είναι ο ενημερωμένος πολίτης. Ψάχνοντας σήμερα, στην εποχή της πιο πλούσιας και ελεύθερης πληροφόρησης, για τον ενημερωμένο, καλό πολίτη, ανακαλύπτουμε πως το είδος αυτό δεν πολυυπάρχει. Εκείνο που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι μια μεσαιωνικού τύπου διάκριση ανάμεσα σε δύο κόσμους: Από τη μια ο κόσμος της "πρώτης ταχύτητας", μια μειοψηφία δηλαδή, που καταναλώνει ενός επιπέδου ειδήσεις και αναλύσεις, οι οποίες αναφέρονται στην αληθινή ζωή και το όποιο μέλλον (τις οποίες συλλέγει κυρίως από τα έντυπα ή το Ίντερνετ), και από την άλλη, η μεγάλη πλειοψηφία ενός παγιδευμένου από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ κοινού που νομίζει ότι μαθαίνει για την κοινωνία και τον κόσμο γύρω του. Χρόνο με το χρόνο, διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στις πληροφορίες που απευθύνονται στον "πρώτο κόσμο" και σε εκείνες (ένα είδος κουτσομπολίστικου μαγκαζίνο) που προορίζονται για μαζική βρώση. Με άλλα λόγια, όσο κι αν μεγαλώνει ο όγκος των βραδινών τηλεοπτικών δελτίων (των ιδιωτικών καναλιών) και πολλαπλασιάζεται το κοινό τους, οι άνθρωποι δεν απολαμβάνουν το αγαθό της ενημέρωσης. Αντίθετα: φοβούνται, εντυπωσιάζονται, κουτσομπολεύουν, χασκογελάνε και ταυτίζονται (ή τσατίζονται) με το ζωολογικό κήπο των "παραθύρων", αλλά επ' ουδενί δεν βελτιώνουν τη γνώση τους για την κοινωνία (τους).

Ενα απλό πείραμα

Η 13η του Ιανουαρίου ήταν μια τυχαία μέρα. Μια "ειδησεογραφική" μέρα σαν όλες τις πρόσφατες. Καταγράψαμε τις βραδινές "ειδήσεις" των τεσσάρων βασικών ιδιωτικών καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας, που σύμφωνα με τη μέτρηση της AGB είδαν 1.657.000 Έλληνες, ή το 73,7% όσων έβλεπαν εκείνη την ώρα τηλεόραση. Συγκεκριμένα, έλαβον: 592.000 το MEGA, 460.000 ο ΑΝΤΕΝΝΑ, 418.000 ο ALPHA (τέως ΣΚΑΙ) και 187.000 ο STAR. Στον αναλυτικό πίνακα μπορείτε να διαπιστώσετε πόσο χρόνο και με ποια θέματα απασχόλησαν τα συγκεκριμένα δελτία το φιλοθεάμον κοινό τους. Η "θανατηφόρα" γρίπη, που δεν ήταν ...θανατηφόρα (και μάλιστα τα κρούσματά της ήταν λιγότερα από πέρσι, σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Επιδημιολογίας), δίνει τη θέση της στη δίκη του "δράκου" και ένα φονικό στη Δάφνη, για να μπλεχτεί με την αναστολή της εκτέλεσης του Οτσαλάν (δηλαδή με την εικόνα του αυτοπυρπολούμενου αντιπάλου του), και το "κοινωνικό" θέμα της έλλειψης ασθενοφόρου στη Μυτιλήνη. Το λαμπρό μνημόσυνο της μάνας του Χουάν Κάρλος, το άλογο που σκόνταψε θεαματικά στον Ιππόδρομο, το σουβλατζίδικο της τραγουδίστριας, τα περιττώματα που ήρθαν από τον ουρανό και το νέο μοντέλο του πρωθυπουργικού αεροπλάνου, ανακατεμένα με ολίγη από "καλλιτεχνικά" (π.χ ο βασιλιάς της Λάτιν-Ροκ, ο νέος Τζ. Μποντ, η εγγονή του Ντομίνγκο) και κάποια "εθνικά θέματα" (σαν το φλερτ μίας ακατονόμαστης συζύγου αξιωματικού του ΓΕΕΘΑ με άγνωστο -προφανώς- Τούρκο διπλωμάτη, σε μια άγνωστη εποχή). Για τους ρέκτες της ...πολιτικής υπήρχε η "τσαχπινιά της Χίλαρι", η επίσκεψη της κυρίας Δάφνης στη Λυρική και δυο τρία ακατανόητα λόγια για την ΟΝΕ και τα πανωτόκια.

Η καθημερινή περιπέτεια του θεάματος των βραδινών "ειδήσεων" έχει προσεγγίσει προ πολλού τη μιάμιση ώρα. Ο χρόνος αυτός δεν είναι λίγος, αν δεν ήταν παθητικός χρόνος (δηλαδή ό,τι παίζει το χαζεύεις και από τη μια μπαίνει-από την άλλη βγαίνει). Αν οι πολίτες διέθεταν τον ίδιο χρόνο για το ξεφύλλισμα, τον εντοπισμό και την ανάγνωση ειδήσεων, άρθρων ή σχολίων, μιας από τις καλές εφημερίδες που κυκλοφορούν, το αποτέλεσμα θα ήταν εντυπωσιακό. Με έκπληξη θα διαπίστωναν ότι στα έντυπα αποτυπώνετται μια άλλη πραγματικότητα της καθημερινότητάς τους. Την ίδια μέρα (13/1/2000), αλλά και την επόμενη (για να καλύψουμε τους χρόνους των ειδήσεων μέσα στους οποίους κινείται η τηλεόραση), συνεχίσαμε το πείραμα ξοδεύοντας τον ίδιο χρόνο για την ανάγνωση, αυτή τη φορά, εφημερίδων. Με βάση τη σειρά του δελτίου κυκλοφορίας, τα φύλλα που κοιτάξαμε ήταν ΤΑ ΝΕΑ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΤΟ ΕΘΝΟΣ και ΤΟ ΒΗΜΑ. Όλες μαζί εκείνη τη μέρα αγοράστηκαν στην περιφέρεια Αθηνών-Πειραιώς από περίπου 150.000 πολίτες.

Τι δεν έμαθαν οι τηλεθεατές

Σε περιορισμένο χώρο και προφανώς όχι σε "οκτάστηλο χτύπημα" οι (φοβισμένοι περισσότερο από τις κραυγές της τηλεόρασης παρά από τον πυρετό) αναγνώστες πληροφορήθηκαν ότι οι ιώσεις είναι οι κλασικές για την εποχή και δεν αποτελούν επιδημία. Μεγάλος χώρος δόθηκε για τα "μυστικά" της ΟΝΕ, για τη συζητούμενη κεντρική ισοτιμία της δραχμής σε σχέση με το ΕΥΡΩ, αλλά και για τα μυστήρια με τη μετοχή "Κορασίδη" και άλλες ιστορίες του καπιταλισμού-καζίνο, που όλοι ακούνε αλλά λίγοι κατανοούν. Σελίδες προσφέρονται και για την "ηπιότερη φορολογία" των μικρομεσαίων στρωμάτων που σχεδιάζεται για τον Ιούνιο. Όσα θα θέλατε να μάθετε (και ντρέπεστε να ρωτήσετε) για τα πανωτόκια και για το αν είναι δίκαιη ή όχι η ρύθμισή τους από την κυβέρνηση, αναπτύσσονται σε όλες τις εφημερίδες. Αν βρίσκετε βρώμικη και αδιάβατη την πόλη, μπορείτε να μάθετε για τις "ιώσεις" των απορριμματοφόρων (και την ευθύνη του δημοφιλούς κ. Αβραμόπουλου), για την εξέλιξη των έργων του Μετρό (στους σταθμούς του οποίου ξέχασαν να κασκευάσουν γκαράζ), για τη διαρκώς διογκούμενη αγορά Ι.Χ, για το αν θα επιτραπεί η πετρελαιοκίνηση και στα Ι.Χ, όπως ζητά ο κ. Μαντέλης (αν είναι δυνατόν), κ.λπ. Παράλληλα υπάρχουν εκτενή ρεπορτάζ για τα νέα όπλα (και το αστρονομικό τους κόστος) που συζητά να αγοράσει η κυβέρνηση και φυσικά η πορεία προς το συμβιβασμό για την Κύπρο. Θέμα υπάρχει και για τα "άπλυτα" της διαχείρισης της Ολυμπιάδας του 2004.

Στα διεθνή, υπάρχει το άγνωστο -για την TV- θέμα της "χάρης" στον Πινοτσέτ, η απειλή κατάρρευσης των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας και, όπως κάθε μέρα τους τελευταίους μήνες, ο βρώμικος πόλεμος στην Τσετσενία. Εκείνη τη μέρα, η Ρωσία έκλεισε τα σύνορά της για τους άντρες πρόσφυγες άνω των 10 και κάτω των 60 ετών. Ολόκληρες σελίδες αφιερώνονται και στις παράνομες χρηματοδοτήσεις του κόμματος των γερμανών χριστιανοδημοκρατών του Κολ και του Σόιμπλε. Στα βαλκανικά θέματα ξεχωρίζει μια είδηση που έρχεται από τη βουλγαρική "Τρουντ", ότι η ελληνική Ιντρακομ συμμετέχει στο ΝΑΤΟϊκό σχέδιο ηλεκτρονικής προστασίας της μεταφοράς των πετρελαίων της Κασπίας. Στο Κόσοβο και στη FYROM, άλλες ελληνικές εταιρείες προελαύνουν, αφήνοντας το τηλεοπτικό κοινό ...να "αγωνίζεται", από τον καναπέ, για την ορθοδοξία, ενάντια στον δυτικό "ιμπεριαλισμό" κ.λπ. Στα κοινωνικά οι εφημερίδες δεν παραλείπουν να υπογραμμίσουν την άρνηση του κ. Σημίτη να αυξήσει τις συντάξεις, επειδή, όπως είπε, θεωρεί ότι τα τρία τελευταία χρόνια έδωσε ...πολλά!

Η απογοήτευση για το επίπεδο και το είδος της ενημέρωσης των πολλών, μετατρέπεται σε οργή, αν πάρουμε υπόψη ότι οι μεν καλοπληροφορημένοι αξιοποιούν τις γνώσεις τους όλο και περισσότερο για την ατομική τους ανέλιξη, αποκλειστικά, η δε "πλέμπα" διευρύνει τους ορίζοντες της άγνοιάς της, μέσα σε μια κολακευτική (κατασκευασμένη από τους τηλεχειραγωγούς) αυταπάτη ότι δήθεν ενημερώνεται και επομένως επηρεάζει τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις.


Το φαστ-φουντ της ειδησεογραφίας

Αντί να πασχίζουν να προσφέρουν στο κοινό τους τη δυνατότητα να αντιληφθεί καλύτερα την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, τα περισσότερα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης το βομβαρδίζουν με όλο και πιο επιφανειακές πληροφορίες: η τροφή που του προσφέρουν αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από ερεθιστικές και εύπεπτες ιστορίες που αποκτούν σπουδαιότητα μέσα από την αλόγιστη μεγέθυνση και τη συστηματική επανάληψή τους.

Η επισήμανση προέρχεται από σχετική έκθεση του "Project Censored", της πανεπιστημιακής ομάδας που ασχολείται συστηματικά με τα κρούσματα λογοκρισίας στον αμερικανικό Τύπο, η οποία εκτός των άλλων επιλέγει και τα δέκα χειρότερα δημοσιογραφικά θέματα κάθε χρονιάς με κριτήριο την ποιότητα και την ποσότητα της κάλυψής τους. Ειδησεογραφικό "πλαστικό φαγητό" σύμφωνα με τα μέλη της ομάδας "Project Censored", τα δέκα αυτά πιο "πιασάρικα" θέματα κάθε χρόνου έχουν ακριβώς τη λειτουργία ενός χάμπουργκερ: φουσκώνουν χωρίς να χορτάσουν. Μολαταύτα, συνιστούν το κυρίαρχο πλέον δημοσιογραφικό προϊόν, ένα μοντέλο ειδησεογραφίας που τείνει να ακυρώσει τη διάκριση μεταξύ σοβαρών και μη μέσων.

Ποια είναι, όμως, τα θέματα που περιλαμβάνονται στο αρνητικό αυτό "τοπ-τεν" των αμερικανών ειδικών; Μια σύντομη αναδρομή στο αμερικανικό ειδησεογραφικό πλαστικό φαγητό των τελευταίων ετών οδηγεί σε μελαγχολικά συμπεράσματα, καθώς υποδεικνύει την επικράτηση του είδους και εκτός αμερικανικών συνόρων: Στην κορυφή του καταλόγου βρίσκονται ως συνήθως ιστορίες που διαθέτουν κάμποση δόση σεξ. Ακολουθούν οι διασημότητες και οι προσωπικές τους ιστορίες, κατά κύριο λόγο οι εγκυμοσύνες τους. Η γέννηση του γιου του Μάικλ Τζάκσον, για παράδειγμα, υπήρξε από τις πιο αγαπημένες ιστορίες του 1997. Την ίδια χρονιά μεγάλη στάθηκε και η κάλυψη εγκλημάτων, ενώ η περιβόητη υπόθεση Ο. Τζ. Σίμσον παρέμενε ακόμη στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Εννοείται ότι οι καταγγελίες της Πόλα Τζόουνς και οι λοιπές ειδήσεις περί τα σεξουαλικά του πλανητάρχη είχαν ιδιαίτερη θέση στον κατάλογο με τα κυριότερα δημοσιογραφικά σκουπίδια. Εκείνο, ωστόσο, που θα έμοιαζε λιγότερο αναμενόμενο είναι η απίστευτη πληθώρα πληροφοριών για την πριγκίπισσα Νταϊάνα και, γενικότερα, για τη βρετανική βασιλική οικογένεια. Αν και οι σχετικές μετρήσεις περιλαμβάνουν και την περίοδο πριν από το θάνατο της Νταϊάνας, η ενασχόληση των αμερικανικών μέσων με τα ζητήματα της βρετανικής αυλής υπήρξε συνεχής και έμμονη.

