Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Η δημιουργία του Σύμπαντος χωρίς Δημιουργό

Μεγάλο θόρυβο και αναστάτωση έχει προκαλέσει διεθνώς η δημοσίευση του τελευταίου βιβλίου του Στίβεν Χόκινγκ με τίτλο «Το Μεγαλειώδες Σχέδιο» (The Grand Design), που σύντομα θα κυκλοφορήσει και στα ελληνικά. Κάποιοι επιστημονικοί και θρησκευτικοί κύκλοι φαίνεται να έχουν ενοχληθεί έντονα από τις ιδέες που εκθέτει σε αυτό ο διασημότερος αστροφυσικός αλλά και ο πιο ακριβοπληρωμένος εκλαϊκευτής της επιστήμης.

Και ο λόγος όλης αυτής της αναστάτωσης είναι αρκετά απλός: σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε στο παρελθόν, ο μεγάλος Βρετανός επιστήμονας θεωρεί πως η επίκληση ενός παντοδύναμου και πάνσοφου Δημιουργού για να εξηγηθούν η γένεση και η εύρυθμη λειτουργία του Σύμπαντος όχι μόνο δεν είναι καθόλου απαραίτητη αλλά είναι και επιστημονικά εσφαλμένη.

Οταν ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός-φυσικός Πιερ Σιμόν ντε Λαπλάς παρουσίασε στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη το περίφημο βιβλίο του για την Ουράνια Μηχανική, ο αυτοκράτορας έκανε την ακόλουθη παρατήρηση: «Κύριε, λέγεται ότι σε αυτό το έργο σας για το Σύμπαν δεν αναφέρετε ούτε μία φορά τον Θεό». «Μεγαλειότατε, δεν είχα ανάγκη να κάνω αυτή την υπόθεση», ήταν η ειλικρινής και ετοιμόλογη απάντηση του επιστήμονα. «Πρόκειται για μια ωραία υπόθεση, που εξηγεί πολλά πράγματα», αντέτεινε πονηρά ο αυτοκράτορας, για να λάβει όμως την αποστομωτική απάντηση: «Αναμφίβολα, εξηγεί τα πάντα. Δυστυχώς όμως δεν μας επιτρέπει να προβλέπουμε τίποτα»!

Το μοντέλο του Σύμπαντος στο οποίο αναφέρεται ο Λαπλάς ήταν το μηχανιστικό πρότυπο εξήγησης: το Σύμπαν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια γιγάντια, στατική και άχρονη μηχανή, «καταδικασμένη», από τη γέννησή της μέχρι σήμερα, να επαναλαμβάνει μονότονα τις ίδιες ακριβώς αιτιοκρατικές κινήσεις που της επιβάλλουν οι αιώνιοι και αμετάβλητοι φυσικοί νόμοι. Ενα εξαιρετικά παραγωγικό πρότυπο επιστημονικής εξήγησης που ενώ διαμορφώθηκε τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα, κυρίως από τους Γαλιλαίο, Καρτέσιο και Νεύτωνα, θα γνωρίσει το απόγειο της επιτυχίας του κατά τον δέκατο ένατο αιώνα.

Ωστόσο, ενώ ο ίδιος ο Λαπλάς αρνείται ρητά τη δυνατότητα ή τη σκοπιμότητα παρέμβασης ενός υπέρτατου και παντοδύναμου Δημιουργού, το ίδιο το μηχανιστικό μοντέλο που ανέπτυξε προϋπέθετε υπόρρητα τη λογική αναγκαιότητα μιας «πρώτης αιτίας» ή μιας «πρώτης ώθησης» που θα έθετε σε κίνηση και θα εξηγούσε τη δημιουργία αυτής της γιγάντιας κοσμικής μηχανής. Και δεν είναι βέβαια καθόλου τυχαίο ότι το Σύμπαν της μηχανιστικής φυσικής είναι «άπειρο» και «αιώνιο», ενέχει δηλαδή δύο από τις θεμελιώδεις ιδιότητες του Θεού των μονοθεϊστικών θρησκειών!

Παραδόξως, οι «σκληρές» μηχανιστικές εξηγήσεις, μολονότι καθιστούσαν κενή περιεχομένου και απέκλειαν οποιαδήποτε δυνατότητα θεϊκής επέμβασης στη νομοτελειακή λειτουργία της μηχανής της Φύσης, ταυτόχρονα, λόγω της εμφανούς αδυναμίας τους να εξηγήσουν δυναμικά και εξελικτικά τη δομή και την ιστορία των κοσμολογικών φαινομένων, υπέβαλλαν την ανάγκη επίκλησης ενός υπέρτατου Δημιουργού. Και θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι, λόγω της εκρηκτικής ανάπτυξης των γνώσεών μας στη μικροφυσική και την κοσμολογία, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά κατά τον εικοστό αιώνα.

Ποιος ή τι πυροδότησε τη «Μεγάλη Εκρηξη»;

Τη δεκαετία του 1930, ο μεγάλος αστρονόμος Εντγουιν Χαμπλ (Edwin Hubble) χάρη στις παρατηρήσεις του κατέληξε στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι το Σύμπαν διαστέλλεται, δηλαδή επεκτείνεται διαρκώς σε κάθε ορατό σημείο του χωροχρόνου! Ολα τα κοσμικά σώματα -αστέρες, πλανήτες, γαλαξίες, σμήνη γαλαξιών- που υπάρχουν μέσα σε αυτό απομακρύνονται το ένα από το άλλο σαν να βρίσκονται πάνω σε ένα μπαλόνι που φουσκώνει ασταμάτητα.

Αντιστρέφοντας μάλιστα στον χρόνο αυτή την πορεία διαστολής, αν δηλαδή «βλέπαμε» αντίστροφα την εξέλιξη του Σύμπαντος, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι: όσο πιο πίσω στον χρόνο πάμε τόσο μικρότερη θα είναι η διαστολή του Σύμπαντος, μέχρι που ολόκληρο το μελλοντικό Σύμπαν θα «βρίσκεται» συμπιεσμένο σ' ένα σημείο-μηδέν εκτός χώρου και χρόνου, αφού τόσο ο χώρος όσο και ο χρόνος δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν προτού αρχίσει η διαστολή του Σύμπαντος που τα δημιούργησε!

Σύμφωνα με την ευρύτερα αποδεκτή σήμερα ερμηνεία των αστροφυσικών δεδομένων, το Σύμπαν προέκυψε από ένα τέτοιο εξαιρετικά απίθανο γεγονός, από μια «ιδιομορφία», όπως λένε οι ειδικοί για να περιγράψουν την ασύλληπτη ιδέα ενός αφηρημένου «σημείου» το οποίο ωστόσο περιέκλειε τα πάντα σε άπειρη πυκνότητα και σε άπειρη θερμοκρασία, μέχρι τη «στιγμή» που, για κάποιον εντελώς ανεξήγητο λόγο, άρχισε να διαστέλλεται με εκρηκτικούς ρυθμούς. Πολύ σχηματικά, κάπως έτσι περιγράφει η κοσμολογία τη Μεγάλη Εκρηξη: την πρωταρχική γενεσιουργό πράξη που πριν από περίπου 14 δισεκατομμύρια χρόνια δημιούργησε τα Πάντα.

Και είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι η εισαγωγή και η ευρύτατη αποδοχή αυτού του εξηγητικού σχήματος όχι μόνο δεν ικανοποιούν κάποιες βασικές επιστημολογικές παραδοχές για τη διατύπωση των εξηγήσεων στην επιστήμη της Φυσικής, αλλά προσκρούει και σε ανυπέρβλητα λογικά παράδοξα. Για παράδειγμα, δεν απαντά στο πού, το πώς και το γιατί έλαβε χώρα η Μεγάλη Εκρηξη. Και επιπρόσθετα, η βασική παραδοχή ότι ο χρόνος και ο χώρος δεν υπήρχαν πριν από αυτή τη γενεσιουργό έκρηξη έχει ως «λογική συνέπεια» ότι αυτή έλαβε χώρα στο ποτέ και στο πουθενά.

Από τα όσα είπαμε δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει καθόλου το γεγονός ότι οι περισσότερες Εκκλησίες στη Δύση, με πρώτη και καλύτερη την Καθολική Εκκλησία, έσπευσαν να αποδεχτούν αυτή την κοσμολογική θεωρία ως προφανή και αυταπόδεικτη επιστημονική βεβαιότητα. Ετσι, το 1951 ο Πάπας Πίος ΙΒ', αναφερόμενος στη θεωρία της Μεγάλης Εκρηξης, θα υποστηρίξει επίσημα ότι η δημιουργία του Σύμπαντος από τον Θεό πρέπει να θεωρείται πλέον όχι απλώς εξ αποκαλύψεως αλήθεια αλλά και ως επιστημονική βεβαιότητα. Βέβαια, από την εποχή του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου οι κοσμολογικές έρευνες ήταν επιρρεπείς σε θεολογικές και μεταφυσικές παρανοήσεις, πόσω δε μάλλον όταν οι ίδιες οι επιστημονικές έρευνες αλλοιώνονται από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις των ερευνητών, οι οποίοι συχνά συγχέουν την πρόσκαιρη και επισφαλή γνώση της επιστήμης τους, μια δεδομένη εποχή, με τις ανάγκες τους για απόλυτες βεβαιότητες που μόνο η θρησκευτική πίστη μπορεί να τους εξασφαλίσει.

Πριν από είκοσι δύο χρόνια, ο Σ. Χόκινγκ (Stephen Hawking) στο τέλος του πασίγνωστου βιβλίου του «Το χρονικό του χρόνου» (ελληνική μετάφραση εκδ. Κάτοπτρο), που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό στο ευρύ κοινό, υποστήριζε ότι όταν οι φυσικοί ανακαλύψουν τη «θεωρία των πάντων» που θα είναι ικανή να ενοποιήσει σε ένα ενιαίο και χωρίς αντιφάσεις εξηγητικό σχήμα όλα όσα γνωρίζει η σύγχρονη Φυσική γύρω από τον μικρό -και τον μακρό- κόσμο, τότε θα είναι σε θέση να βρουν την τελική απάντηση στο ερώτημα γιατί υπάρχουν το Σύμπαν και εμείς. «Αν βρούμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έχει συντελεστεί ο τελικός θρίαμβος του ανθρώπινου νου, γιατί τότε θα έχουμε γνωρίσει τον νου του Θεού». Αργότερα μάλιστα, ο διάσημος Βρετανός αστροφυσικός διατύπωσε την πρόβλεψη ότι αυτό το τεράστιο επιστημονικό επίτευγμα ίσως να πραγματοποιηθεί μέχρι το 2000. Η πρόβλεψή του δυστυχώς δεν επαληθεύτηκε ούτε στο ελάχιστο. Βρισκόμαστε στο 2010 και οι επιστήμονες εξακολουθούν να μην έχουν την παραμικρή ιδέα για το πώς θα μπορούσαν να συγκροτήσουν αυτή τη μεγάλη ενοποιητική θεωρία η οποία θα τους οδηγούσε, υποτίθεται, πιο κοντά στην κατανόηση της σκέψης του Θεού.

Από τη νομοτέλεια στην αυθόρμητη δημιουργία

Σήμερα, ο πιο ακριβοπληρωμένος εν ζωή αστροφυσικός, επιχειρεί με το τελευταίο του βιβλίο να επανορθώσει το διττό σφάλμα που είχε διαπράξει τα προηγούμενα χρόνια. Πράγματι, στο «The Grand Design» ο Χόκινγκ υποστηρίζει ότι η δημιουργία του Σύμπαντος προκύπτει ως αναπόφευκτη συνέπεια της ύπαρξης των θεμελιωδών νόμων της Φυσικής, ως το προϊόν μιας τυφλής αλλά δημιουργικής φυσικής αναγκαιότητας και όχι μιας υπερφυσικής θεϊκής δημιουργίας. Σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα: το Σύμπαν μπορεί κάλλιστα να δημιουργηθεί αφ' εαυτού· μπορεί να δημιουργηθεί εκ του μηδενός· συνεπώς, κανένας Θεός δεν το δημιούργησε.

Αν, όπως είδαμε, στο «Χρονικό του Χρόνου» επιχείρησε να κάνει κάποιες ευλογοφανείς εικασίες για το τι θα έπρεπε να είχε συμβεί λίγο πριν από τη Μεγάλη Εκρηξη, δεν κατάφερε τελικά να προτείνει καμιά ευρύτερα αποδεκτή εξήγηση για τις φυσικές διεργασίες που την προκάλεσαν. Αφήνοντας όμως αναπάντητο αυτό το αποφασιστικής σημασίας ερώτημα άνοιγε, πιθανόν άθελά του, το δρόμο για κάθε λογής υπερφυσικές εξηγήσεις της δημιουργίας. Πράγματι, πολλοί διάβασαν την τελευταία πρόταση του βιβλίου «...τότε θα έχουμε γνωρίσει τον νου του Θεού» ως σαφή ένδειξη ότι δεν θεωρούσε την ιδέα του Θεού-Δημιουργού εντελώς ασυμβίβαστη με την επιστημονική κατανόηση του Σύμπαντος.