Πικάντικες λεπτομέρειες από την ιδιωτική ζωή των "επωνύμων", απίστευτες λεπτομέρειες για τα έργα και τις ημέρες των τελευταίων γαλαζοαίματων, εγκλήματα με πολύ και αθώο αίμα: η συνταγή δεν μοιάζει και τόσο ξένη, όσο μακρινές κι αν είναι οι αποστάσεις. Ποιος είναι, όμως, ο λόγος για την τόσο γενικευμένη αποδοχή του μοντέλου; Οι συντάκτες του "Project Censored" αναφέρονται στις δύο κύριες προσεγγίσεις του προβλήματος. Σύμφωνα με την πρώτη, την κύρια ευθύνη φέρουν τα μέσα ενημέρωσης, ιδιοκτήτες και δημοσιογράφοι, που εθίζουν το κοινό σε μια δημοσιογραφία ανώδυνη και αποβλακωτική. Η δεύτερη γέρνει την πλάστιγγα προς τη μεριά του κοινού, πιστεύοντας ότι και η δική του ενοχή είναι μεγάλη, εφόσον καταναλώνει ευχαρίστως τα σκουπίδια που του σερβίρουν. Υπάρχουν, βέβαια, και απόψεις με μεγαλύτερες αποχρώσεις: "Δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση στο ερώτημα αυτό", σημειώνει για παράδειγμα ο δημοσιογράφος Κένεθ Σταρκ. "Για όλα αυτά ευθύνεται ίσως η δυσφορία που νιώθουμε για τη δική μας ζωή και η ψευδαίσθηση ότι έτσι της δίνουμε κάποια αίγλη. Ίσως πάλι η ειδησεογραφία αυτή να θεωρείται ταιριαστή με τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή του λαϊκού γούστου. Οπωσδήποτε, όμως, οι λόγοι είναι και οικονομικοί: η βασική υποχρέωση του Τύπου σε μια κοινωνία της αγοράς είναι να κερδίζει λεφτά".


ΣΤΟ ΟΡΙΟ

MEGA. Όπως και άλλα κανάλια, το MEGA εισάγει όλο και περισσότερα θέματά του με πιασάρικους τίτλους που εμφανίζονται στην οθόνη επενδυμένοι με εντυπωσιακές εικόνες και υποβλητική μουσική. Η συγκεκριμένη μέθοδος παρουσίασης των ειδήσεων ακολουθεί την αρχική εκφώνησή τους από τον παρουσιαστή και είχε παλαιότερα υιοθετηθεί για γεγονότα με ιδιαίτερη σημασία, όπως ο Πόλεμος του Κόλπου. Σήμερα, τα θέματα που προβάλλονται κατά τον τρόπο αυτόν ανήκουν πολύ συχνά στην κατηγορία "νέα και περίεργα από όλο τον κόσμο" και αφορούν ειδήσεις που οριακά θα είχαν τη θέση τους σε ένα δελτίο. Εκτός, όμως, από την τεχνητή αυτή "αναβάθμιση" ασήμαντων πληροφοριών, το δελτίο του MEGA φροντίζει να κάνει όσο το δυνατόν πιο ελαφρές τις ειδήσεις που επιλέγει να παρουσιάσει στο κοινό του: κάθε επιμέρους ρεπορτάζ συνοδεύεται έτσι από έναν εξαιρετικά σύντομο και "πνευματώδη" τίτλο που εμφανίζεται πάνω δεξιά στην οθόνη και παραπέμπει στη σχετική συνταγή των ταμπλόιντ [π.χ. "Ο ιός στα ...ράτζα"].

ΑΝΤΕΝΝΑ. Από τις 30 διαφορετικές "ειδήσεις" που επέλεξε το επιτελείο του σταθμού να παρουσιάσει το βράδυ της 13ης Ιανουαρίου δεν υπήρχε ούτε μία που να αναφέρεται σε πολιτικό ζήτημα. Την απαραίτητη προβολή τους οι πολιτικοί την εξασφάλισαν διά της πλαγίας οδού. Η κυρία Παπανδρέου, ο κύριος Καραμανλής, ο κύριος Φούρας, η κυρία Πετραλιά και πολλοί άλλοι βουλευτές φρόντισαν να παρευρίσκονται στην κοπή της πίτας του "Πανελληνίου", ο οποίος προεδρεύεται ως γνωστόν από τον ιδιοκτήτη του καναλιού. Η είδηση για την αναστολή εκτέλεσης του Οτσαλάν αξιολογήθηκε 28η, πολύ μετά τους αδέσποτους σκύλους της Χίου και τα ερωτικά προβλήματα της Μπρουκ Σιλντς.

ALPHA. Αν δεν ήταν η γνώριμη φιγούρα του Νίκου Ευαγγελάτου, θα νόμιζε κανείς πως παρακολουθεί καλλιτεχνικό μαγκαζίνο β΄ διαλογής: το ένα τρίτο των θεμάτων ασχολούνταν με "αποκλειστικότητες" όπως το άνοιγμα σουβλατζίδικου από την πάλαι ποτέ τραγουδίστρια Ελένη Ροδά ή τις διαβεβαιώσεις της Άννας Καλουτά και της Σπεράντζας Βρανά ότι κάποτε υπήρξαν κι αυτές ερωτευμένες... Μοναδική πολιτική είδηση της ημέρας, η αναστολή της εκτέλεσης του Οτσαλάν κατατάχθηκε 11η σε σύνολο 18, 55΄ και 12΄΄ μετά την έναρξη του δελτίου. "Και τώρα, επιστροφή στο δελτίο μας με κάτι από τα διεθνή", είπε κάποια στιγμή ο παρουσιαστής, όμως η είδηση αφορούσε -και πάλι- εξελίξεις από τον κόσμο του θεάματος: "τον πράκτορα της CIA θα υποδυθεί ο Π. Μπρόνσαν"...

STAR. Το κανάλι προσπάθησε να επιβληθεί στην αγορά με τη μέθοδο του τελάλη. Από νωρίς το απόγευμα "οι ρεπόρτερ και οι κάμερες" κραύγαζαν για την εντυπωσιακή συγκομιδή πιθανών και απίθανων γεγονότων που θα μας παρουσίαζαν αναλυτικά στο βραδινό δελτίο. Το κόλπο στην αρχή έπιασε, αλλά αργότερα το πήραν κι οι ανταγωνιστές, οι οποίοι πολύ γρήγορα τους ξεπέρασαν σε τερατολογίες. Παρόλα αυτά η συνταγή με το πρώτο θέμα που πρέπει να σου παγώνει το αίμα, αλλά μετά από μισή ώρα και κάτι να επανέρχεται σχετικοποιημένο, καλά κρατεί. "Φονική" ήταν η γρίπη του δελτίου στις 13/1, γέμιζαν τα νοσοκομεία, έκλειναν τα σχολεία, χάθηκαν τα εμβόλια, επί 11 λεπτά. Μετά ξεδιπλώθηκε ένα κουβάρι με άλλες "απειλές", αλλά και ευτράπελα, για να επιστρέψει στο "παράθυρο" (μισή ώρα μετά) μια ειδική πνευμονολόγος του νοσοκομείου Σωτηρία και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ούτε πανικός "παρατηρείται", ούτε περί επικίνδυνης επιδημίας πρόκειται. Πέρσι ήταν χειρότερα. Ο παρουσιαστής χαμογέλασε με ευγένεια και μας πέρασε απτόητος σε γιορτή του δημάρχου Γλυφάδας για τα τιμημένα γηρατειά που κατά τρόπο ...εξωπραγματικό -χωρίς καν συνάχι- "ξεφάντωναν για τα καλά" με τα τραγούδια της Μπέσης Αργυράκη και του Γιάννη Καλαντζή.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Ιγνάσιο Ραμονέ "Η τυραννία των ΜΜΕ" (Αθήνα 1999, εκδ. Πόλις). Ανάλυση της τρέχουσας "υπερπληροφόρησης"΄, των μηχανισμών παραγωγής και του ιδεολογικού της ρόλου, από το διεθυντή της Le Monde Diplomatique. Ειδικό κεφάλαιο αφιερωμένο στο "τέλος των τηλεοπτικών ειδήσεων" και την υποκατάστασή τους από τα ποικίλα σκουπίδια της "τηλεσαβούρας" (trash TV).

Pierre Bourdieu "Για την τηλεόραση" (Αθήνα 1998, εκδ. Πατάκη). Δυό διαλέξεις του γνωστού κοινωνιολόγου, επικεντρωμένες στην "αθέατη λογοκρισία" των τηλεοπτικών ειδήσεων, καθώς και στις αλλαγές που τηλεόραση επέφερε στον τρόπο άσκησης της δημοσιογραφίας και της πολιτικής.

"Μέσα ενημέρωσης, ψεύδη και Δημοκρατία" και "Μέσα ενημέρωσης, μηχανισμοί χειραγώγησης" (ελληνική έκδοση του Maniere de Voir, τχ. 1 & 8, Μάϊος 1993 και Απρίλιος 1996). Συλλογές κειμένων της παρισινής Le Monde Diplomatique, με αντίστοιχη θεματολογία.

Peter Phillips "Censored 1998" (Seven Stories Press, New York 1998). Η ετήσια συλλογή των πιο λογοκριμένων ρεπορτάζ στις ΗΠΑ περιλαμβάνει και επιλογή των πλέον άχρηστων ειδήσεων που κυριαρχούν στα δελτία ειδήσεων.



ΔΕΙΤΕ

Mad City του Κώστα Γαβρά (1998). Ένα έλασσον περιστατικό σε μια μικρή αμερικανική πόλη αποκτά τερατώδεις διαστάσεις όταν ένας δαιμόνιος τηλεοπτικός ρεπόρτερ το μετατρέπει, ελέω "ζωντανών συνδέσεων", σε μείζων πανεθνικό ειδησεογραφικό σόου. Εκπληκτική ταινία για τον κόσμο των σύγχρονων ηλεκτρονικών ΜΜΕ, τη διαπλοκή ενός ανθρωποφάγου καριερισμού με το κυνήγι της τηλεθέασης, και τις καταστροφικές συνέπειες που η συνειδητή και προσχεδιασμένη παραγωγή ενός κλίματος γενικευμένης ανασφάλειας μπορεί να έχει πάνω στην ίδια την κοινωνία.

Τhe Truman Show του Πίτερ Γουίαρ (1998). Η αποθέωση της "trash TV", μέσα από την -υποθετική όσο και τρομακτική- περίπτωση ενός ανθρώπου που μεγαλώνει εν αγνοία του ως αντικείμενο ενός αέναου ριάλιτι σόου.

Το Δίκτυο (The Network) του Σίντνεϊ Λιούμετ (1976). Ένας παρουσιαστής τηλεοπτικών ειδήσεων εισάγει ένα δικό του, "προσωπικό" στιλ, στη διαπραγμάτευση των θεμάτων, αυξάνοντας κατακόρυφα τη θεαματικότητα του δελτίου του. "Προφητική" ταινία, που διείδε έγκαιρα τη μετατροπή της ηλεκτρονικής ειδησεογραφίας σε ένα ιδιόρρυθμο ριάλιτι σόου.

(Ελευθεροτυπία, 30/1/2000)

http://www.iospress.gr/ios2000/ios20000130a.htm

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Πανεπιστημιακό άσυλο στο «γύψο»

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ «ΑΣΥΛΟΚΤΟΝΟΥΣ»

Οι διαχρονικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα στη χώρα μας για τις καταλήψεις στα πανεπιστημιακά κτίρια

Με αφορμή την ειρηνική «κατάληψη» του αχρησιμοποίητου παλιού κτιρίου της Νομικής από τους μετανάστες απεργούς πείνας και τους συμπαραστάτες τους, οι υπέρμαχοι της πλήρους κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου ξεσάλωσαν ακόμη μια φορά από τα τηλεοπτικά παράθυρα.

Κεντρικό επιχείρημά τους, η αναντιστοιχία του θεσμού με τις επιταγές των καιρών μας: η ύπαρξη ενός «ασύλου» στο χώρο των ΑΕΙ, απροσπέλαστου από τα σώματα ασφαλείας χωρίς ειδική άδεια, ισχυρίζονται, έχει νόημα μόνο σε καιρούς ανελεύθερους κι όχι σε μια σύγχρονη δημοκρατία.

Πρόκειται, φυσικά, για καθαρή κι ανιστόρητη στρεψοδικία. Το πανεπιστημιακό άσυλο, όπως και κάθε θεσμικός περιορισμός της κρατικής αυθαιρεσίας, νοείται μόνο σε καθεστώς στοιχειώδους δημοκρατίας, όπου οι διατάξεις προστασίας των ατομικών ελευθεριών ενδέχεται να γίνουν σεβαστές. Στα δικτατορικά καθεστώτα τέτοιοι περιορισμοί δεν υπάρχουν, ούτε πανεπιστημιακό άσυλο. Επί χούντας το «σπουδαστικό» της Ασφάλειας έκανε ό,τι ήθελε στο εσωτερικό των ΑΕΙ, οι φοιτητές με αντιδικτατορική δράση έχαναν βάσει νόμου (Ν. 93/1969) τη σπουδαστική ιδιότητα, ενώ απολυόταν με συνοπτικές διαδικασίες κάθε πανεπιστημιακός που θεωρούνταν έστω και στο ελάχιστο «αντιφρονών».

Μόνο το 1973, όταν το καθεστώς επιχείρησε να «πολιτικοποιηθεί» οργανώνοντας τη μετεξέλιξή του σε μια μόνιμη «κοινοβουλευτική» στρατοκρατία, άρχισε να γίνεται λόγος για «ακαδημαϊκό άσυλο». Η επιχειρηματολογία δε που επιστράτευσαν οι τότε κρατούντες κι οι προπαγανδιστές τους για να αντιμετωπίσουν το φοιτητικό κίνημα, θυμίζει απελπιστικά όσα ακούμε στις μέρες μας απ' τους συνήθεις ασυλοκτόνους.

Την επαύριο της πρώτης κατάληψης της Νομικής, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος ζήτησε π.χ. από τις συγκλήτους των αθηναϊκών ΑΕΙ να επαναφέρουν οι ίδιοι στην τάξη «τους ελαχίστους ταραξίας, οι οποίοι κάθονται εις τα σκαλοπάτια, μέσα εις το περιβάλλον των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ασκούντες ψυχολογικήν βίαν επί της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων σπουδαστών, δεν τους επιτρέπουν να εισέλθουν εις τας αιθούσας και να παρακολουθήσουν το μάθημα» (2.3.73).

Οσο για την ομιλία του της ίδιας μέρας προς τα διορισμένα Δ.Σ. των φοιτητικών συλλόγων, αυτή θα μπορούσε -με εξαίρεση την καθαρεύουσα- να προέρχεται από τη σημερινή (ή κάποια λίγο προηγούμενη) υπουργό Παιδείας: «Πέραν της μορφής του αγώνος διά του διαλόγου», υποστήριξε, «πέραν της μορφής του αγώνος διά των ιδεών, οιασδήποτε άλλης μορφής αγών είναι αγών "ζούγκλας" ο οποίος δεν πρέπει να προσιδιάζη εις άτομα πολιτισμένα, εις κοινωνίας οργανωμένας και πολιτισμένας».

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών κατήγγειλε τη δεύτερη κατάληψη της Νομικής (20.3.73) σαν μια «παράνομον συνάθροισιν φοιτητών, με συνθήματα και αιτήματα όλως απαράδεκτα και άσχετα προς τα φοιτητικά θέματα» κι εξέφρασε τη λύπη της «διότι ομάς φοιτητών, ελαχίστη εν σχέσει προς τον όγκον του φοιτητικού κόσμου, παρά πάσαν έννοιαν δικαίου και ελευθερίας προσπαθεί να εμποδίση την άσκησιν του αναφαιρέτου δικαιώματος των φοιτητών όπως μορφωθούν».

Η κατάληψη αυτή έληξε, όπως είναι γνωστό, με τη βίαιη εισβολή της αστυνομίας ύστερα από άδεια της συγκλήτου. Δικαιολογώντας τη στάση της, η τελευταία θα «αποδοκιμάση τας ενεργείας εκείνων οι οποίοι μεταχειρίζωνται το πανεπιστημιακόν άσυλον διά την εκτόξευσιν πολιτικών συνθημάτων», αποστασιοποιούμενη υποκριτικά από «την χρήσιν βίας οποθενδήποτε και εάν προήλθε αύτη» (24.5).

Η ίδια δέσμη επιχειρημάτων επιστρατεύτηκε μετά τη σφαγή του Πολυτεχνείου. Ξεναγώντας τους δημοσιογράφους στο ΕΜΠ μετά την επέμβαση των τανκς, ο υφυπουργός Τύπου Σπύρος Ζουρνατζής θα υποστηρίξει στις 19 Νοεμβρίου πως «η κυβέρνησις εσεβάσθη όσον ουδεμία άλλη προ αυτής το πανεπιστημιακόν άσυλον. Τούτου όμως έκαμαν αρχικώς χρήσιν και κατόπιν κατάχρησιν οι εγκλεισθέντες εις το Πολυτεχνείον δίκην παρισινής κομμούνας».

Κεντρικό επιχείρημά του ήταν ο μειοψηφικός χαρακτήρας της εξέγερσης («εκ των 85.000 φοιτητών μόνον 1.500 συμμετείχον εις τα επεισόδια των Αθηνών, των Πατρών και της Θεσσαλονίκης»), ενώ έμφαση έδωσε και στους υποτιθέμενους «βανδαλισμούς» των καταληψιών: «Εάν ήτο δυνατόν να περάση όλη η σπουδάζουσα νεολαία της Ελλάδος και να ίδη τα "κατορθώματα" των τεσσάρων ημερών του αναρχοκομμουνισμού

εις τας σχολάς του Πολυτεχνείου, θα αποκτούσε ένα μάθημα το οποίον θα την εγέμιζεν εις όλην την ζωήν της με φρίκην. Και κάτι ως μάθημα επίσης: Η βία δεν λύει κανένα πρόβλημα, διότι η ίδια είναι το πρόβλημα».

Ως «βία» χαρακτηρίζονταν -και τότε- τα οδοφράγματα ή ο πετροπόλεμος, όχι τα αστυνομικά γκλομπς και τα άρματα μάχης. Απ' τον καιρό της Νομικής, ο προκάτοχος του Ζουρνατζή Βύρων Σταματόπουλος το 'χε άλλωστε ξεκαθαρίσει: «Εάν ένα κτίριο κατελήφθη διά της βίας, πρέπει να ανακαταληφθή διά της νομίμου χρήσεως της βίας» (21.3.73). Για πιο ξενόφοβα γούστα, τα ΜΜΕ θα τονίσουν πως δύο από τους έντεκα επίσημους νεκρούς της εξέγερσης του Νοέμβρη ήταν «αλλοδαποί» -μια νορβηγίδα σπουδάστρια κι ένας αφγανικής καταγωγής τούρκος υπήκοος.

Η πιο επίκαιρη (για τα καθ' ημάς) διατύπωση περί πανεπιστημιακού ασύλου έγινε τέλος απ' τον υπουργό Παιδείας του Ιωαννίδη, Παναγιώτη Χρήστου, ένα μήνα περίπου μετά το μακελειό: «Διεθνώς σήμερον δεν αναγνωρίζεται άλλο άσυλον πέραν της πανεπιστημιακής ασυλίας, ήτοι της ασυλίας των ακαδημαϊκών ελευθεριών», ανακοίνωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1973. «Τας ακαδημαϊκάς ελευθερίας και συνεπώς την ακαδημαϊκήν ασυλίαν καταπατούν και οι ολίγοι εκείνοι ταραχοποιοί φοιτηταί, οι οποίοι παρεμποδίζουν τους συμφοιτητάς των εις την άσκησιν του δικαιώματός των να σπουδάζουν, τους καθηγητάς εις την άσκησιν του δικαιώματός των να διδάσκουν και τας πρυτανικάς αρχάς εις την άσκησιν του δικαιώματός των να διοικούν τα πανεπιστήμια επί τη βάσει των νόμων».

Η δικτατορία του 1973 δεν είχε βέβαια την παραμικρή σχέση με τη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία. Εκτός από τα στερεότυπα των προασπιστών του «νόμου και της τάξης» (τους)...

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Οι δέκα μύθοι του «Σκοπιανού»

ΕΤΣΙ «ΦΤΙΑΧΤΗΚΕ» Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ


Τα 'παμε τόσες φορές, που σε λίγο θα τα πιστέψουμε κι οι ίδιοι. Για την εθνική προπαγάνδα περί Μακεδονικού ο λόγος, που ανασύρεται πάλι από τα χρονοντούλαπα για να στηρίξει την πολιτική αμηχανία των δεκαπέντε τελευταίων χρόνων.


Δώδεκα χρόνια μετά την κυνική προφητεία του Κων/νου Μητσοτάκη για τις αντοχές του εθνικού μας μνημονικού, το «Σκοπιανό» επανεμφανίζεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας.

Με αφορμή τις προτάσεις Νίμιτς και την εκκρεμή εξέταση του αιτήματος εισδοχής της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε., οι ατυχήσαντες μακεδονομάχοι της περασμένης δεκαετίας ξανασηκώνουν κεφάλι, επιδιώκοντας να ξαναγίνουν ρυθμιστές της εξωτερικής πολιτικής. Επιστέγασμα της διαφαινόμενης στροφής αποτελούν οι νύξεις (ή διπλωματικές απειλές) για δημοψήφισμα, όπου ο ελληνικός λαός θα αποφανθεί για το όνομα και την ευρωπαϊκή προοπτική των γειτόνων μας.

Αφήνοντας κατά μέρος την προβληματική δημοκρατικότητα μιας τέτοιας ενέργειας, αναρωτιέται κανείς με ποια κριτήρια θα κληθεί ο ελληνικός λαός να κρίνει υπέρ ή κατά της όποιας προτεινόμενης λύσης.

Με δεδομένο το μοντέλο των τηλεοπτικών παραθύρων, που αποκλείει οποιαδήποτε ψύχραιμη κι εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα», το πιθανότερο είναι να κληθούμε απλώς να επικυρώσουμε τα στερεότυπα που επιβλήθηκαν πριν από μία δεκαετία σε συνθήκες εθνικιστικής υστερίας, πατριδοκάπηλης μικροκομματικής πλειοδοσίας, κατευθυνόμενης πληροφόρησης και δικαστικών διώξεων των αντιφρονούντων. Στερεότυπα που ποτέ δεν συζητήθηκαν σοβαρά (έξω από τους κύκλους των επαγγελματιών επιστημόνων) και ως εκ τούτου εξακολουθούν ν' αποτελούν «κτήμα» (και να καθορίζουν τις επιλογές) της κοινής γνώμης.

Γιατί η ουσία του «Σκοπιανού» είναι ακριβώς αυτή: η εικόνα που διαμορφώθηκε γι' αυτό στην ελληνική κοινωνία, σφυρηλατημένη το 1991-92 με μεθόδους «Εθνικής Ηθικής Διαπαιδαγώγησης», στηρίζεται σε «ανιστόρητα στερεότυπα» κι «ένα μείγμα από παραχαραγμένα ιστορικά στοιχεία και μισές αλήθειες», όπως διαπιστώνει ο επίσημος κρατικός μακεδονολόγος, Ευάγγελος Κωφός. Με αποτέλεσμα το μπλοκάρισμα οποιασδήποτε πραγματιστικής πολιτικής ή ακόμα και τη διεθνή γελοιοποίηση.

Ας δούμε όμως από κοντά τα βασικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρόσφατης «εθνικής μας τύφλωσης».

Μύθος 1ος

Η ονομασία «Μακεδόνες» των βορείων γειτόνων μας πρωτοεμφανίζεται το 1943-44 και αποτελεί κατασκεύασμα του Τίτο.

Στην πραγματικότητα η επίμαχη ονομασία χρησιμοποιείται ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι., όταν πρώτη φορά ετέθη δημόσια το ζήτημα του εθνικού χαρακτήρα των σλαβόφωνων χριστιανών της ευρύτερης Μακεδονίας. Οι τελευταίοι δηλώνουν «Μακεδόνες» την ίδια στιγμή που διαπραγματεύονται την υποστήριξή τους στην ελληνική, βουλγαρική ή σερβική εθνική ιδέα.

Τυπικό δείγμα, το κήρυγμα του (πρώην κομιτατζή και εν συνεχεία μακεδονομάχου) καπετάν Κώττα προς τους προεστούς των Κορεστίων, όπως καταγράφηκε από τον αυτόπτη Παύλο Μελά: «Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν, ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα» (Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964, σ. 242). Καθώς η παραπάνω ομιλία έγινε στη γλώσσα που ο ίδιος ο Μελάς αποκαλεί «μακεδονικά», οι κατά Κώτταν «Μακεδόνες» αυτοαποκαλούνταν -προφανώς- «Μακεντόντσι».

Δεν πρόκειται για τη μοναδική καταγραφή του είδους. Κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ, την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., πολλοί σλαβόφωνοι μετανάστες απαντούν στο ερώτημα ποια είναι η «φυλή» ή ο «λαός» τους με τη λέξη «Μακεδόνας». Οι σχετικές καταχωρήσεις είναι ηλεκτρονικά προσπελάσιμες, στην πρωτότυπη μορφή τους, στην ιστοσελίδα του Ελις Αϊλαντ.

Ενδιαφέρουσα είναι η προβολή αυτού του αυτοπροσδιορισμού από την ελληνική προπαγάνδα της εποχής, που από τη «μακεδονικότητα» των σλαβοφώνων έσπευδε να συναγάγει την «ελληνικότητά» τους. «Και αυταί αι παραδόσεις των βουλγαροφώνων Ελλήνων εισίν ελληνικαί, ως και το παρ' αυτοίς αίσθημα της εθνότητος, διότι αυτοί εαυτούς Μακεδόνας ονομάζουσιν, ουδέποτε δε χρώνται τη λέξει Βούλγαρος» διαβάζουμε, π.χ. στον εθνογραφικό χάρτη του Στάνφορντ (1877), που είχε συνταχθεί από τον έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Γεννάδιο. Τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Δημήτριος Φιλιππίδης τονίζει κι αυτός ότι «οι χριστιανοί κάτοικοι, άνευ διακρίσεως οι τε Ελληνες και οι σχισματικοί, ονομάζουσιν εαυτούς υπό το γενικόν όνομα "Μακεδόνας"» («Η Μακεδονία», Εν Αθήναις 1906, σ. 30).

Το 1905, τέλος, ο επίσημος χαρτογράφος του ελληνικού μηχανισμού λοχαγός Πάτροκλος Κοντογιάννης, εισηγείται υπηρεσιακά την ενιαία χρήση του όρου «Μακεδόνες» για τους σλαβόφωνους χριστιανούς της ευρύτερης περιοχής, αναφερόμενος σε «Μακεδόνας ελληνίζοντας» και «Μακεδόνας βουλγαρίζοντας» και υποστηρίζοντας ότι «η εθνότης είναι η αυτή και εις τας δύο ταύτας κατηγορίας, ήτοι η Μακεδονική» (βλ. «Ιός» 5.6.05).

Η τάση διακριτού αυτοπροσδιορισμού ενισχύθηκε προοδευτικά ως απάντηση στις αιματηρές προσηλυτιστικές εκστρατείες Βουλγάρων, Ελλήνων και Σέρβων. Η πρώτη πανηγυρική διατύπωση της συγκρότησης ενός σύγχρονου, σλαβικού «μακεδονικού έθνους» γίνεται το 1903 από τον (γεννημένο στην Πέλλα των Γιαννιτσών) Κάρστε Μισίρκωφ. Για τις αντίστοιχες αποκρυσταλλώσεις στη βάση των τοπικών κοινωνιών, αποκαλυπτική είναι η διαπίστωση του Στράτη Μυριβήλη το 1917: «Αυτοί εδώ οι χωριάτες», γράφει για τους οικοδεσπότες του στη Βελούσινα, «δε θέλουν νάναι μήτε "Μπουλγκάρ", μήτε "Σρρπ", μήτε "Γκρρτς". Μοναχά "Μακεντόν ορτοντόξ"» («Η ζωή εν τάφω», 1η έκδοση [1924], επανέκδ. Αθήνα 1991, σ. 104-5).


Ολα αυτά, μερικές δεκαετίες τουλάχιστον πριν ο Τίτο κάνει τη δημόσια εμφάνισή του στην πολιτική σκηνή των Βαλκανίων.

Μύθος 2ος

Η εδαφική επικράτεια της ΠΓΔΜ βρίσκεται ως επί το πλείστον εκτός «ιστορικής» Μακεδονίας.