Σε αυτό το τελευταίο του βιβλίο, αντίθετα, φαίνεται πως βρήκε την απάντηση σε αυτό το βασανιστικό ερώτημα. Οπως αναφέρει σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο, που δημοσιεύτηκε στους Times του Λονδίνου: «Η δημιουργία του Σύμπαντος όχι μόνο δεν ήταν ένα στατιστικά απίθανο και μη προβλέψιμο φυσικό συμβάν, η πραγμάτωση του οποίου υποτίθεται ότι προϋποθέτει και χρειάζεται την ενεργητική επέμβαση ενός Θεού, αλλά αντίθετα ήταν το αναπόφευκτο και αναγκαίο αποτέλεσμα της ύπαρξης και της δράσης των φυσικών νόμων. Επειδή ακριβώς υπάρχει ένας νόμος όπως αυτός της βαρύτητας, το Σύμπαν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί -και πράγματι δημιουργήθηκε- από μόνο του, εκ του μηδενός. Η αυθόρμητη δημιουργία είναι ο λόγος που υπάρχει κάτι και όχι το μηδέν· ο λόγος που υπάρχει το Σύμπαν και που υπάρχουμε και εμείς».

«Οπως ακριβώς έκανε ο Δαρβίνος όταν διέψευσε την ανάγκη ύπαρξης ενός Θεού με τη θεωρία του για την εξέλιξη του είδους μας», υποστηρίζει με ενθουσιασμό ο διάσημός εξελικτικός βιολόγος και αθεϊστής Ρίτσαρντ Ντόκινς (R. Dawkins), «το ίδιο ακριβώς επιχειρεί να κάνει τώρα και ο Χόκινγκ στη Φυσική».

Οφείλουμε συνεπώς, αν θέλουμε να σκεφτόμαστε επιστημονικά, να εγκαταλείψουμε κάθε υπερβατική ή υπερφυσική εξήγηση; Να εξαλείψουμε οριστικά και αμετάκλητα από την επιστήμη την ιδέα ενός υπέρτατου και πάνσοφου Δημιουργού του φυσικού κόσμου, που ωστόσο θα μπορούσε να καλύπτει τα αναπόφευκτα γνωσιολογικά κενά και τις επιμέρους αδυναμίες των φυσικών επιστημών μας; Αυτό φαίνεται πως υποστηρίζει σήμερα ο Χόκινγκ με τρόπο κατηγορηματικό, χωρίς δηλαδή τις αντιφάσεις και τα πισωγυρίσματα του παρελθόντος.

Παραβλέποντας ή υποβαθμίζοντας, ωστόσο, τις υπερβατικές ανάγκες των περισσότερων ανθρώπων -μεταξύ των οποίων και πολλών επιστημόνων- οι οποίοι με μεγάλη προθυμία θα επέλεγαν τις πιο ευφάνταστες παρα- ή αντι-επιστημονικές εξηγήσεις όποτε οι θρησκευτικές πεποιθήσεις τους συγκρούονται με την «πεζή» επιστημονική πραγματικότητα. Επίσης, υποτιμά την εντυπωσιακή ικανότητα των πιστών και των Εκκλησιών τους να προσαρμόζουν αυθαίρετα και να αφομοιώνουν επιλεκτικά τις νέες επιστημονικές κατακτήσεις στις υπερβατικές ή τις θρησκευτικές τους ανάγκες (τυπικό παράδειγμα θρησκευτικής ευελιξίας αποτελεί η Καθολική Εκκλησία).

Εξάλλου, διαπράττει ένα εξόφθαλμα λογικό σφάλμα όποιος αναζητεί σε μαθηματικές εξισώσεις την επιβεβαίωση ή τη διάψευση της ύπαρξης του Θεού: ενός όντος εξ ορισμού υπερβατικού, δηλαδή έξω και πέρα από τους φυσικούς περιορισμούς, και το οποίο συνεπώς καμία απολύτως παρέμβαση δεν μπορεί να έχει στον φυσικό κόσμο εκτός από αυτήν που εμείς οι άνθρωποι του επιτρέπουμε να έχει. Από τη γέννησή της η επιστήμη διεκδικεί την πλήρη αυτονομία της Φύσης από κάθε υπερφυσικό αίτιο και από κάθε υπερβατική μεταφυσική εξήγηση: κάθε προσφυγή σε υπερφυσικές εξηγήσεις αποτέλεσε και αποτελεί τη χρεοκοπία της επιστημονικής μεθόδου και της ορθολογικής σκέψης. Η απόρριψη ωστόσο του Θεού-Δράστη και Δημιουργού δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την απόρριψη της διανοητικής μας συνήθειας ή ανάγκης να πιστεύουμε σε υπερφυσικές «εξηγήσεις». Εξάλλου, το παιχνίδι της επιστημονικής γνώσης εναντίον της πίστης παιζόταν ανέκαθεν και θα παίζεται πάντα στο γήπεδο του ανθρώπινου νου.

http://www.enet.gr/?i=news.el.episthmh-texnologia&id=203735

Ο νεοφιλελεύθερος σκοταδισμός απειλεί (και) την επιστήμη

Του ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗ


Τον Νοέμβριο του 2008, ο Μπαράκ Ομπάμα δεσμευόταν να ενισχύσει «τη leadership των ΗΠΑ στο πεδίο της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ανανέωσης». Δύο χρόνια μετά, το βρετανικό περιοδικό «Nature», το σημαντικότερο ίσως επιστημονικό περιοδικό στον κόσμο, κάνει την εξής θλιβερή όσο και ανησυχητική διαπίστωση: «Η επιστήμη απαξιώνεται» («Science scorned»).

Και με σύντομο, αλλά αποκαλυπτικό τρόπο, περιγράφει στο editorial του τεύχους που κυκλοφόρησε πριν από δύο εβδομάδες ένα πολιτικό-πολιτισμικό φαινόμενο που στις ΗΠΑ τείνει να λάβει ανεξέλεγκτες όσο και απρόβλεπτες διαστάσεις, εγκυμονώντας κινδύνους για το μέλλον της χώρας που άλλοτε είχε ηγετικό ρόλο στο παγκόσμιο επιστημονικό γίγνεσθαι: η επιστήμη δέχεται επίθεση από μερίδα ανερχόμενων ακροδεξιών πολιτικών, τείνοντας να εξελιχθεί σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης των δύο μεγάλων κομμάτων.

Οπως επισημαίνει το περιοδικό, το αντιεπιστημονικό μένος που έχει καταλάβει μεγάλη μερίδα πολιτικών από την ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων κερδίζει συνεχώς έδαφος, προσλαμβάνοντας ολοένα και περισσότερο τον χαρακτήρα κυρίαρχης πολιτικής ιδεολογίας. Και τα ανησυχητικά δείγματα αυτού το φαινομένου είναι ουκ ολίγα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της «σιδηράς κυρίας» Σάρα Πέιλιν, η οποία πριν από δύο χρόνια, από κυβερνήτης της πολιτείας της Αλάσκας βρέθηκε να διεκδικεί την αντιπροεδρία των ΗΠΑ και σήμερα φημολογείται πως σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα και για την προεδρία των ΗΠΑ στις εκλογές του 2012, ως βασική αντίπαλος του Ομπάμα. Η Πέιλιν είναι γνωστή για τις άκρως συντηρητικές απόψεις της, ένα εκρηκτικό μείγμα από θρησκοληψία, άκρατο πατριωτισμό και αντιεπιστημονικό μένος. Μάλιστα, οι απόψεις αυτές απέκτησαν πρόσφατα και πολιτική «στέγη» στο κίνημα «Tea Party», το οποίο ίδρυσε η ίδια πριν από δύο χρόνια. Επανειλημμένως η Πέιλιν έχει δηλώσει ότι η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης είναι λάθος και πως μόνον η θεωρία της Δημιουργίας, όπως ακριβώς διατυπώνεται στη Βίβλο, πρέπει να διδάσκεται στα αμερικανικά σχολεία, ενώ πρόσφατα δεν δίστασε να υποστηρίξει και δημόσια ότι η χρηματοδότηση των ερευνών για τη μύγα «Δροσόφιλα» αποτελεί σπατάλη δημόσιου χρήματος!

Το δυστύχημα είναι ότι οι απόψεις αυτές προβάλλονται πλέον συστηματικά και από τα ΜΜΕ. Μεταξύ των ένθερμων υποστηρικτών του άκρως συντηρητικού και ρητά αντιεπιστημονικού κινήματος «Tea Party» είναι και ο διάσημος δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός Ρας Λίμπαου, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να «διαφημίζει» τις απόψεις του κινήματος μέσα από τις εκπομπές του, χαρακτηρίζοντας, για παράδειγμα, τις επιστημονικές μελέτες που κάνουν λόγο για την κλιματική αλλαγή ως τη μεγαλύτερη απάτη στην Ιστορία, και αποκαλώντας την επιστημονική κοινότητα ως «το καταφύγιο για απόκληρους επιστήμονες και κομμουνιστές». Ενας άλλος άνθρωπος των μίντια, δημοσιογράφος και παρουσιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό Fox News, γνωστός για τις ακροδεξιές αντιλήψεις του, ο Γκλεν Μπεκ, συνέκρινε με δόλιο τρόπο τις σημερινές έρευνες για τα βλαστοκύτταρα με τις ευγονικές πρακτικές των ναζί.

Ποτέ άλλοτε η αμερικανική επιστήμη δεν είχε δεχθεί τόσο πολλά πλήγματα όσο τα τελευταία χρόνια. Και μάλιστα όχι τόσο από εξωτερικούς, αλλά κυρίως από εσωτερικούς εχθρούς. Αν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η τεχνοεπιστήμη υπήρξε η βασική παραγωγική δύναμη και ο κύριος μοχλός της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης και της κυριαρχίας των ΗΠΑ, η τελευταία σήμερα απειλείται σοβαρά από την ανάδυση νέων οικονομικών δυνάμεων, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και ίσως η ενωμένη Ευρώπη. Και όπως ορθά επισημαίνει το «Nature», η οικονομική ύφεση που πλήττει τη χώρα την καθιστά ιδιαιτέρως ευάλωτη στους οικονομικούς ανταγωνιστές της. Ο ρόλος της παιδείας, της επιστήμης και της τεχνολογίας στην έξοδο της υπερδύναμης από την κρίση θα είναι καθοριστικός. Πρόσφατα γεγονότα, όπως η αδυναμία των κρατικών μηχανισμών τόσο να προλάβουν όσο και να αντιμετωπίσουν καταστροφές με τεράστιο περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος (π.χ. η πρόσφατη μόλυνση από την πετρελαιοκηλίδα στον Κόλπο του Μεξικού), κατέστησαν σαφή στην κοινή γνώμη την επιτακτική ανάγκη θέσπισης αυστηρών νόμων για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Νόμων που θα αποδειχθούν αποτελεσματικοί μόνον αν έχουν γερά επιστημονικά θεμέλια.

Πώς απαντά η επιστήμη

Πάντως, σύμφωνα με το «Nature», ο ακροδεξιός λαϊκισμός, που υπόσχεται μείωση των φόρων και των δημόσιων δαπανών και κατηγορεί την κυβέρνηση Ομπάμα για κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος σε ανούσιες έρευνες, ενδέχεται στην παρούσα δύσκολη οικονομική συγκυρία, όπου το εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται, να γνωρίσει κάποια δημοτικότητα. Πρόκειται όμως για ένα εφήμερο φαινόμενο, αν λάβουμε υπόψη μας τις δημοσκοπήσεις, οι οποίες δείχνουν ότι η πλειονότητα των Αμερικανών εξακολουθεί να εμπιστεύεται την επιστήμη. Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, ωστόσο, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εφησυχάζει. Απεναντίας, οφείλει με όλες τις δυνάμεις της να υπερασπιστεί την κριτική σκέψη και τον ορθολογισμό από την ακροδεξιά λαίλαπα του σκοταδισμού και της αμάθειας. Και να προσπαθήσει, με την αντικειμενικότητα και τη διαύγεια που τη διακρίνουν, σε συνεργασία με τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ, να διαφωτίσει τα πολύπλοκα προβλήματα που απασχολούν τους ανθρώπους σήμερα.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ένα βρετανικό επιστημονικό περιοδικό μεγάλου κύρους, όπως το «Nature», ανησυχεί για την τύχη της επιστήμης στις ΗΠΑ. Σήμερα, εποχή οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, η οποιαδήποτε αλλαγή στο επιστημονικό στάτους μιας υπερδύναμης όπως οι ΗΠΑ αναγκαστικά επηρεάζει και τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Δεδομένων μάλιστα των στενότατων οικονομικών και πολιτισμικών εξαρτήσεων που υπάρχουν μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, κάθε πολιτισμική οπισθοδρόμηση ή αναβίωση των άκρως συντηρητικών και σκοταδιστικών αντιλήψεων σε βάρος της επιστήμης οφείλει να ανησυχεί ιδιαίτερα εμάς τους Ευρωπαίους. Εξάλλου, όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, η οκταετία διακυβέρνησης του Τζορτζ Μπους, με τις θρησκομανείς και επιστημονικοφοβικές προκαταλήψεις του, όχι μόνο στάθηκε εμπόδιο στην ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας στις ΗΠΑ αλλά επηρέασε αρνητικά και τις επιλογές των όμορων πολιτικών κομμάτων στην Ευρώπη (αφού, ως γνωστόν, τα νεοσυντηρητικά κόμματα κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή).

Σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης, η μοναδική άμυνα που φαίνεται να υιοθετούν οι «αγορές» είναι ο κοντόφθαλμος πραγματισμός, που επιβάλλει όχι μόνο τη συρρίκνωση και την υποβάθμιση της ελεύθερης επιστημονικής έρευνας αλλά και την αναβάθμιση των σκοταδιστικών προκαταλήψεων του παρελθόντος.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Ευρωκαταδίκη Ελλάδας με υποχρέωση κατάργησης θρησκευτικού όρκου

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

4 Ιουνίου 2010


http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:hh7xNDJYnXwJ:cm.greekhelsinki.gr/uploads/2010_files/ghm1298_echr_oath_greek.doc+%CE%B5%CE%BB%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BA%CE%B9+%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82&cd=1&hl=el&ct=clnk&gl=gr

Μονόδρομος ο πολιτικός όρκος


Προβληματίζεται σοβαρά η κυβέρνηση και μελετά το ενδεχόμενο να προχωρήσει σύντομα σε πλήρη κατάργηση του θρησκευτικού όρκου σε δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες.

Καταλύτη των εξελίξεων αποτελεί η υπόθεση του δικηγόρου Θ. Αλεξανδρίδη. Αρνήθηκε να δώσει θρησκευτικό όρκο ως δικηγόρος και προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκαλώντας τον Φεβρουάριο του 2008 την καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης.

Εκτοτε έχουν κατατεθεί από άλλους δικηγόρους πολλές ακόμη προσφυγές κατά της χώρας μας, η οποία καλείται τώρα να προσαρμοστεί άμεσα με την ευρωπαϊκή νομολογία στο θέμα αυτό. Ηδη το Δικαστήριο, ενόψει και των νέων δικών που έρχονται το 2010, με αλλεπάλληλα ερωτήματά του προς την κυβέρνηση ζητά να μάθει τι έχει κάνει η χώρα μας, για να εφαρμόσει την παραπάνω καταδικαστική απόφαση.

Αυτό πολύ απλά σημαίνει πως η κυβέρνηση, για να αποφύγει νέες καταδίκες και διεθνή διασυρμό της χώρας, πρέπει πολύ σύντομα να απαλείψει οριστικά από τους Κώδικες Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας τον Κώδικα περι δικηγόρων, τον Κώδικα δημοσίων υπαλλήλων και τους στρατιωτικούς κανονισμούς, κάθε αναφορά σε θρησκευτικό όρκο υπαλλήλων και πολιτών, έστω και εάν αυτός προβλέπεται προαιρετικά!

Σήμερα ο Δημασιοϋπαλληλικός Κώδικας και οι Κώδικες Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας καθιερώνουν εναλλακτικά στο θρησκευτικό όρκο, τη διαβεβαίωση. Οποιος (υπάλληλος ή μάρτυρας σε δίκη) δηλώσει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία, μπορεί να επικαλεσθεί την τιμή και τη συνείδησή του. Ομως και αυτή η δυνατότητα δεν κρίνεται ικανοποιητική από την ευρωπαϊκή νομολογία, καθώς προϋποθέτει την προηγούμενη αρνητική δήλωση του εμπλεκόμενου πολίτη και οδηγεί στην έμμεση αποκάλυψη των θρησκευτικών του φρονημάτων (ότι δεν δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος).

Ετσι, ο μόνος νομοθετικός δρόμος που απομένει στην κυβέρνηση είναι να επιβάλει παντού, υποχρεωτικά, τη διαβεβαίωση (πολιτικό όρκο), απομακρύνοντας τα ιερά ευαγγέλια από δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες. Και σύμφωνα με πληροφορίες, προς αυτή την κατεύθυνση σχεδιάζονται οι επικείμενες προσαρμογές, καθώς δεν υπάρχει άλλη ενδιάμεση λύση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Τα άρθρα των κωδίκων θα ορίζουν, για παράδειγμα, πως ο μάρτυρας, ο ένορκος ή ο πραγματογνώμονας επικαλούνται την τιμή και τη συνείδησή τους για να καταθέσουν την αλήθεια στο δικαστήριο. Το ίδιο θα ισχύει προφανώς και για τους στρατιωτικούς και τους δημοσίους υπαλλήλους. Η λέξη «ορκίζομαι» θα πρέπει να αντικατασθεί με τις λέξεις «δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου ότι...».

Κατάλοιπο παλαιών αντιλήψεων, ο θρησκευτικός όρκος ενώπιον Ευαγγελίου (τον οποίον ειρήσθω εν παρόδω δεν δίδουν οι ιερείς και οι άνθρωποι της Εκκλησίας), αποτελεί στις μέρες μας αρνητικό σύμβολο ενός ιδιότυπου θεσμικού αναχρονισμού. Ο ιδιαίτερος ρόλος που η Εκκλησία έπαιξε κατά καιρούς στην Ελλάδα και οι στενοί δεσμοί της με την καθεστωτική εξουσία, αιτιολογούν άλλωστε την ελληνική καθυστέρηση στον τομέα αυτόν.

Η κατάργηση διά νόμου του θρησκευτικού όρκου, προαναγγέλλει μια συνολική ρύθμιση των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, σε θεσμικό και οικονομικό επίπεδο (βλέπε περιουσία), ώστε οι ρόλοι να παραμείνουν καθαροί και απολύτως διακριτοί. Το ζητούμενο είναι σε ποιο βαθμό θα αντιδράσει η ιεραρχία και ποιες υποχωρήσεις είναι διατεθειμένη να κάνει σ' έναν επικείμενο «ιστορικό συμβιβασμό» με το κράτος.

Στις δεκάδες προσφυγές που οι δικηγόροι (του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι) κατέθεσαν κατά της χώρας μας και οι οποίες εκκρεμούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, υποστηρίζουν πως σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες αναγκάσθηκαν να δηλώσουν ότι δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, γεγονός που παραβίασε το δικαίωμά τους να μην δημοσιοποιούν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις (αρνητική θρησκευτική ελευθερία).

Στην υπόθεση Αλεξανδρίδη, το Ευρωδικαστήριο εκτίμησε ότι η ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων εμπεριέχει επίσης και μια αρνητική πλευρά, δηλαδή το δικαίωμα του ατόμου να μην είναι αναγκασμένο να εκδηλώσει το θρήσκευμά του.

Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η απόφαση του οποίου έχει υπερνομοθετική ισχύ στην Ελλάδα, οι κρατικές αρχές δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν στον τομέα της ελευθερίας συνείδησης του ατόμου και να ζητούν να μάθουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Αυτό μάλιστα ισχύει ακόμη περισσότερο όταν το πρόσωπο είναι αναγκασμένο να ενεργήσει έτσι προκειμένου να ασκήσει ορισμένα καθήκοντα, ιδίως δε στην περίπτωση της ορκωμοσίας!

Το σκεπτικό αυτό, σε συνδυασμό με την προηγούμενη απόφαση του Ευρωδικαστηρίου για βουλευτή του Σαν Μαρίνο (υπόθεση Bouscarini, 1999), με την οποία ο θρησκευτικός όρκος δεν θεωρείται προϋπόθεση ανάληψης καθηκόντων από βουλευτές, δημουργεί νέα δεδομένα στο εγχώριο τοπίο των σχέσεων κράτους - Εκκλησίας. Και προφανώς ανοίγει διάπλατα το δρόμο για πλήρη κατάργηση και του θρησκευτικού όρκου που εξακολουθούν να δίδουν σήμερα, βάσει του Συντάγματος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και βουλευτές. *

Τι ισχύει στην Ευρώπη

Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα της Ευρώπης, όπου η επίσημη Εκκλησία έχει τόσο πολλούς και στενούς δεσμούς με την κρατική εξουσία. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, με πλούσια παράδοση θρησκευτικής επιρροής, έχουν επιβληθεί συνθήκες διαχωρισμού πολιτείας - Εκκλησίας, σε όλα τα επίπεδα.

Καθεστώς απόλυτου διαχωρισμού κράτους και Εκκλησίας, έχουν ουσιαστικά πέντε ευρωπαϊκά κράτη. Σύμφωνα με μελέτη της καθηγήτριας του Παντείου, Πηνελόπης Φουντεδάκη, οι χώρες αυτές είναι:

* Η Γαλλία, ήδη από την αστική επανάσταση με το Σύνταγμα του 1791. Υπάρχει ρητή αναφορά στον λαϊκό χαρακτήρα του κράτους ενώ απαγορεύεται η χρηματοδότηση οποιασδήποτε θρησκείας.

* Η Πορτογαλία, χώρα όπου η καθολική Εκκλησία έχει επιρροή, αλλά στην οποία το Σύνταγμα του 1976 θεσπίζει ρητά τον διαχωρισμό. Εκεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίζεται στην τιμή του ενώ το κράτος δεν χρηματοδοτεί κανένα θρήσκευμα.

* Η Ολλανδία, το Βέλγιο, όπου ο βασιλέας ορκίζεται ενώπιον των νομοθετικών σωμάτων χωρίς θρησκευτικές αναφορές και η Ελβετία.

Καθεστώς διαχωρισμού έχουν ακόμη άλλα επτά κράτη:

* Η Ιταλία, από το 1984 κατήργησε τον καθολικισμό ως επίσημη Εκκλησία του κράτους. Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δίδεται ενώπιον των νομοθετικών σωμάτων και δεν εμπεριέχει θρησκευτικές αναφορές. Το ίδιο συμβαίνει και με τον όρκο του Ιταλού πρωθυπουργού και των μελών της κυβέρνησης. Μετά τον διαχωρισμό, το 1985, εφαρμόσθηκε φορολογία υπέρ της καθολικής Εκκλησίας και στη συνέχεια των άλλων θρησκευμάτων ανάλογα με τη δήλωση-επιλογή του φορολογούμενου.

* Στη Γερμανία, ισχύει η αμοιβαία ανεξαρτησία του κράτους και της Εκκλησίας καθώς και η αρχή της ιδεολογικής ουδετερότητας του κράτους. Ωστόσο στο προοίμιο του Συντάγματος υπάρχει αναφορά στον Θεό χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερη θρησκεία, ενώ στο τέλος του όρκου του Γερμανού προέδρου, προστέθηκε (κατά το αμαρικάνικον) η φράση: «Είθε να με βοηθήσει ο Θέος». Επιβάλλεται ειδικός εκκλησιαστικός φόρος.

* Στην Ισπανία, το Σύνταγμα του 1978 δεν ορίζει επίσημο θρήσκευμα, ούτε στο προοίμιο υπάρχει θρησκευτική αναφορά. Ο όρκος του Ισπανού βασιλέα δεν έχει αναφορές στον Θεό. Από το 1979 επιβλήθηκε φορολογία υπέρ της Καθολικής Εκκλησίας, μόνο στα μέλη της.

* Καθεστώς διαχωρισμού έχουν ακόμη το Λουξεμβούργο, η Σουηδία και η Φινλανδία.

* Η Ιρλανδία, μία χώρα με το 93% των πολιτών να δηλώνουν καθολικοί, δεν προβλέπει στο Σύνταγμά της επίσημη θρησκεία. Στο προοίμιό του γίνεται αναφορά στην Αγία Τριάδα, ενώ διασφαλίζεται η ελευθερία της συνείδησης και δεν επιτρέπεται στο κράτος να θεσπίζει προνόμια υπέρ κάποιας θρησκείας. Στην καθολική Ιρλανδία ο κλήρος δεν μισθοδοτείται από το κράτος, αλλά υπάρχει στενή εκπαιδευτική συνεργασία κράτους-Εκκλησίας.

* Ακόμη και στην Πολωνία, το πρόσφατο Σύνταγμα του 1997 προβλέπει ίσα δικαιώματα των Εκκλησιών και των θρησκευμάτων και αμεροληψία των κρατικών αρχών σε θρησκευτικά ζητήματα.

* Αντίθετα, τα κράτη που αναγορεύουν μία Εκκλησία ως επίσημη σε συνδυασμό με τον εθνικό τους χαρακτήρα είναι, εκτός της Ελλάδας, η Μεγάλη Βρετανία και η Δανία.

* Στη Μεγάλη Βρετανία, η εθνική Εκκλησία της Αγγλίας που αποσπάσθηκε το 1689 από την καθολική Εκκλησία, έχει επικεφαλής τον μονάρχη. Η στέψη του ελέω Θεού μονάρχη γίνεται σε θρηκευτική τελετή και ο όρκος έχει θρησκευτικές αναφορές.