Στην πραγματικότητα, όπως ο ίδιος ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει σε υπηρεσιακή έκθεσή του το 1885, ολόκληρη η σημερινή ΠΓΔΜ περιλαμβάνεται στα όρια της αρχαίας Μακεδονίας (επί Φιλίππου). Η πολυδιαφημισμένη διάκριση της μείζονος Μακεδονίας σε «γεωγραφική» και «ιστορική» δεν είναι αντίθετα παρά ένα τέχνασμα του τότε ελληνικού υπ.Εξ., με σκοπό την αυθαίρετη ταύτιση της Μακεδονίας με «το μέρος εκείνο της χώρας ταύτης εις το οποίον ο Ελληνισμός δύναται να παρασταθή επικρατών». Την αποκαλυπτική αυτή έκθεση εντοπίσαμε στα αρχεία του υπ.Εξ. και δημοσιεύσαμε αυτούσια παλιότερα («Ε» 24.2.2001).

Ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να δεχτεί τις σχετικές εισηγήσεις, τονίζοντας πως «επ' ουδεμιάς ιστορικής βάσεως δυνάμεθα να στηρίξωμεν νέαν της Μακεδονίας οριοθέτησιν» και προειδοποιώντας ότι «ουδείς ήθελε αποδεχθή» διεθνώς τον «νέον γεωγραφικόν όρον» που κατασκεύασε η ελληνική πολιτική ηγεσία για τις βορειότερες μακεδονικές περιοχές. Παρ' όλο που τότε δεν ακούστηκε, η Ιστορία έμελλε να τον δικαιώσει: η μετονομασία της Βόρειας Μακεδονίας σε «Δαρδανία» παρέμεινε ένα σόφισμα για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς οποιοδήποτε αντίκρισμα στη διεθνή επιστημονική και διπλωματική σκηνή -ούτε καν καθολική αποδοχή από τους εν Ελλάδι μακεδονολογούντες.

Μύθος 3ος

Το πραγματικό ιστορικό όνομα της ΠΓΔΜ είναι «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα».

Στην πραγματικότητα, η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε απ' το γιουγκοσλαβικό κράτος 12 χρόνια όλα κι όλα (1929-1941) και μάλιστα κάτω από συνθήκες που επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τον τεχνητό χαρακτήρα της.

Οταν η στρατιωτική δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου επιχείρησε το 1929 να εξαλείψει τις εθνότητες της χώρας συγχωνεύοντάς τις σε ένα ενιαίο «γιουγκοσλαβικό» έθνος υπό σερβική ηγεμονία, όλες οι «ιστορικές» περιφέρειες της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») με τα ονόματα των τοπικών ποταμών. Η αλλαγή παγιώθηκε με το σύνταγμα του 1931 (άρθρο 83) και αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από το διεθνή τύπο της εποχής.

Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διοικητική διαίρεση, τότε εκτός από (γιουγκοσλαβική) Μακεδονία δεν υπάρχουν επίσης Σλοβενία (αλλά «Ντράβσκα» Μπανοβίνα), Κροατία («Σάβσκα» και «Πριμόρσκα» Μπανοβίνα), Μαυροβούνιο («Ζέτσκα» Μπανοβίνα), Βοσνία-Ερζεγοβίνη («Ντρίνσκα» και «Βρμπάσκα» Μπανοβίνα), Βοϊβοδίνα («Ντουνάβσκα» Μπανοβίνα) και -φυσικά- ούτε Σερβία («Μοράβσκα» Μπανοβίνα). Η γελοιότητα του όλου επιχειρήματος, που προπαγανδίστηκε κι από επίσημα χείλη (βλ. επιστολή Παπαθεμελή, «Ε» 17.3.01), είναι παραπάνω από προφανής.

Μύθος 4ος

Ονομασία των βορείων γειτόνων μας ως «Μακεδονία» συνεπάγεται αλυτρωτικές βλέψεις εις βάρος της Ελληνικής Μακεδονίας.

Στην πραγματικότητα, οι παλιότερες εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας ουδέποτε στηρίχτηκαν σε «ονοματολογικές» παρανοήσεις. Κεντρικό επιχείρημα της Βουλγαρίας και της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (πριν από το 1950) ήταν η συνεχιζόμενη παρουσία μιας συμπαγούς σλαβόγλωσσης μειονότητας σε περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας ή τα «ιστορικά δίκαια» που (υποτίθεται ότι) συνεπαγόταν η πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους και την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικρασίας.

Ακόμη κι αν η ΠΓΔΜ μετονομαζόταν «Δαρδανία», αυτό δεν θα εξαφάνιζε τις αναφορές των εκεί εθνικιστών σε «αλύτρωτους Δαρδανούς» της Β. Ελλάδας. Στη δε χώρα μας, θα γινόμασταν απλώς μάρτυρες της μετάλλαξης των «σλαβόφωνων Ελλήνων» σε «δαρδανόφωνους».

Της μόδας μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε επίσης η «γεωπολιτική» επιχειρηματολογία («δικαίωμα» των εθνών να «αναζητήσουν» καλλιεργήσιμα εδάφη, θαλάσσιες οδούς κ.λπ.). Παρόμοια επιχειρήματα πρόβαλε τότε κι η επίσημη Αθήνα, ζητώντας επέκταση των ελληνικών συνόρων προς βορρά. Σήμερα, τέτοιοι ισχυρισμοί θεωρούνται από το Διεθνές Δίκαιο απαράδεκτοι, ενώ η ύπαρξη και προστασία των κατά τόπους μειονοτήτων έχει πλήρως αποσυνδεθεί από εδαφικές «διευθετήσεις».

Μύθος 5ος

Η (φαντασιακή) σχέση των Σλαβομακεδόνων με τους αρχαίους Μακεδόνες είναι μια ιστορική πλαστογραφία που χαλκεύθηκε από τα Σκόπια στα μεταπολεμικά χρόνια.

Στην πραγματικότητα, η υποτιθέμενη καταγωγή των σλαβόφωνων από τους αρχαίους Μακεδόνες υπήρξε αγαπημένο θέμα της ελληνικής προπαγάνδας, ήδη από τα μέσα του ΙΘ' αι.

Το πιστοποιούν σλαβόγλωσσα έντυπα που οι μακεδονομάχοι μοίραζαν στον τοπικό πληθυσμό, όπως η «Διακήρυξη του Ελληνομακεδονικού Συλλόγου της Αθήνας για τους αδελφούς μας Μακεδόνες» (1905) ή οι υποτιθέμενες «Προφητείες του Μεγαλέξανδρου» (1907). Ανάλογες θεωρίες συναντάμε και σε προφορικά κηρύγματα προς τους σλαβόφωνους χωρικούς (Στ. Ράπτης «Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος», Εν Αθήναις 1910, σ. 168). Πασίγνωστη είναι τέλος η αναγόρευση της σλαβομακεδονικής σε μετεξέλιξη της «ομηρικής» γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων από λογίους της εποχής (Τσιούλκας, Μπουκουβάλας κ.ά.), τα πονήματα των οποίων βρίσκουν μέχρι σήμερα ανταπόκριση σε ελληνικούς εθνικιστικούς κύκλους.

Εξίσου παλιά είναι η οικειοποίηση αυτής της «ιστορικής» επιχειρηματολογίας από τους ίδιους τους σλαβόφωνους Μακεδόνες -είτε αυτοί συντάσσονταν με τον ελληνικό εθνικισμό είτε όχι. Προξενική έκθεση του 1871 καταγράφει το στολισμό του «σλαβοβουλγαρικού» βιβλιοπωλείου των Βιτωλίων με την εικόνα του Μεγαλέξανδρου, ενώ το 1902 κομιτατζήδες κηρύσσουν πως «θέλουν να αναζωώσουν τον Μέγαν Αλέξανδρον» και το κράτος του. Την ίδια χρονιά, σλαβόφωνος πράκτορας του ελληνικού μηχανισμού καυτηριάζει δημόσια τους συμπατριώτες του που «πλανώνται πλάνην μεγάλην φρονούντες ότι είνε δυνατόν να είνε απόγονοι συγχρόνως τε του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Κρούμου» (Γ. Π. Κώνστας, «Ενέργειαι και δολοφονικά όργια του βουλγαρικού κομιτάτου», Εν Αθήναις 1902, σ. ιθ').

Παρά την οφθαλμοφανή αυθαιρεσία του, το όλο «γενεαλογικό» σχήμα έχει συνεπώς τη δική του προϊστορία. Στο κάτω κάτω, τι φταίνε αυτοί αν πήραν τοις μετρητοίς όσα τους κανοναρχούσαν οι «δικοί μας» φωστήρες;

Διαφορετικής τάξης ζήτημα αποτέλεσε η υιοθεσία του «Ηλιου της Βεργίνας» ως εθνικού εμβλήματος της ΠΓΔΜ το 1992. Ευθύς εξαρχής ήταν προφανές πως επρόκειτο για (εσπευσμένη) κατασκευή ενός διαπραγματευτικού χαρτιού προς ανταλλαγή, ενόψει μελλοντικού διακανονισμού. Το αποδεικνύει όχι μόνο η άνετη απεμπόλησή του το 1995, αλλά και η προνοητικότητα της ηγεσίας των Σκοπίων να απεικονίσει έναν διαφορετικό «ήλιο» στα κέρματα που έκοψε το 1993.

Μύθος 6ος

Το ελληνικό κράτος αδιαφόρησε επί μισόν αιώνα για τις κινήσεις των Σκοπίων.


Στην πραγματικότητα, όπως εξηγεί σε απολογιστικό του κείμενο ο επίσημος ιστορικός του Μακεδονικού (κι εμπειρογνώμονας του ΥΠΕΞ επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες), Ευάγγελος Κωφός, «για τη διπλωματική μας Υπηρεσία, το θεωρούμενο από πολλούς ως "ανύπαρκτο θέμα" ήταν ένα πολύ υπαρκτό και ακανθώδες πρόβλημα. Υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες το 50% των εισερχομένων ημερησίως εγγράφων στο αρμόδιο Βαλκανικό Τμήμα του Υπουργείου αναφέρονταν άμεσα ή έμμεσα στο Μακεδονικό».

Η σχετική παρανόηση οφείλεται στην επιλογή της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να θεωρεί το θέμα επισήμως «ανύπαρκτο», επιβάλλοντας αυτή τη γραμμή στα ελληνικά ΜΜΕ.

Ο Κων/νος Καραμανλής (ο παλιότερος) δεν είχε π.χ. κανένα πρόβλημα να εξηγήσει το 1980 στο γιουγκοσλάβο ομόλογό του, Μιγιάτοβιτς, πώς υποχρέωσε τον ελληνικό τύπο ν' αποσιωπήσει την απάντηση του γιουγκοσλαβικού ΥΠΕΞ σε ερώτηση «ενός δικού μας ανόητου δημοσιογράφου για το Μακεδονικό» («Αρχείο Καραμανλή», τ. 12ος, σ. 61).

Η αιτία αυτής της διατεταγμένης αυτολογοκρισίας δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Χάρη στη (μυστική) ελληνογιουγκοσλαβική «συμφωνία κυρίων» του 1962 για εκατέρωθεν αποχή από οποιαδήποτε δημόσια ανακίνηση του Μακεδονικού, το ελληνικό κράτος μπόρεσε να οργανώσει -χωρίς διεθνείς περιπλοκές- ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αφομοίωσης της σλαβόφωνης μειονότητας του βορειοελλαδικού χώρου. Σε αντάλλαγμα αποδέχθηκε de facto την ύπαρξη της Σ. Δ. Μακεδονίας, όπως πιστοποιεί η αναγραφή της ονομασίας σε ΦΕΚ όλων των μεταπολεμικών κυβερνήσεων.

Μύθος 7ος

Η ηγεσία των Σκοπίων υπήρξε σταθερά αδιάλλακτη στο ζήτημα του ονόματος, απορρίπτοντας κάθε συμβιβαστική λύση.

Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση φρόντισε να απορρίψει πρώτη όλες τις εκδοχές σύνθετης ονομασίας που πρότειναν το 1992-93 οι μεσολαβητές της Ε.Ε. και του ΟΗΕ, όπως «Νέα Μακεδονία» (1.4.92) και «Nova Makedonija» (28.5.93).

Η δεύτερη απορρίφθηκε επίσημα (και) από τον Γκλιγκόροφ, μια μέρα όμως μετά το Μητσοτάκη.

Το ίδιο συνέβη και με τις βολιδοσκοπήσεις σε διμερές επίπεδο. Το Μάρτιο του 1992, κατά τη συνδιάσκεψη «Ελσίνκι-2» της ΔΑΣΕ, ο ΥΠΕΞ της ΠΓΔΜ Μάλεφσκι παρέδωσε σε μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας κατάλογο με πέντε εκδοχές σύνθετης ονομασίας («Μακεδονία του Βαρδάρη», «Βόρεια Μακεδονία» κ.λπ.) παροτρύνοντας σε άμεση από κοινού επίλυση του προβλήματος. Η ελληνική πλευρά απέρριψε το διάβημα με τη δικαιολογία ότι «η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη». Τις ίδιες μέρες κλιμακώθηκε η εκστρατεία του (τότε) έλληνα ΥΠΕΞ, Αντώνη Σαμαρά, για αποτροπή οποιουδήποτε συμβιβασμού με το «ψευδοκράτος» - με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα σημερινά αδιέξοδα.

Μύθος 8ος

Οι εθνικιστικοί κύκλοι της ΠΓΔΜ απειλούν άμεσα την ασφάλεια κι εδαφική ακεραιότητα της Β. Ελλάδας.

Η ύπαρξη εθνικιστών σε οποιαδήποτε χώρα είναι κάτι το αυτονόητο. Εντελώς διαφορετικό ζήτημα είναι η πραγματική επικινδυνότητά τους. Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, πολύς λόγος έγινε το 1991-93 για την αλυτρωτική συνθηματολογία του δεύτερου σε μέγεθος κόμματος της χώρας, του ΒΜΡΟ. Στην πραγματικότητα, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τον τοπικό τύπο, η ηγεσία του ΒΜΡΟ ήδη από το 1992 βρισκόταν σε επαφή με τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες -και συγκεκριμένα με τον ειδικό απεσταλμένο του Μητσοτάκη, στρατηγό Γρυλλάκη («Ιός» 22.12.2001).

Οταν το 1998 το ΒΜΡΟ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ακολούθησε έτσι πιο «ενδοτική» πολιτική απ' ό,τι οι προκάτοχοί του (ξεπούλημα στρατηγικών βιομηχανιών στο ελληνικό κεφάλαιο, κ.λπ.). Σύμφωνα με το «Βήμα» (3.6.2001), σύμβουλος του «εθνικιστή» πρωθυπουργού Γκεοργκίεφσκι «στις διαβουλεύσεις με την Αθήνα για την ονομασία» δεν ήταν άλλος από το Σταμάτη Μαλέλη -τον ίδιο άνθρωπο που, ως υπάλληλος του ελληνικού προξενείου, είχε ξεκινήσει το 1992 τις επαφές Γρυλλάκη-ΒΜΡΟ!

Απομένει το ζήτημα των εθνικιστικών αναφορών σε σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ. Κάποιες είναι όντως αλυτρωτικές, ενώ άλλες απλώς διαφέρουν από τη δική μας εικόνα για την ιστορία της περιοχής. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που έχει ευρύτερες βαλκανικές διαστάσεις, υπάρχουν διακρατικές επιτροπές επιφορτισμένες με την αμοιβαία εκκαθάριση των σχολικών βιβλίων από κηρύγματα μίσους και σοβινιστικές υπερβολές.

Προϋπόθεση της δουλειάς τους συνιστά, ωστόσο, η απουσία έντασης μεταξύ των ενδιαφερόμενων χωρών.

Μύθος 9ος

Στην επικράτεια της ΠΓΔΜ ζει μια ευμεγέθης ελληνική μειονότητα.

Πρόκειται για ανυπόστατη κατασκευή που δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό δεδομένο. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από μια σφυγμομέτρηση του περιοδικού «PULS» (1991) κατά την οποία, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, ένα 10,88 % των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ζήσει στην Ελλάδα κι όχι σε κάποια άλλη γειτονική χώρα -προτίμηση που από ελληνικά ΜΜΕ (και το Α2 του ΓΕΣ) ερμηνεύθηκε σαν εκδήλωση ελληνικής εθνικής συνείδησης!

Ακολούθησε η πανηγυρική υποδοχή της προκήρυξης μιας «Οργάνωσης Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας» (19.2.93), που σύντομα αποδείχθηκε κατασκεύασμα του εγχώριου «Στόχου». Οπως επισημαίνει και ο Κωφός, η όλη παραφιλολογία (στην οποία μετείχε ακόμη και η υφυπουργός Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, ανεβάζοντας μάλιστα το ποσοστό της «ελληνικής μειονότητας» σε 18,6) «ενίσχυε την εντύπωση σε τρίτους ότι η Ελλάδα αναζητεί ή κατασκευάζει ερείσματα για επέμβαση στη γειτονική χώρα».

Μύθος 10ος

Η στάση της Αθήνας απέναντι στα Σκόπια υπήρξε σταθερά ενδοτική και καθόλου απειλητική.

Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός εθνικισμός φλέρταρε σοβαρά με την ιδέα της διάλυσης του «ψευδοκράτους». Εκτός από χιλιάδες διαδηλωτές που πλημμύρισαν τους δρόμους της Αθήνας ζητώντας «σπάσιμο των συνόρων» και «σύνορα με τη Σερβία» (10.12.92), τη «στρατιωτική πίεση» και το διαμελισμό της ΠΓΔΜ υποστήριξαν επίσης δημόσια προσωπικότητες όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Κων/νος Βακαλόπουλος, ο Σαράντος Καργάκος, ο Χρήστος Πασσαλάρης ή ο τέως πρόεδρος Χρήστος Σαρτζετάκης. Στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύθηκαν σενάρια προέλασης του ελληνικού στρατού στο έδαφος της ΠΓΔΜ («Βήμα» 15.12.91 και 31.5.92), ακόμη και χάρτης με τις προτάσεις του ΓΕΕΘΑ για τα νέα σύνορα της Ελλάδας («Εθνος» 7.12.92).

Σ' ένα άλλο επίπεδο, ο ΥΠΕΞ Σαμαράς βάσισε μεγάλο μέρος της στρατηγικής του στην προοπτική αποσύνθεσης και κατάρρευσης του «κρατιδίου» (χάρη και στο πρώτο άτυπο ελληνικό εμπάργκο του 1992), ενώ γνωστές είναι οι διαβουλεύσεις με τους Μιλόσεβιτς και Ντράσκοβιτς για ελληνοσερβική «μοιρασιά» της ΠΓΔΜ.

Τέλος, διαφορετικής τάξης σχεδιασμοί για την «προληπτική» κατάληψη μιας «υγειονομικής ζώνης» εντός της ΠΓΔΜ σε περίπτωση επέκτασης των εκεί διακοινοτικών ταραχών συζητήθηκαν επίσημα στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής τον Αύγουστο του 2001.



Οι διαμορφωτές της εθνικής γνώμης

Μια σχεδόν ξεχασμένη πτυχή της εθνικιστικής υστερίας του 1991-94 αφορά την πολιτική ταυτότητα των «ειδημόνων» που ανέλαβαν να διαφωτίσουν εν μία νυκτί την εγχώρια κοινή γνώμη για την προϊστορία, τη φύση και τις πραγματικές διαστάσεις ενός ζητήματος που μέχρι τότε εθεωρείτο «ανύπαρκτο» από το επίσημο κράτος και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του.

Την κάλυψη του πολιτικού, ιδεολογικού και βιβλιογραφικού κενού που παρήγαγε η διατεταγμένη κρατική σιωπή (αλλά και η αδιαφορία της τότε αριστεράς και προοδευτικής διανόησης για παρόμοια ζητήματα) ανέλαβαν να καλύψουν οι εκπρόσωποι κι οργανικοί διανοούμενοι της μετεμφυλιακής και χουντικής εθνικοφροσύνης που μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 είχαν μπει στο περιθώριο.

*Συντάκτης της ιδρυτικής διακήρυξης (17.1.92) της «Επιτροπής Μακεδόνων» που οργάνωσε το πρώτο εθνικιστικό συλλαλητήριο (Θεσσαλονίκη 14.2.92), δίνοντας τον τόνο και αποκρυσταλλώνοντας την επιχειρηματολογία της «λαϊκής διπλωματίας» της περιόδου, ήταν ο Νικόλαος Μέρτζος, συγγραφέας του βιβλίου «Εμείς οι Μακεδόνες» (Αθήνα 1986), σύμβουλος του Μητσοτάκη για τα «εθνικά ζητήματα» αλλά και αντιπρόεδρος επί χούντας της (διορισμένης από τον Παπαδόπουλο) «Συμβουλευτικής».

*Συγγραφέας του best seller «Οι Ελληνες Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας» (Αθήνα 1991), ο Ιωάννης Χολέβας υπήρξε γενικός γραμματέας του υπουργείου Β. Ελλάδος επί ΕΡΕ αλλά και υπουργός Ναυτιλίας επί χούντας.

*Συμπληρωματικό ρόλο έπαιξαν «Η συνωμοσία κατά της Μακεδονίας» (Αθήνα 1987) του κατοχικού νομάρχη Τρικάλων και χουντικού υφυπουργού Εσωτερικών Θεόδωρου Σαράντη και το κλασικό μετεμφυλιακό εγχειρίδιο του Γεωργίου Λεβέντη «Η εναντίον της Μακεδονίας βουλγαροκομμουνιστική επιβουλή» (Αθήνα 1963 και 1966).

*Για πιο σκληρά γούστα, ανακαλύφθηκε ξανά ο «φίρερ» της 4ης Αυγούστου, Κώστας Πλεύρης. Τρεις μέρες πριν από το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, κλήθηκε να διαφωτίσει για το Μακεδονικό τους μαθητές του 4ου Γυμνασίου Χαλανδρίου. Σύμφωνα με το δελτίο ειδήσεων του Tele-City, γύριζε τότε «από σχολείου εις σχολείον, μπας και ξυπνήσουμε τον εθνικό μας οίστρο» («Ε» 12.2.92).

*Η δραστηριότητά του αυτή δεν έμεινε απαρατήρητη από τους υπόλοιπους λάτρεις της εθνικής αφύπνισης. Αρθρο της «Καθημερινής» διαφημίζει π.χ. τον «καθηγητή» Πλεύρη σαν «διαπρεπή αναλυτή, σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο, ιστορικό, φιλόλογο και νομικό», που «παρουσιάζει κατά τρόπο μοναδικό τις αξίες της αρχαιοελληνικής μας κληρονομιάς, τον κλασικό μας πλούτο, τις μεγάλες μορφές της Φιλοσοφίας, της Τέχνης και της πολιτικής των προχριστιανικών χρόνων, με ιδιαίτερη πάντα αναφορά στους Ελληνες Μακεδόνες Φίλιππο, Αριστοτέλη και Μέγα Αλέξανδρο» (16.2.92).

Σαφώς πιο απειλητική για την ελευθερία του λόγου, αλλά κι ενδεικτική του κλίματος των ημερών, ήταν η επιστράτευση του ίδιου «φίρερ» από τον εισαγγελέα ως βασικού μάρτυρα κατηγορίας σε μία από τις βασικές διώξεις αντιφρονούντων της εποχής. Αντικείμενο της δίωξης ήταν το βιβλίο της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη» και η κατηγορία αφορούσε τα εμφυλιοπολεμικά αδικήματα της «διασποράς ψευδών ειδήσεων», της «πρόκλησης πολιτών σε διχόνοια» και της «διατάραξης των σχέσεων της χώρας με φιλικά κράτη». Ο Πλεύρης κλήθηκε να καταθέσει με την ιδιότητα του «ειδήμονος περί τα εθνικά θέματα» και, φυσικά, έσπευσε να στηρίξει την κατηγορία.

*Μια άλλη ακροδεξιά παρέα, η «Εθνική Σταυροφορία» (με αρχηγό έναν ιδιοκτήτη πορνομάγαζου καταδικασμένο για μαστροπεία), συνέβαλε κι αυτή στις διώξεις των αντιφρονούντων, «τεκμηριώνοντας» με τις επιδρομές της την «πρόκληση διχόνοιας» που (υποτίθεται ότι) προκαλούσε η δημόσια διαφωνία με την υστερία.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της ζύμωσης ήταν να χαθεί πλήρως ο έλεγχος της κατάστασης, ακόμη κι από τους αρχικούς εμπνευστές της όλης καμπάνιας. Οταν στις αρχές του 1993 ο Μέρτζος αρθρογράφησε πρώτη φορά υπέρ μιας συμβιβαστικής λύσης στο ζήτημα του ονόματος, εισέπραξε τη γενική κατακραυγή. Το τζίνι είχε βγει απ' το μπουκάλι και θα περνούσε καιρός μέχρι να τιθασευτεί.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Athena Skoulariki
«Au nom de la nation. Le discours publique en Greece sur la question macedonienne et le role des medias (1991-1995)»
(αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Universite Paris ΙΙ, Μάρτιος 2005).
Εξαιρετική ανατομία του δημόσιου λόγου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης για το «Σκοπιανό».

Evangelos Kofos
«Greece's Macedonian Adventure: the Controversy over FYROM's Independence and Recognition»
(στο συλλογικό «Greece and the New Balkans», Ν. Υόρκη 1999, εκδ. Pella).
Εντονα κριτικός απολογισμός της κρίσης του 1991-95 από τον μέχρι τότε εμπειρογνώμονα του ΥΠΕΞ για το Μακεδονικό.

Τάσος Κωστόπουλος
«Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία»
(Αθήνα 2000, εκδ. «Μαύρη Λίστα»).
Περιγραφή της εσωτερικής διάστασης του Μακεδονικού, με βάση δεκάδες ντοκουμέντα διπλωματικών και άλλων υπηρεσιών.

Γιάννης Βαληνάκης - Σωτήρης Ντάλης
«Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996»
(Αθήνα 1996, εκδ. «Ι. Σιδέρης»).
Τα βασικά επίσημα ντοκουμέντα της διαμάχης. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρωχημένη ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία του ελληνικού μνημονίου στον ΟΗΕ (25.1.93) και σχετικής εγκυκλίου του ΥΠΕΞ (7.3.94).

Θεόδωρος Σκυλακάκης
«Στο όνομα της Μακεδονίας»
(Αθήνα 1995, εκδ. «Ελληνική Ευρωεκδοτική»).
Η εκδοχή Μητσοτάκη για το «Σκοπιανό».

Αλέξανδρος Τάρκας
«Αθήνα-Σκόπια. Πίσω από τις κλειστές πόρτες»
(Αθήνα 1995, εκδ. «Λαβύρινθος»).
Η εκδοχή Σαμαρά για το ίδιο θέμα.

Μιχ. Παπακωνσταντίνου
«Το ημερολόγιο ενός πολιτικού. Η εμπλοκή των Σκοπίων»
(Αθήνα 1994, εκδ. «Εστία»).
Αυτοβιογραφική εξιστόρηση από το διάδοχο του Σαμαρά στο ΥΠΕΞ.

(Ελευθεροτυπία, 23/10/2005)


http://www.iospress.gr/ios2005/ios20051023.htm

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Ο παππούς μας ο λαθρομετανάστης

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΥΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΟΥΣ, ΑΣΙΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΑΝΟΥΣ


Ο απαξιωτικός όρος «λαθρομετανάστης», που εξομοιώνει τον ανθρώπινο πόνο με τα εμπορεύματα, επινοήθηκε για να χαρακτηρίσει τους Ελληνες που έφευγαν χωρίς χαρτιά, συχνά και χωρίς εισιτήριο, στην Αμερική, στις αρχές του 20ού αιώνα

Παρά τις διαμαρτυρίες των αντιρατσιστικών οργανώσεων, παρά την έκκληση ακόμα και του επικεφαλής του γραφείου της Υπάτης Αρμοστίας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, Γιώργου Τσαρμπόπουλου («ο απαξιωτικός όρος λαθρομετανάστες, που εξομοιώνει τον ανθρώπινο πόνο με εμπορεύματα, πρέπει επιτέλους να εξαλειφθεί από το λεξιλόγιο», «Αυγή», 21/6/2009), τα μέσα ενημέρωσης και τα περισσότερα πολιτικά κόμματα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον όρο «λαθρομετανάστες» για να περιγράψουν τους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες που καταφεύγουν στη χώρα μας.

Είναι γνωστό ότι η γλώσσα τσακίζει κόκαλα. Στην προκειμένη περίπτωση τα κόκαλα είναι κόκαλα «αλλοδαπών». Αρα μικρό το κακό. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς έτσι;

Η ιστορία της λέξης αυτής λέει πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελαν εκείνοι που τη χρησιμοποιούν με επιμονή. Γιατί αυτή η ιστορία ανατρέπει τον ισχυρισμό ότι οι έλληνες μετανάστες ήταν πάντα νόμιμοι και ότι η μετάβασή τους στα ξένα έγινε με οργανωμένο τρόπο, άρα δεν μπορεί να συγκρίνονται με τους μετανάστες από την Ασία και την Αφρική που φτάνουν σήμερα στην Ευρώπη.