* Στη Δανία, η ευαγγελική λουθηρανική Εκκλησία αποτελεί από το 1849 επίσημη Εκκλησία, αλλά μόνο το 11% των εσόδων της προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ο Δανός βασιλιάς ωστόσο δίδει όρκο ενώπιον του Συμβουλίου του Κράτους που δεν είναι θρησκευτικός.

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Δικαστικά ζιγκ-ζαγκ ακροδεξιού παραληρήματος

14/04/2008

Το σκεπτικό του Δημήτρη Γαβαλά, που απεφάνθη υπέρ της αίτησης Πλεύρη για την απόσυρση από τα σχολεία του βιβλίου «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» της Ερσης Σωτηροπούλου

Μια παροιμιώδης απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, που υπογράφει ο δικαστής Δημήτρης Γαβαλάς και η οποία εκδόθηκε την 1η Αυγούστου του 2007, αλλά καθαρογράφτηκε και έγινε γνωστη μόλις στις 18 Ιανουαρίου του 2008, διατάσσει «την προσωρινή απόσυρση από τις σχολικές βιβλιοθήκες του βιβλίου της κυρίας Ερσης Σωτηροπούλου υπό τον τίτλο "Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», μέχρις ότου εκδικασθεί η αγωγή του αιτούντος περί οριστικής απόσυρσης».

Διάδικοι; Απ' τη μια το Ελληνικό Δημόσιο και η τότε υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου. Και από την άλλη, ο αιτών την απόσυρση του βιβλίου, που δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Πλεύρη, ιδρυτή της ναζιστικής ομάδας «Κόμμα 4ης Αυγούστου», σύμβουλο του Αρχηγείου Στρατού επί χούντας και διευθυντή του γραφείου του Ι. Λαδά. Αρα, καμία έκπληξη δεν αποτελεί η μήνις του απέναντι σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε ελεύθερους ανθρώπους και όχι φασίστες ή φονταμενταλιστές.

Αυτό που αποτελεί δυσάρεστη έκπληξη και είναι άκρως επικίνδυνο είναι η στάση της ελληνικής Δικαιοσύνης απέναντι στο μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου. Διότι δεν βρέθηκε απλώς δικαστής που έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του βιβλίου, αλλά στο σκεπτικό του έβαλε και τα γυαλιά στον τόσο έμπειρο Κωνσταντίνο Πλεύρη, ξεπερνώντας τον σε ακροδεξιό και ηθικολογικό παραλήρημα.

Βέβαια, η ιστορία δεν έληξε. Σήμερα κατατίθεται έφεση κατά της απόφασης και η υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει. Και μόνο, όμως, το μακροσκελέστατο κείμενο της απόφασης, διά χειρός του δικαστή Δημήτρη Γαβαλά, προκαλεί ανατριχίλες και στον πιο συντηρητικό αναγνώστη. Δεν αποτελεί απλώς υπεράσπιση της λογοκρισίας ενός έργου τέχνης, αλλά και αντιμετωπίζει την εκπαίδευση με τρόπο που θα τον ζήλευαν ο Χίτλερ και η Εκκλησία της εποχής της Ιεράς Εξέτασης.

Ο Δημήτρης Γαβαλάς στην απόφασή του, αφού διαπιστώνει ότι το μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπουλου «περιέχει σαφώς κείμενα πορνογραφικά και χυδαία» και «κάθε άλλο παρά παιδαγωγικό είναι», συνεχίζει σε πέντε πυκνογραμμένες, χειρόγραφες σελίδες να παραδίδει μαθήματα περί παιδαγωγικής και τέχνης (όπως τονίζει, άλλωστε, πριν γίνει δικαστής ήταν καθηγητής Κοινωνιολογίας), αλλά και να παίρνει θέση σε όλα τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου (από τον φεμινισμό και το ασφαλιστικό μέχρι το Παλαιστινιακό και την οικολογία).

Σταχυολογούμε:

Περί παιδικής λογοτεχνίας και σχολικών βιβλιοθηκών: «Η παιδική λογοτεχνία αναφέρεται στις αγνές παιδικές ψυχές, που ο θεάνθρωπος Χριστός τις ανέδειξε σε πρότυπο για τους ενήλικες με τη θεϊκή ρήση του "εάν δεν γίνετε σαν τα παιδιά βασιλεία Θεού δεν θα κληρονομήσετε". Στις σχολικές βιβλιοθήκες δεν πρέπει να υπάρχουν απλώς λογοτεχνικά βιβλία, αλλά παιδαγωγικά βιβλία, που να συντελούν στην ηθική και πνευματική αγωγή των παιδιών».

Περί απαγόρευσης και λογοκρισίας: «Η απαγόρευση ενός ασέμνου βιβλίου δεν αποτελεί πράξη λογοκρισίας, όπως δεν είναι λογοκρισία η οποιαδήποτε απαγόρευση στα παιδιά να διαβάζουν βιβλία που τα ωθούν σε άσχημες συνήθειες και κακές πράξεις, όπως ναρκωτικά, κλοπές, πορνεία κ.λπ.».

Περί Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων: «Το ότι το βιβλίο αυτό έλαβε κάποιο κρατικό βραβείο, αυτό δεν σημαίνει τίποτε, άλλωστε δεν έλαβε βραβείο παιδαγωγικής, αλλά κάποιο βραβείο που μάλλον δεν τιμά τα μέλη της επιτροπής αυτής. Η χυδαιότητα, η βωμολοχία και η πορνογραφία δεν πρέπει ποτέ να βραβεύεται και κυρίως να κοσμεί τις σχολικές βιβλιοθήκες». Λίγο παρακάτω, όμως, ο κ. Γαβαλάς αλλάζει γνώμη (όλο το κείμενο είναι γεμάτο αντιφάσεις) και διευκρινίζει ότι «η Ερση Σωτηροπούλου μπορεί να είναι κατά τα λοιπά μια αξιόλογος συγγραφέας».

Περί Πατρίδος - Θρησκείας - Οικογένειας: «Τα σχολικά βιβλία πρέπει να εμπνέουν στα παιδιά την ηθική αγνότητα, την αγάπη για τη θρησκεία και την πατρίδα, απαλλαγμένα όμως από πολιτικές και κομματικές ιδεολογίες και προκαταλήψεις, αφού άλλωστε η θρησκεία αφορά όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως πολιτικών τοποθετήσεων και η αγάπη για την πατρίδα δεν κάνει πολιτικές διακρίσεις».

Ο κ. Γαβαλάς δράττεται της ευκαιρίας και νοσταλγεί την εποχή «που η γυναίκα ασχολείτο κυρίως με την ανατροφή των παιδιών της», «οι σύζυγοι δεν χώριζαν», «με το εφάπαξ αγόραζες σπίτι, ενώ σήμερα δεν αγοράζεις ούτε την πόρτα του σπιτιού» και «τα παιδιά έτρωγαν σπιτικό φαγητό και φορούσαν στο σχολείο ποδιές». Κάνει επίσης αναφορές στη μάχη του Στάλινγκραντ, που αυτή μας έσωσε από τον Χίτλερ και «όχι οι αγγλοαμερικανοί, που στο άκουσμα της λέξεως "Γερμανοί" τρεπόντουσαν σε φυγή», υμνεί την Βασιλευομένη Δημοκρατία, που οδηγεί σε κράτη με «την καλύτερη κοινωνική πολιτική» και υμνεί την «Εστία» και τον «Ριζοσπάστη», γιατί δεν δημοσιεύουν «πορνογραφικές εκφράσεις και αισχρές φωτογραφίες»...

Κι όλα αυτά τα πρωτοφανή και στα όρια του γελοίου για να διατάξει την απόσυρση ενός λογοτεχνικού βιβλίου από τις σχολικές βιβλιοθήκες.


ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ


ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Αναφορά στον Πιτσίλκα

Δεν επιθυμούμε να γίνουμε συνήγοροι του Θεού, αλλά ο κ. Πιτσίλκας είχε τελικά δίκιο. Ο θεολόγος από τη Λάρισα που έστειλε στην πυρά του Καζαντζάκη δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ' ό,τι καλείται κάθε θεολόγος να πράξει στο ελληνικό σχολείο.


Οι συνταγματικά κατοχυρωμένοι λογοκριτές


Ο φουκαράς ο Ευαγγελάτος το φυσάει και δεν κρυώνει. Είχε ξενυχτήσει (που λέει ο λόγος) μελετώντας Kαζαντζάκη και θεωρούσε τον εαυτό του πανέτοιμο να αντιμετωπίσει τον σκοταδιστή λαρισαίο θεολόγο. Του έριξε στο άλλο παράθυρο και τον πολλά βαρύ κ. Χατζηφώτη και περίμενε το βέβαιο θρίαμβο του φωτός επί του σκότους. Αράδιαζε, λοιπόν, ο εκπρόσωπος Τύπου της Εκκλησίας μερικά έργα του Καζαντζάκη με ορθόδοξη βυζαντινή έμπνευση: την Αναφορά στον Γκρέκο, τις περιγραφές για το Σινά, το Μυστρά, τη Μονεμβάσια. "Να προσθέσουμε και την Ασκητική", συμπλήρωσε με σιγουριά ο εξέχων τηλεστάρ. "Οχι, όχι..." τον διέκοψε ο κ. Χατζηφώτης, "η Ασκητική γράφτηκε όταν είχε ήδη μυηθεί στον τεκτονισμό ο Καζαντζάκης". "Μα μιλάει για το θεό με ευσέβεια", επέμεινε -διστακτικά τώρα- ο Ευαγγελάτος. "Οχι, εμείς τοποθετούμεθα από ορθόδοξη δογματική άποψη. Η Ασκητική δεν περιλαμβάνεται στα καλά κείμενα του Καζαντζάκη." Λέγοντας "εμείς", ο κ. Χατζηφώτης εννοούσε τον εαυτό του και τον κ. Πιτσίλκα. Πράγματι, παρά την αρχική ευθεία αντίθεση των δύο ευσεβών ανδρών και τις επιμέρους διαφωνίες τους (αν αφορίστηκε ή όχι ο Καζαντζάκης, αν η Εκκλησία επέτρεψε ή όχι την ταφή του), υπήρξε πλήρης ταύτιση για ορισμένα έργα, όπως ο Τελευταίος Πειρασμός ή η αλληλογραφία του Καζαντζάκη. "Για τον Τελευταίο Πειρασμό δεν το συζητώ", ξεκαθάρισε ο κ. Χατζηφώτης, "είναι έργο αντιχριστιανικό. Απαράδεκτες είναι και οι αναφορές του Καζαντζάκη στο Θεό με εισαγωγικά."
Η συζήτηση διεξήχθη τις μέρες που δημοσιεύθηκε το έγγραφο του σχολικού συμβούλου θεολόγου κ. Πιτσίλκα και τη μεταφέρουμε εδώ από μνήμης. Το τελικό συμπέρασμα του τηλεθεατή είναι ότι η διαφωνία της επίσημης Εκκλησίας με το θεολόγο εντοπίζεται στο μέγεθος του index των απαγορευμένων έργων του Καζαντζάκη. Ο θεολόγος αναφέρεται σε μεγάλο index, η Εκκλησία απαγορεύει λίγα μόνο βιβλία.
Αδικος, λοιπόν, υπήρξε ο δημόσιος λιθοβολισμός του λαρισαίου θεολόγου. Μπορεί ο ίδιος να τα λέει κάπως άκομψα, μπορεί το κείμενό του να ξαφνιάζει όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη γλώσσα του ιερατείου, αλλά ο άνθρωπος λέει την αλήθεια. Είτε μας αρέσει είτε όχι, για την Ορθοδοξία ο Καζαντζάκης είναι απαράδεκτος! Κακώς ταυτίστηκε το κείμενο του θεολόγου με το Μεσαίωνα. Οι απόψεις του είναι απολύτως σύγχρονες. Το έργο του Καζαντζάκη είναι απορριπτέο από τη σημερινή Εκκλησία. Δεν αναφερόμαστε δηλαδή ούτε καν στην εκκλησιαστική αντίδραση που συνάντησε εν ζωή ο Καζανζάκης ή τις κωμικοτραγικές παλινωδίες της Ιεραρχίας με τον αφορισμό και τις περιπέτεις της ταφής του.
Είναι άραγε ανάγκη να θυμίσουμε ότι ακόμα και σήμερα που ξεσηκώθηκαν όλοι οι ευαίσθητοι να κατασπαράξουν τον καημένο τον θεολόγο, ο Καζαντζάκης είναι απαγορευμένος στη χώρα μας; Ο Τελευταίος Πειρασμός του Σκορτσέζε δεν παίζεται σε ελληνικούς κινηματογράφους μετά το σάλο που προκλήθηκε στην πρεμιέρα το 1988. Μπορεί και τότε να πρωτοστάτησαν στην τελική απαγόρευση οι ζηλωτές ομοϊδεάτες του κ. Πιτσίλκα, αλλά την υπόθεση υιοθέτησε πλήρως η Ιερά Σύνοδος. Στην ανακοίνωσή της δεν καταδικάζει μόνο την ταινία, αλλά αναθεματίζει τους παραγωγούς, αναθεματίζει τους διευθυντές των κινηματογράφων που τολμούν να παίξουν την επάρατη ταινία και αφορίζει όσους πηγαίνουν να τη δουν. Μπροστά σ' αυτή την ανακοίνωση, η εγκύκλιος του κ. Πιτσίλκα είναι ύμνος στην ελευθερία της σκέψης.
Θα ήταν, κατά συνέπεια, δείγμα απόλυτης υποκρισίας, αν η υπόθεση αυτή κατέληγε στην αποπομπή του θεολόγου. Οσο η Εκκλησία -ως θεσμός αλλά και ως μηχανισμός- διαπλέκεται τόσο στενά με την εκπαίδευση, είναι χρέος κάθε κυρίου Πιτσίλκα να εφοδιάζει τους συναδέλφους του με index απαγορευμένων βιβλίων. Από την ίδια την αποστολή που έχει τάξει στον εαυτό της η Εκκλησία προκύπτει η καχυποψία της μπροστά στην κοσμική γνώση. "Δυστυχώς κακή διαπαιδαγώγηση ασκείται πολλές φορές σήμερα και στο σχολείο", διαβάζουμε στο επίσημο φυλλάδιο Φωνή του Κυρίου (25.7.93) που μοιράζεται από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος κάθε Κυριακή στους ναούς. "Τα διάφορα παιδαγωγικά προγράμματα που επεξεργάζονται οι μεγαλύτεροι για τους νέους είναι ουμανιστικά και απουσιάζει απ' αυτά ο Θεός και η Ορθοδοξία. Ενδιαφέρονται να μεταδώσουν γνώσεις και τίποτε περισσότερο. Αγαπητοί αδελφοί είναι άτοπο να στέλνουμε τα παιδιά μας να μάθουν γράμματα ή επικερδείς τέχνες και να αδιαφορούμε για την πραγματική τους μόρφωση που είναι η ευσέβεια."
Είναι φυσικό, κάτω απ' αυτή τη λογική, να βάλλεται όχι μόνο ο Καζαντζάκης αλλά κάθε μη εγκεκριμένος λογοτέχνης: "(Πολλοί λογοτέχνες) εν ονόματι τάχα της 'ελευθερίας της έκφρασης' ή του 'δικαιώματος στη διαφορά' στα γραπτά τους προβάλλουν την άρνηση, τη σύγχυση, την ανερμάτιστη ζωή, τον ηθικό ξεπεσμό, ακατονόμαστα αισχρά πάθη." (Φωνή του Κυρίου, 1.11.1996)
Εχουμε ασχοληθεί σε άλλες έρευνες του "Ιού" με το πρόβλημα του μαθήματος των Θρησκευτικών ("Μαθαίνω ένα Θεό", 28.11.1993) και με τα "συμπληρώματα" της θρησκευτικής κατήχησης στο σχολείο ("Προσευχή και τιμωρία στην Πάτρα", 24.7.1994). Ομως η υπόθεση Πιτσίλκα μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι η θεσμοθετημένη σχέση της εκπαίδευσης με την Εκκλησία παρεμβαίνει, επηρεάζει και ελέγχει το σύνολο της σχολικής γνώσης. Αυτός ο έλεγχος, μάλιστα, δεν μειώνεται καθόλου όσο περνούν τα χρόνια. Αντιθέτως, ο εναγκαλισμός γίνεται πιο ασφυκτικός.
Τα τελευταία 20 χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας βαθμιαίας υποχώρησης της Πολιτείας και μιας εκχώρησης στην Εκκλησία όλο και περισσοτέρων δικαιωμάτων στο χώρο της εκπαίδευσης. Κάτω από το νωπό ακόμα τραύμα της "Ελλάδας των Ελλήνων Χριστιανών" η πολιτική τάξη της μεταπολίτευσης επιχείρησε να διαχωρίσει κάπως την εκπαίδευση από τη θρησκευτική κατήχηση. Ο νόμος 309/1976 περιοριζόταν να επαναλάβει τη συνταγματική (και κάπως ουδέτερη) επιταγή της "ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης". Οι πιέσεις, όμως, της Εκκλησίας υποχρέωσαν την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να θεσπίσει την ταύτιση της "θρησκευτικής" με την "ορθόδοξη" συνείδηση. Ο ισχύων νόμος 1566/85 περιλαμβάνει για πρώτη φορά στους σκοπούς της εκπαίδευσης "να διακατέχονται (οι μαθητές) από βαθιά πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παράδοσης". Απολογούμενος τον Μάρτιο του 1984 προς τους μοναχούς του Αγίου Ορους που κατηγορούσαν το ΠΑΣΟΚ για αντίχριστο και εικονομαχικό, ο τότε υφυπουργός Παιδείας Πέτρος Μώραλης, παραδεχόταν ότι "τη γνησιότητα (της ορθόδοξης εκπαίδευσης) παρέχει και διασφαλίζει μόνο η Εκκλησία, μακριά από κάθε ξενόφερτο (Δυτικό) πιετισμό." (έγγραφο Φ. 2/32/212/15.3.84)
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στον "τρίτο γύρο" αυτής της υπόγειας διαμάχης. Και πάλι η Πολιτεία είναι αμυνόμενη. Η Εκκλησία, διά των εκπροσώπων της, διεκδικεί νέο "ζωτικό χώρο". Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, με άρθρο του στο περιοδικό Εκκλησία (15.3.1994), καταγγέλλει την "αποεκκλησιαστικοποίηση του μαθήματος των Θρησκευτικών", διαπιστώνει ότι οι μαθητές και οι θεολόγοι καθηγητές "βρίσκονται διχασμένοι πολλές φορές ανάμεσα σ' αυτά που μαθαίνουν ή διδάσκουν στα σχολεία με βάση τα διδακτικά εγχειρίδια και σ' αυτά που πληροφορούνται, είτε ακούγοντας είτε διαβάζοντας, ως θέσεις της Εκκλησίας", και εισηγείται "να αναλάβει πλήρως η Εκκλησία την ευθύνη καταρτισμού των αναλυτικών προγραμμάτων και συγγραφής των διδακτικών βιβλίων."
Ο κ. Ζήσης είναι ο ίδιος που ως Πρόεδρος του Ποιμαντικού Τμήματος της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου απευθυνόταν στην αντικυβερνητική συγκέντρωση που οργάνωσε η Ιεραρχία στη Θεσσαλονίκη το Μάρτιο του 1987 και χαρακτήριζε τον προϊστάμενό του υπουργό Παιδείας "θεομάχο και διώκτη της Ορθοδοξίας". Σήμερα προτείνει να προσκομίσουν οι υποψήφιοι για τις Θεολογικές Σχολές "συστατικό γράμμα του οικείου επισκόπου", για το διορισμό τους στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση "να απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη της Εκκλησίας" και η "βαθμολογική προαγωγή τους να εξαρτάται από τη συνεργασία τους με την τοπική Εκκλησία".
Εχει ασφαλώς δίκιο ο θεολόγος Αθανάσιος Νίκας που υποστηρίζει ότι "αν αυτές οι προτάσεις πραγματοποιούνταν, τότε θα είχαμε index απαγορευμένων βιβλίων και κλειστό κύκλωμα λογοκριμένης διδασκαλίας" (περιοδικό Εξοδος, τ. 14). Και δεν είναι ανάγκη να έχει κανείς θεία φώτιση για να αντιληφθεί ότι μπροστά σ' αυτή την προοπτική που προδιαγράφεται από επίσημους εκκλησιαστικού κύκλους, η περίπτωση του κ. Πιτσίλκα δεν είναι παρά μια γραφική εκκεντρικότητα.


Τα αμφίστομα εγχειρίδια

Ξεφυλλίζοντας τα εγχειρίδια των "Θρησκευτικών" που διδάσκονται σήμερα στα ελληνικά σχολεία, γρήγορα διαπιστώνει κανείς πως, παρά τον όποιο εκσυγχρονισμό του περιεχομένου τους σε σχέση με το παρελθόν, η ουσία του συγκεκριμένου μαθήματος παραμένει αναλλοίωτη. Δεν πρόκειται για μια απλή περιγραφή της ευαγγελικής διαδασκαλίας αλλά για ένα αρκετά συνεκτικό μίγμα αναλύσεων και διδαχών που "ντουμπλάρουν" μια σειρά άλλα μαθήματα, από την Ιστορία και τη Φιλοσοφία μέχρι την Αγωγή του Πολίτη. Πόσο όμως συμφωνούν οι δυο εκδοχές που οι μαθητές καλούνται να αφομοιώσουν, πολλές φορές μέσα στο ίδιο σχολικό έτος;
Αναλύοντας πριν από μια δεκαετία τα τότε εγχειρίδια της "εκκλησιαστικής ιστορίας", και παίρνοντας σαν παράδειγμα τη (γεμάτη ανακρίβειες και τερατολογίες) παρουσίαση των διωγμών που υπέστησαν οι πρώτοι χριστιανοί, ο ιστορικός Δημήτρης Κυρτάτας διαπίστωνε πως "ιστορικές αναφορές υπάρχουν πολλές, η ιστορία όμως απουσιάζει τελείως". Σήμερα το ειδικό βάρος της εκκλησιαστικής ιστορίας στη διδακτέα ύλη των θρησκευτικών έχει συρρικνωθεί αρκετά, όμως το διαζύγιό της με την Ιστορία -όπως αυτή διδάσκεται λίγες ώρες μετά- εξακολουθεί να υφίσταται.
Πρώτο ζήτημα, το ερμηνευτικό σχήμα. "Ο Θεός κινεί την ιστορία σε μια ευθύγραμμη πορεία προς την αίσια έκβασή της, με τη συνεργασία του ανθρώπου", μαθαίνουν οι έφηβοι στην Α' Λυκείου. "Δε στέκεται ξένος προς αυτή, αλλά επεμβαίνει σ' αυτή" (σ.23). Και λίγο παρακάτω: "Εχουμε δεί το σχέδιο και τις επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία. Οι επεμβάσεις Του γίνονταν σε όλα τα έθνη., ιδιαίτερα όμως στο λαό του Ισραήλ" (σ.43). Ηδη από την Α' Γυμνασίου, άλλωστε, τα παιδιά έχουν πληροφορηθεί ότι "το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου μπαίνει σε εφαρμογή" με την έξοδο της γενεάς του Αβραάμ από τη Μεσοποταμία "γύρω στο 1800 πΧ", "σχέδιο που δεν μπορεί να ματαιωθεί, παρόλες τις δυσκολίες που παρουσιάζονται" (σ.74,77).
Από κεί και πέρα, η σύγχυση μεταξύ ιστορίας και μυθολογίας είναι αναμενόμενη, γίνεται μάλιστα εντονότερη όσο προχωράμε στο χρόνο. Το φαινόμενο γνωρίζει ιδαίτερες δόξες όταν πρόκειται να στηριχθεί το ιδεολόγημα περί άρρηκτων δεσμών ελληνισμού κι ορθοδοξίας: συναντάμε έτσι εικονογραφημένες περιγραφές ανύπαρκτων θεσμών και γεγονότων, όπως το "κρυφό σχολειό" (Α' Λυκείου, σ.76) ή η υποτιθέμενη ευλογία της σημαίας από τον Π.Π.Γερμανό στην Αγία Λαύρα (Ε' Δημοτικού, σ.99). Δε λείπει και λίγος Μεγαλέξανδρος (στο ίδιο, σ.172-3), και μάλιστα σε θεολογικές αναζητήσεις που υπονοούν μονοθεϊσμό... Στο ίδιο εγχειρίδιο, προκειμένου η προβληθεί η Αγιά Σοφιά σαν θεόπνευστο έργο, οι συγγραφείς καταφεύγουν ελλείψει πηγών στην αρβύλα (γενικώς): "κάποιος παλιός Ρωμιός διηγείται πως ο Θεός φώτισε κάποτε το νου του αυτοκράτορα Ιουστινιανού" για το χτίσιμό της (σ.119). Στο βιβλίο της επόμενης χρονιάς, ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιλογή των προσώπων που προβάλλονται σαν πρότυπα. Μην πάει ο νούς σας στον Παπαφλέσσα: πρόκειται για το Μάξιμο το Γραικό (που "η αξία και η προσφορά του αναγνωρίστηκαν" όταν "ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός τον κάλεσε να πάρει μέρος στη Σύνοδο στη Μόσχα" γιατί "μια καινούρια αίρεση είχε παρουσιαστεί και έπρεπε να αποφασίσουν", σ.192) και για τον Παπουλάκο, το γνωστό αγύρτη ψευδομεσία που ηγήθηκε της σκοταδιστικής εξέγερσης του 1853 στη νότια Πελοπόννησο. Η αντιπάθεια προς την πρόοδο είναι άλλωστε δεδομένη: ανάμεσα στις "ιστορικές προκλήσεις" που "απειλούσαν το λαό με νόθευση του φρονήματος και του ήθους" στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το βιβλίο της Α' Λυκείου συμπεριλαμβάνει και "το κίνημα του Διαφωτισμού" (σ.76), θεωρώντας μάλιστα "ατύχημα" το γεγονός ότι "προς την κατεύθυνση αυτή συνεργάστηκαν και άνθρωποι με νου και κάποια πίστη, όπως ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο πολύς [sic] Αδαμάντιος Κοραής" (σ.79-80). Πραγματικός κίνδυνος σχιζοφρένειας για τους μαθητές, που τα επόμενα χρόνια θα κληθούν να μελετήσουν τα επιτεύγματα αυτών ακριβώς των "απειλών", ως ύλη μάλιστα για τις πανελλαδικές τους εξετάσεις! Αν δεν τάχουν παίξει νωρίτερα, όταν, μετά την εξύμνηση του αρχαιοελληνικού πνεύματος στα φιλολογικά μαθήματα, μαθαίνουν απ' το θεολόγο τους ότι "η προ Χριστού εποχή είναι [απλώς] η εποχή της φθοράς, της απελπισίας και της αναζήτησης" (Α' Λυκείου, σ.43)...
Ομως τα θρησκευτικά δεν περιορίζονται στην υπονόμευση του μαθήματος της ιστορίας. Το βαρύ πυροβολικό τους το δέχονται τα "στοιχεία δημοκρατικού πολιτεύματος" (πρώην Αγωγή του Πολίτη): βάσει τvn θρησκευτικών της Γ' Λυκείου, "ο φορέας της κρατικής εξουσίας είναι απλός διαχειριστής της εξουσίας, που προέρχεται από το Θεό" (σ.158), ο δε πολίτης "αποδέχεται τις εξουσίες" (έτσι, γενικά) "αλλά μέσα στα πλαίσια της υπακοής του στο θέλημα του Θεού" (σ.159). Αλλωστε "κάθε ιδεολογία είναι ένα είδος εκκοσμικευμένης θεολογίας" και απορρίπτεται ασυζητητί γιατί "περιορίζει την ανθρώπινη ελευθερία κι εμποδίζει την καθολική καταξίωσή της μέσα στη χάρη του Αγίου Πνεύματος" (σ.178). Το ελληνικό έθνος ταυτίζεται απολύτως με την Ορθοδοξία, υπενθυμίζεται διαρκώς ότι "οι αιρέσεις απειλούν την ενότητα του Εθνους" (Στ' Δημοτικού, σ.133) ή "ενίοτε αναπτύσσουν αντεθνική δράση" (Α' Λυκείου, σ. 203). Ως αποδεικτικά στοιχεία επιστρατεύονται οι καταγγελίες χριστιανικών θρησκευτικών μειονοτήτων, "με δημοσιεύματά τους σε ελληνικές και ξένες εφημερίδες", για τις διακρίσεις που υφίστανται (Β' Λυκείου, σ.201-4), ενώ εκφράζεται και δυσφορία για την "ελεύθερη κυκλοφορία και δράση τους" που "επιτείνει τη σύγχυση" (σ.203). Οσο για την ύπαρξη αιρέσεων, κι εδώ φταίει ο ορθός λόγος - κατά λέξη, "η προσπάθεια ερμηνείας της αλήθειας" από "κάποια αρρωστημένα μέλη της εκκλησίας (...) με τρόπο που να ικανοποιεί τις ορθολογικές απαιτήσεις τους" (Α' Λυκείου, σ.51,53).