Στα λεξικά ο όρος «λαθρομετανάστης» καταγράφεται από τη δεκαετία του 1990 (βλ. σχετικά http://sarantakos.wordpress.com). Αλλά η λέξη εμφανίζεται από τις αρχές του 20ού αιώνα και αναφέρεται αποκλειστικά σε έλληνες μετανάστες. Ο νεολογισμός προέκυψε ίσως από τον όρο «λαθρεπιβάτης», γιατί οι Ελληνες που έφευγαν για τις ΗΠΑ χωρίς επίσημα χαρτιά συχνά δεν είχαν και εισιτήρια.

Χάρη στην πρόσφατη ψηφιοποίηση μεγάλου μέρους του ελληνικού τύπου, μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες πρώτες χρήσεις του όρου. Η παλιότερη αναφορά που εντοπίσαμε αναφέρεται στους «λάθρα μεταναστεύσαντες» Ελληνες και τα μέτρα που πήρε το υπουργείο Ναυτικών στο λιμάνι του Πειραιά για να εμποδίσει το ρεύμα της μαζικής φυγής προς την Αμερική («Σκριπ», 26/8/1916).

Οι αναφορές της ίδιας εφημερίδας μετά από μια δεκαετία έχουν πολύ δραματικότερο χαρακτήρα. Κάτω από τον τίτλο «Τα μαρτύρια των Ελλήνων μεταναστών - Πού τους αποστέλλουν εξαπατώντες αυτούς» (16/3/1927), περιγράφεται η περιπέτεια 15 Ελλήνων που μετέβησαν στην Κούβα και από εκεί «παρελήφθησαν από κάποιον πράκτορα Αλεξιάδη» και επιβιβάστηκαν σε μικρό βενζινόπλοιο, «κρυφθέντες εντός μεγάλων δεμάτων χάρτου, διά να εισέλθουν εις την Β. Αμερικήν λαθραίως κατά την εκφόρτωσιν του εμπορεύματος». Κανένας δεν τα κατάφερε: «Κατά τον πλουν τέσσαρα δέματα χάρτου ανηρπάγησαν από τα κύματα και οι εν αυτοίς ατυχείς μετανάσται επνίγησαν. Εις άλλος μετανάστης εθανατώθη οικτρότατα κατά την εκφόρτωσιν του δέματος του χάρτου εντός του οποίου είχε κρυφθή, διότι το βαρούλκον του πλοίου του διετρύπησε την κοιλίαν».

Αντίστοιχο είναι και το δημοσίευμα που υπέδειξε στον Πάνο Τριγάζη ο καθηγητής του ΑΠΘ Γιώργος Τσιάκαλος (βλ. «Αυγή» 13/6/2009). Πρόκειται για ρεπορτάζ στο «Εμπρός» με τίτλο «Η λαθρομετανάστευσις εις τον λιμένα Πειραιώς» (26/4/1929):

«Πόσα περιστατικά Ελλήνων λαθρομεταναστών δεν μας είναι γνωστά. Χιλιάδες άνθρωποι γυμνητεύουν, πεινούν περιφερόμενοι εις τον Καναδάν ή την Αργεντινήν όπου έχουν αποσταλή πλανηθέντες παρά των πρακτόρων αυτών οι οποίοι εφρόντισαν να πείσουν τούτους ότι η Γη της Επαγγελίας είναι εκεί και ότι τα δολάρια τους αναμένουν εις τας προκυμαίας. [...] Με ατμόπλοιον επέστρεψαν προ ημερών 17 λαθρομετανάσται. Ούτοι κατήγγειλαν ότι εξαπατήθησαν ενταύθα υπό διαφόρων πρακτόρων, ότι τους πήραν και την τελευταίαν πεντάραν και ότι εις τα αμερικανικά εδάφη αντί χρυσού εύρον την πείναν και την απόγνωσιν... "Φωνάχτε σε όλο τον κόσμο", κατέθεσαν ούτοι. "Γράφτε στις εφημερίδες να μη φεύγη κανείς για εκεί! Τι τραβήξαμε δεν λέγεται. Φυλακή, πείνα, θάνατος, κακομοιριά". Μόλις αποβιβασθούν εις τον Καναδάν ή την Αργεντινήν τους περικυκλώνουν διάφορα πρόσωπα και τους υπόσχονται ότι θα τους εισαγάγουν εις το έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών [αλλά] κατόπιν πολλών περιπετειών τους εγκαταλείπουν πειναλέους και ρακένδυτους». Το δημοσίευμα αναφέρεται και στη σύλληψη όσων οργάνωσαν το ταξίδι των μεταναστών (οι «δουλέμποροι» που θα λέγαμε σήμερα). Ολοι Ελληνες φυσικά.

Οι αναφορές σε «λαθρομετανάστες» πολλαπλασιάζονται όσο πλησιάζει η οικονομική κρίση του 1929 και οι ΗΠΑ πιέζουν τις χώρες προέλευσης μεταναστών να πάρουν μέτρα. Τον όρο «λαθρομετανάστης» για τους Ελληνες χρησιμοποιεί και σε άρθρο του γραμμένο ειδικά για το «Ελεύθερον Βήμα» ο υπουργός Εργασίας των ΗΠΑ, Τζέιμς Ντέιβις (25/2/1928): «Αργά ή γρήγορα, εφόσον δεν υπάρχει νόμιμος περιορισμός διά τον εκτοπισμόν των λαθρομεταναστών, πιστεύω ότι κάθε λαθραίως εισελθών ξένος θα ευρεθή υποψήφιος προς εκτοπισμόν. Διά να σταματήση εντελώς η λαθραία είσοδος θ' απαιτηθούν αυστηρότεροι νόμοι και μεγαλυτέρα οργάνωσις των οικείων υπηρεσιών».

Είχε προηγηθεί εκτενής ανάλυση της ίδιας εφημερίδας για τις νέες συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι «λαθρομετανάστες» στις ΗΠΑ (3/1/1928). Το άρθρο εφιστά την προσοχή των «λαθραίων μεταναστών» να μη «αποστέλλωσι τα τέκνα των, τας συζύγους των, τους αδελφούς των και τους άλλους οικείους των εις τας Ηνωμένας Πολιτείας διά των διαφόρων τούτων τυχοδιωκτικών μέσων, τα οποία σκέπτονται απάνθρωπα υποκείμενα διά να κερδίσουν ελάχιστα χρήματα εις βάρος της τιμής και της ζωής των άλλων». Υποδεικνύεται μάλιστα η «κανονική μετανάστευσις», την οποίαν εξασφαλίζουν «μόνο σοβαρά γραφεία μεγάλης περιωπής ισχυρώς οργανωμένα και από πολλών ετών λειτουργούντα [...] τοιαύτα δε γραφεία είναι εν Ελλάδι σχεδόν μόνα τα γραφεία του New York Athens Express Company των Αδελφών Κοντονή».

Ειρωνεία της τύχης. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου οι αδελφοί Κοντονή συνελήφθησαν, με βαριές κατηγορίες για απάτη, λαθραία μετακίνηση, μέχρι και για φόνο μεταναστών...

Σιγά σιγά, ο όρος «λαθρομετανάστες» έπαυσε να χρησιμοποιείται για Ελληνες. Μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου οι ελληνικές εφημερίδες χαρακτήριζαν «λαθρομετανάστες» τους εβραίους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος που επιχειρούσαν να διαφύγουν στην Παλαιστίνη (βλ. λ.χ. «Εμπρός», 10 και 11/10/1947). Από τότε και μέχρι το 1990 που τον ξαναθυμηθήκαμε, η χρήση του όρου είναι σποραδική και συνήθως γίνεται για να περιγραφούν εγκληματίες που έχουν και την ιδιότητα του αλλοδαπού.

Ας έχουν λοιπόν υπόψη τους αυτό το ιστορικό βάρος του όρου «λαθρομετανάστης» όσοι συνεχίζουν να τον χρησιμοποιούν. Κι ας συλλογιστούν κάθε φορά που τον εκστομίζουν ότι δημιουργήθηκε για να δώσει εγκληματικό περιεχόμενο στη μαζική φυγή από την Ελλάδα απελπισμένων συμπατριωτών μας.

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=06/02/2011&id=248643

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Ο καημός του μη καπνιστή

Τα Νέα, 28 Απριλίου 2007

Είπα να το γυρίσω στο μελό, και πώς αλλιώς, αφού οι περισσότεροι φίλοι και γνωστοί καπνίζουν, ο περισσότερος κόσμος καπνίζει, κάπνιζα κάποτε κι εγώ, φουγάρο, όπως λένε, μια φορά βρέθηκα στη ζωή μου στην πλειοψηφία, όμως εδώ και δώδεκα χρόνια ανήκω πια σε άλλη μια μειοψηφία, θλιβερή, επονείδιστη, των μη καπνιστών –και ούτε καν: σε μέρος της μειοψηφίας, δεν ξέρω πόσο είναι αυτό, στους αντικαπνιστές.

διαβάστε τη συνέχεια...

Αμαρτία εξομολογημένη λοιπόν, γιατί είναι, θεωρείται, αμαρτία να μην καπνίζεις, είναι κυρίως αμαρτία να σ’ ενοχλεί το κάπνισμα των άλλων (γιατί υπάρχουν και μη καπνιστές ευτυχείς, εγώ τους μακαρίζω, που διόλου δεν τους ενοχλεί το κάπνισμα), και κυριότατα είναι αμαρτία (έως και φασισμό το είπαν!) αν θες να εμποδίσεις το κάπνισμα των άλλων, να τους στερήσεις την ελευθερία (δεν ειρωνεύομαι όμως εδώ, το ξέρω ότι είναι στέρηση της ελευθερίας κάτι τέτοιο) να καπνίζουν.

Αν όμως παραδέχεσαι, θα πει κανείς, πως είναι στέρηση ελευθερίας η απαγόρευση του καπνίσματος, πώς τότε την επικροτείς, πώς νοείται να την επιζητείς, ίσως και την απαιτείς; Χωρίς να αναφερθώ σε άλλου τύπου στερήσεις της ελευθερίας που θεωρούνται όμως γενικά αποδεκτές και επιβεβλημένες (το όριο ταχύτητας, η ζώνη ή το κράνος, αμέσως αμέσως, στην οδήγηση), θα πω εκ προοιμίου ότι η ελευθερία του ενός να καπνίζει έχει ήδη καταργήσει την ελευθερία του άλλου που δεν θέλει να καπνίσει. Όμως η ελευθερία του ενός θεωρείται αυτονόητη, είναι κεκτημένη, άρα η συζήτηση περί ελευθερίας αρχίζει από ένα σημείο και πέρα, απ’ τα μισά του δρόμου.

Υπήρξα, είπα, μανιώδης καπνιστής, κι αυτό, παρεμπιπτόντως, θεωρείται ακόμα μεγαλύτερο αμάρτημα, ο καπνιστής που έγινε αντικαπνιστής: «οι πρώην καπνιστές γίνονται οι φανατικότεροι αντικαπνιστές» λέγεται, σου το λεν κατάμουτρα, κάτι σαν τους γενίτσαρους περίπου, σε κάνουν να σκεφτείς, σαν τους πρώην κομμουνιστές που έγιναν οι φανατικότεροι αντικομμουνιστές, αυτό το στερεότυπο εντέλει υπόκειται στην παρατήρηση αυτή, που σε κάνει να νιώθεις ακόμα πιο μίζερος, πιο επονείδιστος, όπως είπα, εσύ ο αντικοινωνικός, εσύ ο εκτός, ο δακτυλοδεικτούμενος εχθρός.

Είναι βαρύ το στίγμα τού εκτός (το είπα πως θα το ρίξω στο μελό), γιατί όντως το «μη τσιγάρο» σε θέτει αυτομάτως εκτός: ήδη οι φίλοι σου, όταν σε προσέχουν, να μη σου έρχεται ο καπνός, όταν μετρούν το καινούριο, απανωτό τσιγάρο την ώρα που πάνε να το ανάψουν και κάνουν αμήχανα για λίγο πέρα το πακέτο, όταν γυρίζουν απ’ την άλλη να φυσήξουν τον καπνό, σου θυμίζουν πόσο εκτός εντέλει είσαι, άτομο δηλαδή με ειδικές ανάγκες που το φροντίζουν στοργικά, στην καλύτερη περίπτωση, στη χειρότερη άτομο υστερικό, γεροπαράξενο, οπωσδήποτε αντικοινωνικό –αυτά, εντάξει, όχι από τους φίλους, αλλά από τους τρίτους.

Γιατί το τσιγάρο είναι σήμα κοινωνικότητας, δημιουργεί κοινωνία, φτιάχνει κοινότητα, όπως το ποτό, το χαρτί, τα σπορ, κατεξοχήν το ποδόσφαιρο. Ο θεριακλής ή/και το γερό ποτήρι συνιστά εντέλει αξία, ακόμα και στην κατάχρηση, ιδίως (ή ακόμα και) στο αλκοόλ, που εκεί πια κανένας δεν αμφισβητεί το αρνητικό πρόσημο του αλκοολισμού.

Ο μανιώδης καπνιστής που εξακολουθεί να καπνίζει σαν φουγάρο, παρότι έχει ήδη προβλήματα υγείας και αυστηρή απαγόρευση απ’ το γιατρό, κάπου μέσα μας βαθιά μάς συγκινεί, θραύσματα από μυθολογίες ηρωικές μάς φέρνει στο νου, νά, τα δέντρα που πεθαίνουν όρθια, νά ο παλιός ο φίλος, ο έξω καρδιά Σταμάτης, πάνε χρόνια που μας άφησε, αυτός το δήλωνε ρητά: «καλύτερα να πεθάνω όπως γουστάρω παρά να μιζερέψω τη ζωή μου», και συνέχισε το τσιγάρο και το κρασί παρά τα καρδιακά επεισόδια που είχε, αυτοκτόνησε δηλαδή, πώς να μην του αναγνωρίσεις μια τέτοια απόφαση ζωής, τέτοια λεβεντιά. (Η μία όψη βέβαια είναι αυτή, ας την αφήσουμε κατά μέρος την άλλη, έστω και μόνο για τη μνήμη του Σταμάτη, των διάφορων Σταμάτηδων που θα ’χουμε όλοι στη ζωή μας.)

Αντίστοιχα, ο γερός πότης που επιμένει, με όποιες προειδοποιήσεις ή ίσως ήδη υπαρκτά προβλήματα υγείας, και με αναγνωρισμένο εδώ, όπως είπα, τον κίνδυνο του αλκοολισμού, επίσης κάπου μας συγκινεί: μεταξύ μας μάλιστα, στους διανοούμενους εννοώ, διατί να το κρύψωμεν άλλωστε, πανάθεμά μας, ο μύθος του καταραμένου ποιητή, του καταραμένου καλλιτέχνη γενικότερα, του εκτός ορίων και αυτοκτονικού, μάς έχει σημαδέψει, μας συγκλονίζει η ζωή που έδωσε το έργο που μας έθρεψε, το έργο που θαυμάζουμε.

Με το τσιγάρο που θα προσφέρεις, όταν σου ζητηθεί ή από μόνος σου, και αντίστροφα με το τσιγάρο που θα κάνεις τράκα όταν ξέμεινες, το ίδιο με τη φωτιά που θα προσφέρεις ή που θα ζητήσεις (κρύβοντας μάλιστα, καμιά φορά, τον δικό σου αναπτήρα, όταν είναι να κάνεις καμάκι), δημιουργείται αυτομάτως «κοινότητα»: μαζί με το τσιγάρο που θα καπνίσεις με τον άλλο θα ανταλλάξεις και δυο λόγια –μπορεί και τηλέφωνα. (Ενώ πώς να βρεθούν και τι να πουν δύο μη καπνιστές;) Με το ποτό, το ίδιο –για να μην πω πολύ περισσότερο. Και καλά να αρνηθείς το τσιγάρο που σου προσφέρουν. Να αρνηθείς όμως το ποτήρι κρασί που σου προσφέρουν, το «κάτσε να πιεις ένα ποτήρι μαζί μας»; Ύβρις –πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τσικουδιά στην Κρήτη! Οποία καταισχύνη, σκουλήκι νιώθεις τότε, κατάπτυστο, μες στη μιζέρια.

Δόξα τω θεώ, γερό ποτήρι όπως παλιά δεν είμαι, κάτι όμως πίνω, αυτό το μερίδιο καταισχύνης το γλιτώνω, το άλλο με το τσιγάρο όχι. Με πειράζει το τσιγάρο, και δε μιλάω καθόλου για υγεία, θα την αφήσω εντελώς απέξω την παράμετρο αυτή, όσο σοβαρή κι αν είναι: ανάλογα με την ώρα, τον καιρό (παίζουν σαφώς ρόλο τέτοιοι παράγοντες), και βέβαια τη διάθεση, μπορεί να έχω από απλό πονοκέφαλο έως και ναυτία. Θα μείνω όμως στο πολύ απλό θέμα τού αν κάτι αρέσει σε κάποιον ή όχι, στο θεμελιώδες δικαίωμα στην απόλαυση, που εύλογα διεκδικούμε όλοι. Θα μείνω δηλαδή απλώς και μόνο στη δυσφορία που μπορεί να προκαλεί ο καπνός του τσιγάρου. Την ίδια έστω δυσφορία που αναγνωρίζεται γενικά ότι προκαλεί ένα ενδεχομένως υπέροχο και πανάκριβο αλλά δυνατό άρωμα, αμφισβητείται όμως για τη μυρωδιά του τσιγάρου.

Η αποστροφή του καπνιστή για το τσιγάρο!

Δε θα μπω στη μηχανιστική λογική: «καλά δε σ’ ενοχλεί το καυσαέριο, σ’ ενοχλεί το τσιγάρο;» και ανάλογα: «αντί να κάνουν κάτι για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, κυνηγάνε το τσιγάρο», θα παρατηρήσω όμως ότι οι καπνιστές που εκπλήσσονται πώς και πόσο πια μπορεί να ενοχλεί τον μη καπνιστή το τσιγάρο (και μάλιστα σε ανοιχτό χώρο: ακόμα περισσότερο εκεί, θα πω εγώ!), οι ίδιοι, οι περισσότεροι οπωσδήποτε, ομολογούν πως μες στο σπίτι τούς βρομάει το τασάκι, πως αερίζουνε τα ρούχα τους όταν γυρίζοντας από έξοδο μυρίζουν ώς και τα εσώρουχά τους (μας!), ενώ ειδικότερα οι οδηγοί, έχω την αίσθηση οι 8 στους 10, πετάνε τη στάχτη κι έπειτα το τσιγάρο τους έξω απ’ το παράθυρο –επειδή μυρίζει το τασάκι και το αυτοκίνητο όλο (κι όχι απλώς επειδή πετάνε γενικότερα τα σκουπίδια τους απέξω, αυτοί ευτυχώς δεν είναι 8 στους 10). Κάτι ακόμα πρέπει να μας λέει ο τρόπος που οι περισσότεροι, όταν βρίσκονται στο δρόμο, τινάζουν μακριά τη γόπα, με μια κίνηση απότομη, σχεδόν απέχθειας, αντί να την πετάξουν απλούστατα μπροστά τους και να τη σβήσουν πατώντας την. Ενώ έχω δει καπνιστές να πετάνε το αποτσίγαρο απ’ τη βεράντα, του σπιτιού τους ή και ξένου, αδιάφορο αν στο δρόμο κάτω ή στην τέντα τού αποκάτω, άνθρωποι, έχει σημασία αυτό, που δε θα πετούσανε ποτέ ούτε φλούδι πασατέμπου.

Είναι κοινή συνείδηση, δηλαδή, και σ’ αυτούς πως το τσιγάρο είναι κάτι «βρόμικο». Που όμως τους αρέσει, όπως μου άρεσε φοβερά κι εμένα, πολλοί το ομολογούν ότι δε θέλουν να το κόψουν, άλλοι από φόβο, για τα παραπανίσια κιλά, για την αμηχανία με τις αυτοματικές κινήσεις και τα χέρια, ή πώς θα δουλεύουν κτλ. (Δε μου είναι άγνωστος κανένας από αυτούς τους φόβους, μου είναι όμως γνωστή η μεγάλη ευκολία με την οποία το κόβεις, έτσι και το αποφασίσεις σοβαρά!) Και είναι όντως μέγα θέμα το ψυχολογικό, η ψυχολογική εξάρτηση, ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι ότι το τσιγάρο αποτελεί οπωσδήποτε απόλαυση.

Μόνο που αυτή η απόλαυση καταργεί αυτομάτως την απόλαυση κάποιου άλλου.

Εκ στόματος καπνιστών

Τα Νέα, 12 Μαΐου 2007

Άρχισα την περασμένη επιφυλλίδα για τον «Καημό του μη καπνιστή»και έμεινα στην επισήμανση πως η ελευθερία του καπνιστή έχει ήδη καταργήσει την ελευθερία του μη καπνιστή· άρα η συζήτηση περί ελευθερίας αρχίζει από ένα σημείο και πέρα, είναι δηλαδή ουσιαστικάυπονομευμένη.

διαβάστε τη συνέχεια...

Έμεινε δηλαδή ανολοκλήρωτη η επιφυλλίδα, έμεινε απέξω ο «καημός», ότι τον αποκλεισμό που –θα, ίσως, κάποτε αρχίσουν να– νιώθουν οι καπνιστές, ο μη καπνιστής τον βιώνει ήδη, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, αποκλεισμένος από διάφορους χώρους, π.χ. από τα φουαγιέ των θεάτρων ή τα μπαρ: στα εστιατόρια τουλάχιστον υπάρχει και το «διάλειμμα», οι στιγμές που όλοι τρώνε και δεν καπνίζουν. Εγώ, φερειπείν, έχω σχεδόν ξεχάσει πώς είναι τα μπαρ, χρόνια είχα να πατήσω και σε συναυλία στο «Ρόδον», προτού μας αφήσει χρόνους και αυτό, με τα χίλια ζόρια πάω σε κάνα στέκι όταν παίζουν μουσική τίποτα φίλοι, αποφεύγω πια και τα σπίτια φίλων καπνιστών: στα εστιατόρια υπάρχει τουλάχιστον κάποιος στοιχειώδης εξαερισμός, και επιπλέον εκεί, λίγο μετά το φαγητό, όταν πια αρχίζουν όλοι και καπνίζουν κι εσένα σου βγαίνει η απόλαυση του φαγητού και του ποτού από τη μύτη και αρχίζει και ο πονοκέφαλος, κάπου εκεί λοιπόν ζητάει η παρέα το λογαριασμό και φεύγετε, ενώ στο σπίτι λίγο δύσκολα να σηκωθείς να φύγεις «έτσι ξαφνικά», κάνεις συνδυασμούς φίλων για να βγεις, να μη σου πέσουνε μαζί πολλοί οι καπνιστές, και άλλα, υστερικά πάλι θα πουν.

Μήπως τα παραλέω; Πάντως, αυτό που πιο πολύ κι απ’ τον καπνό τον ίδιο με παραλύει είναι η αδυναμία να γίνουν καταρχήν αντιληπτά τα ωστόσο προφανή και απλά. Το πιο απλό απ’ όλα, με τα πιο απλά λόγια του κόσμου: μιλώ για το «δικαίωμα» εντέλει να ενοχλούμαι απ’ τον καπνό (χωρίς τη δυσφορία τού «αμάν κι εσύ, βρε παιδί μου», την απορία «μα καλά, και σ’ ανοιχτό χώρο;» ή κάποτε την απροκάλυπτη ειρωνεία και χλεύη), να ενοχλούμαι από αυτόν τον ίδιο καπνό που, ενώ σαν πράξη αποτελεί απόλαυση και ανάγκη, κατά κανόνα είναι και για τον καπνιστή, ομολογημένα, δυσάρεστος και ενοχλητικός!

Άλλο ωστόσο είναι το μείζον, το είχα αρχίσει από την προηγούμενη φορά, και σ’ αυτό θα επιμείνω: ο περί ελευθερίας λόγος, που μοιάζει να συναγείρει ακόμα και μη καπνιστές: στα αείμνηστα «Πρόσωπα» των Νέων είχε δημοσιευτεί ένα ενδιαφέρον άρθρο του μεγάλου Περουβιανού συγγραφέα Γιόσα, «Οι βλαβερές συνέπειες του να είσαι καπνιστής», 9.11.2000.

Ο Γιόσα, παλιός μανιώδης καπνιστής, που έπειτα έκοψε το κάπνισμα και μεταβλήθηκε σε «“ιεραπόστολο” του αντικαπνιστικού αγώνα», άρχισε να γίνεται σκεπτικιστής «όταν πια οι αντικαπνιστικές εκστρατείες έγιναν τόσο παρανοϊκές που κατάντησαν να μοιάζουν με κυνήγι μαγισσών»: κάποτε ξεσηκώνονται κι οι σκλάβοι, μου ’ρχεται να πω, ελαφρώς έστω παρατραβηγμένα, στο περί «κυνηγιού μαγισσών», ουσιαστικά για να τονίσω ότι πρόκειται επιτέλους γιαάμυνα, και όχι για επίθεση (αυτά και για τα περί «φασισμού των απαγορεύσεων», σαν να μην είναι τότε… φασισμός η επιβολή του καπνού στον μη καπνιστή). Και μέσα από την καταπίεση και τη λογική της άμυνας θα έπρεπε να «διαβαστούν» και οι όποιες υπερβολές του αντικαπνιστικού.

Νά λόγου χάρη μια «υπερβολή», όπως τη μετέφερε εδώ (Νέα 17.9.05) ο φίλος Λάκης Προγκίδης, με τίτλο «Καπνιστές εις θάνατον!», παρουσιάζοντας ένα βιβλίο του Ντυτέρτρ, «μια εφιαλτική φάρσα» για «μια μελλοντική κοινωνία όπου ο καπνιστής θεωρείται το ίδιο σχεδόν επικίνδυνος με έναν τρομοκράτη»· περιγράφει λοιπόν ο Λ.Π. ένα επεισόδιο στο εδώ αεροδρόμιο, όπου έφτασε με μερικούς Γάλλους συγγραφείς, κι ένας από αυτούς άναψε τσιγάρο, οπότε κάποιος φουκαράς άρχισε να ωρύεται ότι απαγορεύεται, και με τα πολλά, όταν είδε κι απόειδε, έτρεξε κι έφερε τον μπάτσο. «Είστε ένας κοινός καταδότης» του είπε ο Γάλλος. Εύκολα αποσπά κανείς τη συμφωνία του αναγνώστη απέναντι στον «ρουφιάνο», εύκολα γελοιοποιείται η –πώς τη λένε; ναι, υστερία τη λένε, η «υστερία» να θες να γλιτώσεις επιτέλους στο ένα μόλις εκατοστό «για μη καπνίζοντες» που σου έχει με τα χίλια ζόρια παραχωρηθεί.

Κι άλλη «υπερβολή»: διαβάζω ένα πιο πρόσφατο άρθρο εδώ, του πάντοτε καίριου Ρούσσου Βρανά: «Άλλη μια μικρή ελευθερία γίνεται “καπνός”» γράφει, μ’ αυτό το ωραίο λογοπαίγνιο, για την απαγόρευση του καπνού (Νέα 2.2.07)· αφορμή του, η απαγόρευση του καπνίσματος στο αυτοκίνητο, όταν είναι μέσα και ανήλικα παιδιά, μια απαγόρευση που σκέφτονται να επιβάλουν ορισμένες αμερικανικές πολιτείες.

Θεωρείται σχεδόν αυτονόητο ότι δεν επιτρέπεται π.χ. να κάνουν έρωτα οι γονείς μπροστά στα παιδιά τους, ενώ αμφιλεγόμενο είναι αν κάνει να κυκλοφορούν γυμνοί οι γονείς μέσα στο σπίτι, πολλοί πάντως θεωρούν ότι κι αυτό δεν επιτρέπεται. Κι ωστόσο θεωρείται απολύτως φυσικό να ντουμανιάζουν τα παιδιά τους μέσα στο σπίτι, ή στον πολύ πιο περιορισμένο χώρο του αυτοκινήτου: αμ δεν είναι κακοποίηση αυτό ανηλίκων;

Πίσω όμως στο άρθρο του Γιόσα, ένα άρθρο γραμμένο με αφορμή την απόφαση δικαστηρίου στο Μαϊάμι που επέβαλε πρόστιμο σε καπνοβιομηχανίες: η απόφαση αυτή, καταλήγει ο Γιόσα, «δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο περιορισμού των ατομικών ελευθεριών»: ορθόν, αλλά κι εδώ παραγνωρίζεται ότι το υπό δημιουργία προηγούμενο έχει πίσω του άλλο προηγούμενο, περιορισμού ακριβώς των ατομικών ελευθεριών –των ατομικών ελευθεριών του μη καπνιστή.