Θράσος χιλίων πιθήκων

Η φωτογραφία ενός ευτραφούς ουραγκοτάγκου και το επεξηγηματικό μήνυμα "Να ποιος σας λένε ότι είναι ο πρόγονός σας", είχε γεμίσει τους τοίχους όλης της χώρας τον Φλεβάρη του 1985. Η Ιερά Σύνοδος είχε κηρύξει τον πόλεμο στο κοσμικό κράτος. Ζητούσε την απόσυρση από τα σχολεία ενός νέου βιβλίου για τους μαθητές της Α' Λυκείου, επειδή υποτιμούσε τη θεϊκή μας καταγωγή. Το εγχειρίδιο του Λ. Σταυριανού "Ιστορία του ανθρώπινου γένους", εμφανίστηκε από τους ορθόδοξους φονταμενταλιστές ως η σταγόνα που ξεχείλιζε το ποτήρι: "Το αθεϊστικό βιβλίο", γραμμένο από "έναν ανεκδιήγητο μαρξιστή" συμβάλλει περαιτέρω "στο οικτρό κατάντημα της Ελληνορθοδόξου Παιδείας μας", φώναζαν από τους άμβωνες οι ιερείς. Ανάλογες επιθέσεις εκπορεύονταν και από τα επιτελεία της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Αλλά η πιθηκολογία της εποχής, ο Δαρβίνος, οι θεωρίες της εξέλιξης των ειδών και η βιολογία -που, ως γνωστόν, απορρίπτονται "επιστημονικά" από τους καθηλωμένους στο στάδιο του Αδάμ και της Εύας- κάλυπταν άλλες, λιγότερο γραφικές πλευρές της διαμάχης. Οπως συμβαίνει κατά κανόνα με όλες τις θεολογίζουσες έριδες, το επίδικο αντικείμενο δεν είναι και τόσο μεταφυσικό. Ο Σταυριανός προκάλεσε την οργή της θρησκευτικής ηγεσίας επειδή αναφέρει ότι το ιερατείο αποτελούσε "μια άλλη προνομιούχα ομάδα σε όλους τους πολιτισμούς" και γιατί "τα ιερά κείμενα χρησιμοποιήθηκαν για να διδάξουν πίστη και υπακοή" στην καθιερωμένη τάξη. Ενόχλησε διότι συμπέραινε ότι "δεν υπάρχει έμφυτη ή γενετική ανισότητα μεταξύ των φύλων" και θύμισε στους μαθητές ότι μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες οι γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να πλένουν τα πόδια των ανδρών τους. Και, βέβαια, κατηγορήθηκε επειδή δεν εξήρε άκριτα τα μεγαλουργήματα του ελληνικού πνεύματος κι έφτανε στο σημείο να επισημάνει ότι ο Αριστοτέλης ήταν, όπως και να το κάνουμε, υποστηρικτής της δουλείας, ο δε Μεγαλέξανδρος ολίγον ιμπεριαλιστής.

Η "αμαρτάνουσα" σκέψη


"Θηριομαχία στην αρένα" αποκαλεί ο Χρήστος Γιανναράς στην πρόσφατη αυτοβιογραφία του ("Τα καθ' εαυτόν", Ικαρος 1995, σ. 168) τις διαδικασίες που οδήγησαν στην εκλογή του ως καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αποτέλεσμα θηριομαχίας ή μη, η εκλογή θεολόγου σε έδρα φιλοσοφίας ελληνικού πανεπιστημίου υπήρξε ένα γεγονός ιδιαίτερης σημασίας για τις μεταγενέστερες εξελίξεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: εξομοιώνοντας τη φιλοσοφία με τη θεολογία, οι καθηγητές που επέλεξαν τον Χρήστο Γιανναρά ανέθεταν τη διδασκαλία της φιλοσοφίας σε έναν επικριτή της, ειδικευμένο σε θεολογικά ζητήματα. Με την έννοια αυτή, η απόφασή τους ανέτρεπε τη διαπίστωση ότι ο μόνος χώρος της εκπαίδευσης που έχει απαλλαγεί από την επέκταση της μονοφωνικής και κατηχητικής ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης είναι η τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εκλογής Γιανναρά (Δεκέμβριος 1980 - Σεπτέμβριος 1982) απασχόλησαν έντονα τον Τύπο της εποχής και δίχασαν την τότε πανεπιστημιακή κοινότητα. Αν όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν, εκείνο που συνεχίζει να έχει σημασία είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της επιλογής: Ψηφίζοντας Γιανναρά, οι καθηγητές του Παντείου διάλεγαν μια άποψη που αμφισβητεί την επιστημονική γνώση και ταυτίζει την πίστη στην αντικειμενικότητα με τον ολοκληρωτισμό, ο οποίος με τη σειρά του συνιστά τη βάση του δυτικού πολιτισμού. Η εκλογή Γιανναρά "πριμοδοτεί μια 'κοινωνιολογία' που ισχυρίζεται ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι το παράγωγο της δυτικής θεολογίας, ότι οι σύγχρονοι κοινωνικοί θεσμοί προέκυψαν από την 'πτώση' και την 'αμαρτία' του ανθρώπου, ότι η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός, ή ακόμα η παγκόσμια ειρήνη και η λαϊκή κυριαρχία αποτελούν απλώς ρομαντικά συνθήματα για να εκτονώνονται οι μάζες", σημείωνε ο Γιάννης Μηλιός στις "Θέσεις" (τ. 3, 1983). Και συνέχιζε: "Νομιμοποιεί ακόμα μια 'θεωρία της ιστορίας' που διατείνεται ότι το Βυζάντιο δεν ήταν παρά η ενσάρκωση του ήθους της ορθοδόξου εκκλησίας και αποτέλεσε έτσι ιερή ιστορία και θεανθρωπότητα. Η εκλογή τέλος του Χ. Γιανναρά νομιμοποιεί μια 'πολιτική θεωρία' που όραμά της είναι το να συγκροτηθεί ο 'ελληνοχριστιανικός πολιτισμός' σε αντίπαλο πόλο της 'δυτικής βαρβαρότητας', δηλαδή σε αντίπαλο πόλο του 'καπιταλισμού' και του 'μαρξισμού'".
Η παρουσία ενός θεολόγου σε έδρα φιλοσοφίας υπήρξε πράγματι η πρώτη ένδειξη ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να γίνει χώρος υποδοχής αν όχι σκοταδιστικών, πάντως ανορθολογικών και αγνωστικιστικών προσεγγίσεων της επιστήμης. Με την έννοια αυτή, η σημασία της συγκεκριμένης περίπτωσης παύει να είναι απλώς συμβολική και οροθετεί μια νέα περίοδο στα πανεπιστημιακά μας πράγματα. Ετσι, διατηρούν την επικαιρότητά τους οι θέσεις που είχαν τότε εκφράσει οι καθηγητές που σήκωσαν το βάρος της αντίκρουσης των υπερασπιστών του Χ. Γιανναρά (η κατά Γιανναρά "μαρξιστική διανόηση" που έδινε τότε "τη μεγάλη της μάχη, δυστυχώς με τη γλώσσα και τη μέθοδο της κομματικής μπροσούρας, της δογματικής συνθηματολογίας", ό.π., σ. 169-170): "Ο κ. Γιανναράς είναι πραγματικά δογματικός, συντηρητικός και πολιτικά αντιδραστικός", δήλωνε την εποχή εκείνη στο περιοδικό "Σχολιαστής" ο Σάκης Καράγιωργας, ένας από τους καθηγητές του Παντείου που πάλεψαν εναντίον της υποψηφιότητας του θεολόγου. "Ο Γιανναράς στα έργα του παίρνει απέναντι στο προϊόν της σοφίας του δυτικού πολιτισμού μια ξεκάθαρη στάση που είναι γι' αυτόν βίωμα πλέον. Υποστηρίζει ότι η μεταβυζαντική δυτική φιλοσοφία είναι αμαρτάνουσα σκέψη που οδήγησε την κοινωνία σε οπισθοδρόμηση και ιστορική πτώση. (...) Δεν αρνείται κανείς στον Γιανναρά να εκφράζει τις απόψεις του, αλλά δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιεί γι' αυτό το σκοπό σαν βήμα το πανεπιστήμιο που είναι δημιούργημα αυτής ακριβώς της 'αμαρτάνουσας' δυτικής σκέψης" (τ. 6, Σεπτέμβριος 1983).

ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΕΛΕΦΑΝΤΗΣ ΑΓΓ
. Προς τους ισοορροπιστές διαχειριστές των σχέσεων Εκκλησίας κράτους απευθύνεται ο γνωστός ιστορικός και εκδότης του περιοδικού Πολίτης, με αφορμή το δήθεν μεμονωμένο περιστατικό Πιτσίλκα: "Αν κάποιος ρωτήσει σήμερα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ή κάποιο μητροπολίτη ή τον οποιονδήποτε ενήμερο ιερέα αν ο Καζαντζάκης είναι αιρετικός θα απαντήσει όπως ο σχολικός σύμβουλος Λάρισας, πλην κι αν βρεί κάποια διπλωματική υπεκφυγή (...) Οχι, δεν παρανόμησε ο σχολικός σύμβουλος. Τον ιερό και τον ανθρώπινο νόμο εφάρμοσε. Εμείς απλώς φλυαρούμε έχοντας αποδεχθεί την ταύτιση, έστω εν μέρει, του ιερού με τον ανθρώπινο νόμο". ("Ο αιρετικός Καζαντζάκης και ο υποκριτικός αντισκοταδισμός", "Αυγή", 25.5.1997).