«Ελευθερία», «αυτοδιάθεση», «ελευθερία επιλογής» κτλ., ωραία, εντυπωσιακά λόγια, που εύκολα αποσπούν κι αυτά τη συμφωνία του αναγνώστη· στην ουσία, εκβιάζουν ιδεολογικά τον αναγνώστη –άλλος ένας δηλαδή εκβιασμός, πλάι στον καθημερινό, έστω και μόνο τον συναισθηματικό, που ασκείται, έμμεσα και οπωσδήποτε ασύνειδα, π.χ. από τους φίλους ή τους συναδέλφους στο γραφείο που καπνίζουν. Ωραία λοιπόν λόγια, που όλα αφήνουν απέξω τα ίδια ακριβώς που θα έπρεπε να ισχύουν αυτονόητα και για την άλλη πλευρά, των μη καπνιστών. «Αντιστεκόμενος κανείς στον διωγμό των καπνιστών δεν υποστηρίζει το κάπνισμα» καταλήγει σε ένα του άρθρο ο Χρ. Χωμενίδης (Lifo 14.9.2006). «Υπερασπίζεται την ανεκτίμητη προσωπική ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει αδιαπραγμάτευτα την ελευθερία ακόμα και της αυτοκαταστροφής» Προσυπογράφω, φυσικά, την υπεράσπιση της «ανεκτίμητης προσωπικής ελευθερίας»: αλλά και τη δική μου, παρακαλώ! Προσυπογράφω ακόμα και την «ελευθερία της αυτοκαταστροφής»: προσοχή μόνο στο «αυτο-»: να είναι δηλαδή μόνο δική του, του καπνιστή, και όχι στανικά και δική μου!

«Φορέας –και όχι θύμα– ολοκληρωτισμού»

Κανένα αντικαπνιστικό άρθρο, λοιπόν; Που έγραψα τώρα κι εγώ, έπειτα από δισταγμό (=αυτολογοκρισία, καταπίεση) πολλών χρόνων, και με τεράστια αμηχανία, έως αισθήματα ενοχής απέναντι σε φίλους, και εισέπραξα είτε «επιδεικτική» (ωραία, υπερβάλλω) είτε πληγωμένη (χωρίς εισαγωγικά αυτό) σιωπή, ή πειράγματα από ελαφρώς πειραγμένους φίλους αναγνώστες, ή, το χειρότερο, κάτι σαν παράπονο από στενούς προσωπικούς φίλους… «Ο ολοκληρωτισμός του τσιγάρου» επιγράφεται μια παλαιότερη επιφυλλίδα του Μιχάλη Μητσού (Νέα 12.1.05), που αναφέρεται στην πρόσφατη τότε απαγόρευση του καπνίσματος στην Ιταλία (που περιέργως, για την Ιταλία, έγινε αμέσως αποδεκτή, και είχε και πλούσιους καρπούς: 500.000 Ιταλοί έκοψαν το κάπνισμα σε ένα μόλις χρόνο μέσα, ενώ «85% των Ιταλών αρνούνται να “χαλαρώσει” ο νόμος της απαγόρευσης», σύμφωνα με άρθρο της Monde, που μεταφράστηκε στα Νέα, 13.10.06).

Η επιφυλλίδα του Μ.Μ. άρχιζε με λόγια του διάσημου Ιταλού τροβαδούρου Πάολο Κόντε: «Καπνίζω εδώ και πολλά χρόνια, συχνά έχω την αίσθηση ότι κάπνιζα ανέκαθεν. Αλλά θεωρώ ότι αυτός ο νόμος είναι δίκαιος. Το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους αποτελεί προσβολή του διπλανού μας». Σπουδαία λέξη, που την έψαχνα: προσβολή –και το πιο σπουδαίο, γραμμένη από καπνιστή.

Ενώ ο γνωστός Ιταλός σατιρικός συγγραφέας Μικέλε Σέρα, μανιώδης καπνιστής κι αυτός, γράφει στη Ρεπούμπλικα (και μεταφράζει στην επιφυλλίδα του ο Μ.Μ.): «Με ενοχλεί αυτός ο “μακαρθισμός της υγείας” [...]. Δεν θέλω να καθαρθώ, μ’ αρέσει να αισθάνομαι μετρίως μολυσμένος, γιατί πιστεύω ότι η ζωή και η μόλυνση είναι σχεδόν συνώνυμα. Το ίδιο κριτικό πνεύμα απέναντι στο κράτος-νοσοκόμα, όμως, πρέπει να χαρακτηρίζει και τη στάση μου απέναντι στις συνήθειές μου. Όταν φυσάω τον καπνό μου στα μούτρα του άλλου, αδιαφορώντας για το αν τον δηλητηριάζω, γίνομαι φορέας –και όχι θύμα– ενός ολοκληρωτισμού».

Χέρια να μου ’δινε ο Θεός, να προσυπογράφω!


Σημείωση: στη θέση αυτή είχε αναρτηθεί ποστ με εκτενείς σημειώσεις, κομμάτια ολόκληρα που δεν είχαν χωρέσει στην επιφυλλίδα "Ο καημός του μη καπνιστή". Είχα σκεφτεί ότι το θέμα δε σήκωνε δεύτερη επιφυλλίδα, κι είπα να βάλω εδώ τις σημειώσεις μου, για άλλη, μελλοντική ίσως χρήση. Αμτιγράφοντάς τες όμως, μοιραία τις επεξεργαζόμουν κάπως, οπότε προέκυψε ξαφνικά κείμενο ολόκληρο. Με νέα επεξεργασία, αρκετές περικοπές και διαφορετικό... μοντάζ, έστησα τελικά αυτήν τη δεύτερη επιφυλλίδα, που δημοσιεύτηκε κανονικά στην εφημερίδα και μεταφέρθηκε τώρα και εδώ. Πάντως, τα σχόλια που ακολουθούν (ώς την 1.6.07 τουλάχιστον -δεν ξέρω αν υπάρξει άλλο μελλοντικά) αναφέρονταν στο αρχικό ποστ με τις σημειώσεις.

Αντιπαθητικοί καπνιστές

Τα Νέα, 16 Οκτωβρίου 2010

Είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται πολλά επιχειρήματα του καπνιστή
Το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο –«το τσιγάρο είναι κουλτούρα» λέει το καινούριο σλόγκαν, ελληνική εννοείται


«Δεν υπάρχουν παθητικοί καπνιστές, υπάρχουν αντιπαθητικοί αντικαπνιστές» λέει ένα σύνθημα που, μολονότι με περιλαμβάνει –και με περιλαβαίνει!– και εμένα, το βρίσκω άκρως ευρηματικό.

Αντιπαθητικοί αντικαπνιστές λοιπόν. Αλλά τι είναι πρώτα οι αντικαπνιστές; Γιατί όλοι οι άκαπνοι δεν είναι αντικαπνιστές. Εννοώ ότι πολλοί δεν καπνίζουν, αλλά δεν τους ενοχλεί το κάπνισμα των άλλων, κάποιοι μάλιστα από αυτούς δηλώνουν και αντίθετοι με τον αντικαπνιστικό νόμο, αντίθετοι και αυτοί σε κάθε απαγόρευση, για λόγους αρχής. Άρα αντικαπνιστές είναι αυτοί που ενοχλούνται από το κάπνισμα, και έτσι επιθυμούν, ή ανάλογα και απαιτούν, τον περιορισμό του ή, πάλι ανάλογα, την απαγόρευσή του.

Ε, αυτοί λοιπόν, οι αντικαπνιστές, που σημειωτέον οι περισσότεροι είναι πρώην καπνιστές, κυρίως αυτοί είναι αντιπαθητικοί.

Γιατί είναι αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής; Πρώτα και κύρια γιατί είναι φύσει και θέσει αντίθετος με τον καπνιστή, γιατί αμφισβητεί και προπαντός εμποδίζει –ή θέλει να εμποδίσει– την απόλαυση του καπνιστή. Αντιπαθητικός είναι όμως και πριν απ’ αυτό, γενικότερα. Κι αν όχι αντιπαθητικός, σαφώς ξενέρωτος. Γιατί είναι πλήθος τα στερεότυπα, του κρυόκωλου, υποχόνδριου υγιεινιστή απ’ τη μια, του ηδονιστή καπνιστή απ’ την άλλη! Ειδικότερα, το στερεότυπο του έξω καρδιά γλεντζέ, του θερμόαιμου Μεσογειακού, του ρέμπελου επίσης, του Ζορμπά, που ο τράχηλός του ζυγόν δεν υποφέρει, είναι πανίσχυρο και σαγηνευτικό: «Εγώ τον άντρα τον θέλω να μυρίζει ουίσκι και τσιγάρο, κι όχι σαπούνια και σαμπουάν» θυμάμαι που έλεγε μια συμπαθής τραγουδίστρια παλιά, σε εποχές πάντως που ουίσκι και τσιγάρο μύριζα κι εγώ!

Ώστε λοιπόν: ο άντρας απ’ τη μια, κι από την άλλη ο φλούφλης, ο ραχιτικός διανοούμενος: γυαλάκια και ξενερωσιά.

Είναι όμως, φοβούμαι, και άλλος, μέγας λόγος που υποστηρίζει αυτή την αντιπάθεια –και μένω στην αντιπάθεια, για να μη μιλήσω για σίγουρη κάποτε αποστροφή, συχνά και μίσος. Είναι λοιπόν αντιπαθητικός ο αντικαπνιστής, και ειδικά ο πρώην καπνιστής, γιατί στο πρόσωπό του αμφισβητούνται έμμεσα, αν όχι ευθέως, πολλά από τα ερείσματα του καπνιστή.

Ξέρει δηλαδή ο καπνιστής, ή αισθάνεται βαθύτερα, μπορεί και εντελώς ασύνειδα, πάντως σίγουρα το βλέπει στον άλλον, πλάι του: ότι δεν είναι πάντα δύσκολο το κόψιμο του τσιγάρου, ίσα ίσα, συχνά είναι εντυπωσιακά απλό, ότι δεν απαιτείται σιδερένια θέληση και χαλύβδινος χαρακτήρας, ότι δε θα πάθει κάνα φοβερό στερητικό ούτε θα έχει καμιά φοβερή επίπτωση στην απόδοσή του στη δουλειά, στην έμπνευσή του κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Ακόμα χειρότερα: ξέρει ο καπνιστής από τον ίδιο τον εαυτό του τώρα, το έχει δει σε πλείστες περιπτώσεις πάνω του, πως σίγουρα μπορεί και χωρίς τσιγάρο. Ξέρει δηλαδή ότι σε σχετικώς μεγάλα διαστήματα, ακόμα και ημερών, π.χ. με γρίπη, έμεινε άκαπνος, χωρίς να αρχίσει να τρέμει επειδή του έλειψε η νικοτίνη· συχνότερα στον κινηματογράφο ή το θέατρο, σε πολύωρες προβολές και κυρίως θεατρικές παραστάσεις, σαφώς απόλαυσε το θέαμα, χωρίς να ιδρώσει από τη στέρηση· ή στο αεροπλάνο όπου κάποτε με το τσιγάρο διασκέδαζε το φόβο του, σε μια τόσο σοβαρή λοιπόν περίσταση, από τις ελάχιστες όπου βρίσκω δικαιολογημένη την ανάγκη του άλλου για τσιγάρο, έμεινε τώρα άκαπνος, χωρίς να μεγαλώσει λ.χ. ο φόβος του. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Αλλά ξέρει και όλα τα άλλα, τα στοιχειώδη, τα ομολογεί, πως λόγου χάρη του βρομάει το τασάκι στο σπίτι, και πιο πολύ το τασάκι του αυτοκινήτου, γι’ αυτό και πάντα το πετάει απ’ έξω το τσιγάρο, και του βρομάν τα ρούχα του έπειτα από ταβέρνα. Και ξέρει ακόμα πως και έξω, σε ανοιχτό χώρο, μυρίζει ο καπνός, που πάει πάντα δίπλα προτού αναληφθεί (εάν!) στους ουρανούς κτλ. Όμως του αρέσει το τσιγάρο, είναι η απόλαυσή του.

Και ξέρει κι άλλο βασικό, το παραδέχεται, ότι δεν είναι τόσο η νικοτίνη, ότι δεν είναι κυρίως η νικοτίνη, αλλά η χειρονομία, παναπεί η αμηχανία, η κοινωνική δηλαδή παράμετρος, και καμία οργανική ή άλλη ανάγκη.

Άντε μετά να διεκτραγωδήσει το δράμα του για εθισμό, νιώθοντας ότι ο άλλος μπορεί να τον ακούει βερεσέ. Ο αντιπαθητικός λοιπόν. Που μάλιστα δεν είναι ασκητής ή βράχος θέλησης –συχνά, για να αναφερθώ τουλάχιστον στον εαυτό μου, κάθε άλλο! Διπλά, πολλαπλά αντιπαθητικός λοιπόν.

Φυσικά, όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι, ούτε όλες οι περιπτώσεις ίδιες, μα τι περίεργο, αυτό μοιάζει να ισχύει πάντα για τον ίδιον που το επικαλείται, ποτέ για τον άλλον, για τις ανάγκες εννοώ, τα γούστα, τις αδυναμίες, την απόλαυση του άλλου.

Ας μείνουμε λοιπόν στο μόνο σοβαρό, αδιαμφισβήτητο, και ακαταμάχητο: στην απόλαυση, στο «έτσι γουστάρω», κι ας αφήσουμε τις αδυναμίες και τους εθισμούς, και πολύ περισσότερο τις ελεύθερες επιλογές και τα λοιπά, ας μείνουμε ξαναλέω στην απόλαυση· και τότε να δούμε ότι και του άλλου, του μη καπνιστή, η δική του απόλαυση, είναι ακριβώς το αντίθετο, το μη κάπνισμα, ο μη καπνός.

Και τότε, μόνο τότε, θα μπορέσει να αρχίσει η όποια συζήτηση. Με βάση δηλαδή τις δύο διαμετρικά αντίθετες, αλλά απολύτως νόμιμες για τον καθένα, γιατί ο καθένας έτσι γουστάρει, απολαύσεις. Του άλλου και τη δική μου.