ΞΕΝΗΛΑΤΕΣ. Ηδη από το τρίτο μάθημα των θρησκευτικών, αμέσως μετά την ενημέρωσή του για το νόημα του αγιασμού και του σταυρού, το 8χρονο παιδάκι της Γ' Δημοτικού μαθαίνει ότι η ταυτότητά μας απειλείται από τους άπιστους Ευρωπαίους: "Ο Μακρυγιάννης ήτανε ένας αγνός αγωνιστής της επανάστασης του 1821. Πίστευε και αγαπούσε την πατρίδα και την Εκκλησία. Ενας Ευρωπαίος θέλησε να τον γνωρίσει από κοντά και πήγε σπίτι του. Φιλόξενος ο Μακρυγιάννης τον κάλεσε να φάνε μαζί. Στο τραπέζι σηκώθηκε όρθιος, είπε μια προσευχή κι έκανε με ευλάβεια το σταυρό του. Ο Ευρωπαίος γέλασε ειρωνικά. Εκείνος δε συνήθιζε κάτι τέτοια. Ο Μακρυγιάννης αγρίεψε και του 'δείξε την πόρτα. `Δεν έχεις θέση στο σπίτι μου, του είπε. Δεν μπορείς να κοροϊδεύεις αυτά που για μένα είναι ιερά'" ("Ο Μακρυγιάννης κι ο Σταυρός", θρησκευτικά Γ' Δημοτικού, σ.16).

ΞΕΝΟΦΟΒΟΙ. Δυο χρόνια αργότερα, το εγχειρίδιο της Ε' Δημοτικού έχει οικολογικές ανησυχίες ("Να σωθεί η κτίση", σ.159-60). Μόνο που, κι εδώ, αυτός που απειλεί το πανέμορφο νησί του Αιγαίου είναι "κάποιος ξένος" και, φυσικά, ουχί γηγενής Ελλην!

ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Μπορεί το ελληνικό κράτος να έχει νομιμοποιήσει την έκτρωση από το 1986, όμως το κρατικό εγχειρίδιο της Γ' Λυκείου δε μασάει τα λόγια του: "Η άποψη ότι η γυναίκα έχει το δικαίωμα να αποφασίζει μόνη της για τη ζωή του εμβρύου που έχει μέσα της είναι απαράδεκτη όχι μόνο ηθικά και κοινωνικά, αλλά και λογικά. (...) Η Εκκλησία χαρακτήρισε εξαρχής την άμβλωση ως φόνο και τη συνεργία σ' αυτήν ως συνεργία σε φόνο" ("Θέματα χριστιανικής ηθικής", σ.122).

ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΙ. Στην ίδια κρίσιμη ηλικία, οι έφηβοι πληροφορούνται επισήμως και διά κρατικών χειλέων ότι "σε αντίθεση με το γάμο, η ελεύθερη, όπως λέγεται, συμβίωση, αφαιρεί από τα πρόσωπα που μετέχουν την αληθινή ευτυχία και πληρότητα" κι ότι "οποιαδήποτε σωματική ένωση έξω από τα πλαίσια του γάμου δημιουργεί σοβαρά προσωπικά και κοινωνικά προβλήματα" (σ.139-140). Ευτυχώς που οι 17ρηδες αμφοτέρων των φύλων δεν πρόκειται να τους πάρουν στα σοβαρά.

ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΑ. Για τα 12χρονα, που δεν τσιμπάνε και τόσο εύκολα σε μεταφυσικές φοβέρες, η θεολογική παρέκκλιση παρουσιάζεται σαν απειλή κατά του κυριότερου παράγοντα ασφάλειας -της οικογενειακής εστίας: "οι αιρετικοί", διαβάζουμε στο εγχειρίδιο της 6ης Δημοτικού (σ.132), "κάνουν ό,τι μπορούν για να παρασύρουν τους πιστούς, να τους αποσπάσουν από την Εκκλησία και να τους απομακρύνουν από την οικογένειά τους".

ΝΕΟΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ. Σε απόλυτο συντονισμό με τις ανοησίες των θρησκόληπτων και της εκκλησίας για το βιβλίο του Λ. Σταυριανού, η Δεξιά δίνει το πολιτικό στίγμα τής κόντρας για την καταγωγή του ανθρώπου. Στις 29.11.84 οι βουλευτές Ι. Βαρβιτσιώτης, Κ. Παπαρρηγόπουλος, Κ. Σημαιοφορίδης και Θ. Χούτας καταθέτουν ερώτηση στη Βουλή κατηγορώντας το σχολικό εγχειρίδιο ότι "αποβλέπει στον πνευματικό υποσιτισμό των μαθητών, στη διάβρωση των ιστών συνοχής με το εθνικό σύνολο, στην αποξένωσή τους από τη θρησκευτική κοινότητα, στη χαλάρωση και τον αποπροσανατολισμό της ιστορικής και πολιτικής τους συνειδήσεως, ώστε ώριμοι πια καρποί να πέσουν στα χέρια της κομματικής καθοδηγήσεως, η οποία αναλαμβάνει μεσιανικά να τους οδηγήσει στους επίγειους παραδείσους". Περιέργως, το "αθεϊστικό" κείμενο δεν κατηγορήθηκε για το πέσιμο στην πρέζα και τον σατανισμό.

ΝΙΚΑΣ ΑΘ. Ο θεολόγος, πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αποκαλύπτει στην "Ε" (14.12.1984) ορισμένους από τους λόγους της αντίθεσης του εκκλησιαστικού κατεστημένου προς την "Ιστορία του ανθρώπινου γένους" του Σταυριανού: "Σκανδαλίστηκαν από το κείμενο της κατάθεσης του 8χρονου κοριτσιού (σελ.91) το οποίο ήταν υποχρεωμένο να εργάζεται εξοντωτικά σε ορυχείο. Λέει λοιπόν η μικρή: 'Δεν μου αρέσει να βρίσκομαι μέσα στο ορυχείο. Εχω ακούσει να μιλάνε για το Χριστό πολλές φορές. Δεν ξέρω γιατί ήρθε στη γη, δεν το καταλαβαίνω, δεν ξέρω γιατί πέθανε. Θα προτιμούσα πολύ να βρισκόμουν στο σχολείο παρά μέσα στο ορυχείο'. Σ' αυτό το χριστιανικότατο κείμενο βρήκαν ότι 'αφήνει στους μαθητές την εντύπωση ότι ο Χριστός είναι αδιάφορος για τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους'".

ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ. Ο Μητροπολίτης Πειραιά έχει κι αυτός αναλάβει να υπερασπιστεί την θεϊκή καταγωγή του ανθρώπου. Με επιστημονικό τρόπο, φυσικά, ενάντια στους μύθους του εχθρού! "Ο Μαρξισμός δεν είναι απλώς οικονομικό-κοινωνικό-πολιτικό σύστημα, είναι υλιστική και άθεη θεωρία, έχει σαν βάση του τον ιστορικό υλισμό γι' αυτό είναι και αντίθετος προς την χριστιανική θεώρηση της ζωής. Οι υλιστές στις ημέρες μας κτυπούν αλύπητα κάθε τι που έχει σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία. Και πλάθουν μύθους σαν αυτόν της εκ του πιθήκου καταγωγής του ανθρώπου, που σήμερα τον έχουν καραμέλα στο στόμα τους. Η θεωρία αυτή, αν και είναι επιστημονικώς αναπόδεικτη και απορρίπτεται απ' όλους τους σοβαρούς επιστήμονες, παρά ταύτα οι υλιστές συμπατριώτες μας την διδάσκουν στα σχολεία και δηλητηριάζουν έτσι τα ανύποπτα και ανυπεράσπιστα παιδιά μας". ("Ο άνθρωπος από τον πίθηκο; - Απάντηση στην υλιστική άποψη", εκδ. Χρυσοπηγή, 1987).



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Γιώργου Σωτηρέλη "Θρησκεία και Εκπαίδευση"
(εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα- Κομοτηνή 1993). Ολοκληρωμένη μελέτη του γνωστού συνταγματολόγου γύρω από το θέμα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας στο χώρο της εκπαίδευσης. Περιλαμβάνονται συγκριτικά στοιχεία από τα Συντάγματα και την πρακτική των άλλων ευρωπαϊκών κρατών.

Αθανάσιου Θ. Νίκα "Εκκλησία και παιδεία" (Αθήνα 1991). Εξαιρετικά διαφωτιστική συλλογή κειμένων και άρθρων από το θεολόγο και μόνιμο πάρεδρο του Παιδαγωγικού Συμβούλιου, ο οποίος υπήρξε σύμβουλος επί εκκλησιαστικών θεμάτων σε κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αλέξανδρου Καριώτογλου "Ορθοδοξία και Παιδεία" (Εξοδος, Αθήνα 1992). Συνοπτική παρουσίαση της "προοδευτικής" πρακτικής ενός θεολόγου στο σχολείο. Διατυπώνεται η παραδοχή ότι "η ώρα των θρησκευτικών είναι ανεξάρτητη από καθαρά γνωσιολογικές τοποθετήσεις."

Περιοδικό Εξοδος "Αφιέρωμα στην Παιδεία" (τ. 11, χειμώνας 1993). Αρθρογραφία περί νεολαίας και εκπαίδευσης σε ένα έντυπο "ορθόδοξης παρέμβασης". Διεκτραγωδείται το "ήθος της σημερινής κοινωνίας" και το "κλίμα άρνησης, αθεϊσμού, αντιεκκλησιαστικού πνεύματος".

Συνδέσμου Κρητών Θεολόγων "Εκκλησία και Σχολική Νεότητα" (εκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1992). Υλικά του Παγκρήτιου Θεολογικού Συνεδρίου. Διαπιστώνεται - μεταξύ άλλων- "η συρρίκνωση επιρροής της Εκκλησίας στο σχολείο" και "η χλιαρή μέχρι και διωκτική στάση της πολιτείας απέναντι στην αναγκαιότητα του ποιμαντικού έργου και του μαθήματος των θρησκευτικών."



ΔΕΙΤΕ

Ο τελευταίος πειρασμός
(The last temptation) του Μάρτιν Σκορτσέζε (1988). Η κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού βιβλίου του Καζαντζάκη που προκάλεσε την οργή πασών των χριστιανικών εκκλησιών. Η προβολή της ταινίας εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη στη χώρα μας.

Εθνική παπάδων του Ομηρου Ευστρατιάδη (1984). Τυπική κωμωδία της παρακμιακής περιόδου του είδους, επίσης όμως απαγορευμένη -με προσωπική παρέμβαση του τότε υπουργού Παιδείας Απ. Κακλαμάνη (εγγρ.1105/28.11.84)- ύστερα από διαμαρτυρία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η τρελή ιστορία του κόσμου (History of the world) του Μελ Μπρούκς (1981). Παρωδία της ανθρώπινης ιστορικής πορείας, με σημείο εκκίνησης την ανθρωποποίηση του πιθήκου μέσω του αμαρτήματος της αυτοϊκανοποίησης. Ευτυχώς, δεν έχει μέχρι σήμερα απαγορευτεί ως αντιβαίνουσα τας γραφάς.

(Ελευθεροτυπία, 8/6/1997)

http://www.iospress.gr/ios1997/ios19970608b.htm


Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Μουτζαχεντίν του φιλελευθερισμού

Η ΔΥΣΗ ΥΜΝΕΙ ΤΟΥΣ ΙΣΛΑΜΙΣΤΕΣ

Τώρα δεν θέλουν ούτε να τους ακούσουν. Ομως πριν από λίγα χρόνια τους θαύμαζαν, τους επαινούσαν, τους κολάκευαν. Για τη φιλελεύθερη Δύση οι ακραίοι ισλαμιστές ήταν τότε οι καλύτεροι σύμμαχοί τους.

Προτού εξελιχθούν σε «τέρατα», άξια να δεχτούν κάθε δίκαια «ευγενή» και «ατέρμονη» ανταπόδοση, οι ισλαμιστές του Αφγανιστάν είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη, τη βοήθεια και το θαυμασμό της φιλελεύθερης Δύσης.

Τα μεγαλύτερα συντηρητικά μέσα ενημέρωσης σ' όλο τον κόσμο δεν έχαναν την ευκαιρία κατά τη δεκαετία του '80 να υποστηρίξουν τους «μουτζαχεντίν», δημοσιεύοντας κάθε λογής μυθοποιήσεις για την αφγανική αντίσταση, και υιοθετώντας άκριτα τον ισλαμικό φονταμενταλισμό ως μοναδικό αντίδοτο στις «σοσιαλιστικές» και «εκσυγχρονιστικές» ιδέες των Σοβιετικών.

Η υποστήριξη αυτή δεν παρέμενε στην απλή -και δικαιολογημένη- συμπάθεια προς ένα λαό, ο οποίος αντιστέκεται σε μια ξένη εισβολή και σε ένα καταπιεστικό εσωτερικό καθεστώς. Προχωρούσε στην ιδεολογική «ουσία» της αντιπαράθεσης, εξαίροντας την «ισλαμική αντίσταση» ως «κήρυγμα ελευθερίας», απέναντι στον «άθεο κομμουνισμό».

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός συσχετισμός της περιόδου της «Αλλαγής» δεν επέτρεπε τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής κατοχής (1980-1982) την ανάπτυξη παρόμοιου ιδεολογικού ρεύματος. Ομως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980, άρχισαν δειλά-δειλά να εμφανίζονται και εγχώριοι «φιλελεύθεροι μουτζαχεντίν».

* Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του ανυπόκριτου θαυμασμού και της ταύτισης με τους σημερινούς αποδιοπομπαίους είναι το βιβλίο του δημοσιογράφου Πέτρου Κασιμάτη, ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή του Πασαβάρ στο Πακιστάν, την περίοδο που «έκλεινε» το Αφγανικό.

* Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να προβάλει τη δήλωση ενός από τους συνομιλητές του ότι «οι Αφγανοί είναι ερωτευμένοι με την ελευθερία» και μας μεταφέρει την άποψή του ότι «όπου και να πάτε μην ξεχάσετε ότι εδώ στην Κεντρική Ασία πολεμάμε ένα ανελεύθερο καθεστώς κι εμποδίζουμε την εξαγωγή του κόκκινου στρατού εδώ στις περιοχές που έκτισε ο Μέγας Αλέξανδρος».

* Ο συγγραφέας αναφέρει ασχολίαστο το γεγονός ότι οι μουτζαχεντίν έχουν κηρύξει «τζιχάντ». Δείχνει απόλυτη κατανόηση για την κήρυξη του «ιερού πολέμου», εφόσον «ιερός» θεωρείται ο αγώνας εναντίον των εισβολέων. Και δέχεται αδιαμαρτύρητα όλα τα πρώτα δείγματα γραφής του υπό εκκόλαψη θεοκρατικού καθεστώτος, όπως ο αποκλεισμός των κοριτσιών από τα σχολεία των προσφύγων.

Για τη συμμετοχή της KGB και των Σοβιετικών στον εξοπλισμό του καθεστώτος της Καμπούλ ο συγγραφέας παρουσιάζεται απολύτως ενημερωμένος. Σκοτεινή, όμως, μένει για τον αναγνώστη η σχέση των ισλαμιστών ανταρτών με τους Αμερικανούς και τη CIA. Υπάρχει μόνο μια «ξερή» αναφορά σε όπλα που έρχονται από το «εξωτερικό».

Πράγματα λίγο ώς πολύ αναμενόμενα από έναν δημοσιογράφο, ο οποίος είχε συνδέσει την καριέρα του με μια άλλη θλιβερή ιστορία των αμερικανικών «υπηρεσιών»: το βρόμικο πόλεμο των Κόντρας εναντίον της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης της Νικαράγουας.

* Μεγαλύτερο, όμως, ενδιαφέρον έχει η εισαγωγή στο βιβλίο. Την υπογράφει ο Κώστας Καραμανλής και έχει γραφτεί τον Οκτώβριο του 1988. Ο σημερινός πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας δεν μασάει τα λόγια του: «Σε όλα τα μέρη του κόσμου όπου τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι δεν είναι κατευθυνόμενοι, το δράμα του Αφγανιστάν έγινε ευρύτερα γνωστό. Σε όλα τα μέρη του κόσμου, του ελεύθερου, του δημοκρατικού κόσμου, με εξαίρεση την Ελλάδα. Της Ελλάδας της οποίας η κρατική τηλεόραση βάφτισε τους ήρωες της αφγανικής αντίστασης φανατικούς θεοκράτες και ακροδεξιούς μισθοφόρους».
Το γεγονός δηλαδή ότι οι προκάτοχοι των Ταλιμπάν χαρακτηρίζονταν θεοκράτες, θεωρείται από τον κ. Καραμανλή απόδειξη ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στον «ελεύθερο κόσμο»! Οι διατυπώσεις του κ. Καραμανλή είναι γεμάτες θαυμασμό και πάθος για τους «άοπλους Αφγανούς», γι' αυτό το «φτωχό, σκληροτάχηλο λαό που δεν συμβιβάστηκε, αλλά πολέμησε για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τις παραδόσεις του». Αποφεύγει, βέβαια, να μας πει τι ακριβώς είναι αυτές οι παραδόσεις. Γιατί τότε θα ήταν υποχρεωμένος να μιλήσει για τον αναδυόμενο φονταμενταλισμό και την ιδεολογική του στήριξη από την κατά τα άλλα χριστιανική Δύση.

Εκείνη την εποχή ο κ. Καραμανλής δεν ήταν ακόμα βουλευτής. Είχε όμως τοποθετηθεί στη θέση του προέδρου της ΚΙΠΑΕΑ (Κίνηση για τον Πολυμερή Αφοπλισμό, την Ελευθερία και την Ασφάλεια). Ανάλογες σκέψεις διατύπωναν όλα τα στελέχη της ΚΙΠΑΕΑ που συγκροτήθηκε ως αντίπαλο δέος των ισχυρών εκείνη την εποχή οργανώσεων ειρήνης των κομμάτων της αριστεράς. Η ΚΙΠΑΕΑ, βέβαια, δεν διέθετε ποτέ μαζική βάση μελών. Είχε περισσότερο τη μορφή ενός νεοφιλελεύθερου θινκ τανκ και έφερε τη σφραγίδα του ιδρυτή και πρώτου της προέδρου, του Ανδρέα Ανδριανόπουλου.

* Το Μάρτιο του 1986 η ΚΙΠΑΕΑ οργάνωσε πανευρωπαϊκό συνέδριο στην Αθήνα με θέμα «Ελευθερία στο Αφγανιστάν». Στην ομιλία του ο γνωστός αναλυτής (και σύμβουλος των προέδρων της Νέας Δημοκρατίας) Γιάννης Λούλης «ανέλυσε τη σχέση ολοκληρωτικών συστημάτων και επεκτατισμού τονίζοντας πως τα συστήματα αυτά στηρίζονται: α) στη βία, β) σε αυστηρά ιεραρχικές δομές, γ) μορφές στρατικοποιημένης και στρατευμένης κοινωνίας και δ) σε μεσαιωνικές ιδεολογίες και είναι φυσικό να εξάγουν τη βία έξω από τα σύνορά τους με σκοπό να επιβάλλουν την ιδεολογία τους και τις πολιτικο-κοινωνικές δομές τους. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί με την επεκτατική δράση του σοβιετικού ολοκληρωτισμού στο Αφγανιστάν». («Απογευματινή», 10.3.1986).

Ειρωνεία της ιστορίας: τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά του σοβιετικού καθεστώτος που διακρίνει ο κ. Λούλης είναι σαν να φωτογραφίζουν το σημερινό φονταμενταλιστικό καθεστώς των Ταλιμπάν.

Για τους φιλελεύθερους όμως της ΚΙΠΑΕΑ ο (αφγανικός) ισλαμισμός ήταν τότε ο απόλυτος σύμμαχος. Απέφευγαν, μάλιστα, να του δώσουν κάποιο χαρακτηρισμό που θα παρέπεμπε σε θρησκευτικό φανατισμό. Αρκούνταν στη γενική ονομασία «μαχητές της ελευθερίας», παραποιώντας τη λέξη μουτζαχεντίν, η οποία κατά λέξη σημαίνει «μαχητής του τζιχάντ», δηλαδή του ιερού πολέμου του Ισλάμ (βλ. λεξικά Webster και Collins).

* Τη σημαία του αγώνα υπέρ των ισλαμιστών ανταρτών κραδαίνει εκείνη την εποχή και η ομάδα του περιοδικού «Εποπτεία» του γνωστού Παναγιώτη Δρακόπουλου, σημερινού μυστικοσύμβουλου του κ. Χριστόδουλου: «Κάποιοι φιλισταίοι της πολιτικής ψαρεύουν στα θολά νερά, ακολουθώντας μια δήθεν εξισωτική λογική, του τύπου "αν τρομοκράτες είναι οι Παλαιστίνιοι, τότε τρομοκράτες είναι και οι Αφγανοί αντάρτες"». (τ. 113, Ιούνιος 1986). Προφανώς για το συντάκτη της «Εποπτείας» οι Παλαιστίνιοι ως «μαρξιστές» είναι τρομοκράτες, ενώ οι ισλαμιστές Αφγανοί είναι απλώς «αντάρτες».

* Σε άλλο τεύχος του περιοδικού φιλοξενείται συνέντευξη ενός εκπροσώπου της αφγανικής ισλαμικής αντίστασης. Η Ζηνοβία Δρακοπούλου που παίρνει τη συνέντευξη δεν φείδεται κολακειών: «Γνωρίζετε ασφαλώς ότι οι δυτικές χώρες όπως και οι μουσουλμανικές θαυμάζουν τον αγώνα του αφγανικού λαού... Τι συνέβη και άρχισε αυτός ο εκπληκτικός αγώνας;» (τ. 131, Φεβρουάριος 1988).

* Στον ίδιο ιδεολογικοπολιτικό χώρο βρισκόταν το περιοδικό «Επίκεντρα», με συχνές -και κολακευτικές- αναφορές στους ισλαμιστές του Αφγανιστάν. Είναι αποκαλυπτικό το σχόλιο της σύνταξης του περιοδικού (τ. 48, Ιαν.-Φεβ. 1986): «Ο λαός του Αφγανιστάν απέδειξε ότι δεν είναι ευάλωτος στην όποια ιδεολογική επίθεση. Ηδη πολύ πριν την εισβολή, οι Αφγανοί είχαν μια ενστικτώδη αρνητική στάση απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς. Είχαν ακούσει για αθεϊσμό, για τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας και της περιουσίας. Αυτή ήταν η βάση της αντίστασης ενάντια στο φιλοσοβιετικό μαρξιστικό καθεστώς μετά το πραξικόπημα του Απριλίου του 1978 και το κίνητρο για τη λαϊκή εξέγερση μετά τη σοβιετική στρατιωτική εισβολή στις 27 Δεκεμβρίου 1979. Ενας λαϊκός πόλεμος που ακόμα συνεχίζεται. Ενας πόλεμος για την πίστη και την ελευθερία. Η ιδεολογική επανάσταση απέτυχε. Η προπαγάνδα έγινε μπούμερανγκ στα χέρια των εμπνευστών της».

Να, λοιπόν, που ο φιλελεύθερος φανατισμός οδηγεί στην εξιδανίκευση του πολέμου «για την πίστη και την ελευθερία». Ποια πίστη και ποια ελευθερία; Αυτή η γοητεία του ισλαμικού αντάρτικου και η αποσιώπηση του φονταμενταλιστικού του χαρακτήρα διαπερνούν και τα εβδομαδιαία δημοσιογραφικά όργανα του φιλελεύθερου χώρου.

* Τα «Επίκαιρα» μιλούν για τους «αγέρωχους πολεμιστές των ορέων», οι οποίοι υψώνουν «απέναντι στον κατακτητή το τείχος της ψυχής ενός λαού, με τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις του που συγκροτεί την αφγανική αντίσταση». Ανάλογα δημοσιεύματα φιλοξενούνται και στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», ο οποίος εξαντλεί όλο το αντιαραβικό και αντιμουσουλμανικό του μένος στη Λιβύη του Καντάφι.

* Αντιθέτως, οι ισλαμιστές του Αφγανιστάν εμφανίζονται απλώς ως «πατριώτες» (3.1.85). Και δημοσιεύεται -μεταξύ άλλων- και μια συνέντευξη του ισλαμιστή Σαγιέντ Αχμάντ Γκελαϊνί στον Αθανάσιο Παπανδρόπουλο.

Ο Γκελαϊνί, βέβαια, εμφανίζεται ως μετριοπαθής και φιλοδυτικός ισλαμιστής. Πουθενά στο κείμενο δεν πληροφορούμαστε ότι τη δύναμή του την αντλούσε από τη δήλωση ότι είναι απευθείας απόγονος του Μεγάλου Προφήτη.

* Από κοντά και τα έντυπα της άκρας δεξιάς. Το «Ελληνικόν Αύριον» του σημερινού βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Κιλτίδη και άλλων τεταρταυγουστιανών της Θεσσαλονίκης προβάλλει ως υπόδειγμα τους «αφγανούς αντάρτες που ρεζίλεψαν τον ρωσικό στρατό με τα παλιοντούφεκά τους» (τ. 21, Μάρτιος 1980).

Αυτός ο ανυπόκριτος θαυμασμός προς τη δράση των ισλαμιστών δεν σταματά ούτε μπροστά σε ενέργειες που σε κάθε άλλη περίσταση θα χαρακτηρίζονταν τρομοκρατικές. Αντιγράφουμε από τα -κατά τα άλλα μετριοπαθή- «Επίκεντρα»:

«Στις αρχές του μηνός (σ.σ. Ιανουάριος 1985) οι Ρώσοι οργάνωσαν στο ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ της Καμπούλ μια συνάντηση 81 αντιπροσώπων από 44 χώρες, που ανήκουν σε μια από τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού μετώπου, το Συνέδριο της Αφρό-Ασιατικής Ειρήνης και Αλληλεγγύης. Οι μαχητές της ελευθερίας κατόρθωσαν να "χαιρετήσουν" την έναρξή του εκτοξεύοντας τέσσερις πυραύλους από τα περίχωρα της πόλης με στόχο το ξενοδοχείο». (τ. 42, Ιαν.-Φεβρ. 1985). Ο θαυμασμός σε μια ενέργεια που αν δεν είναι «τρομοκρατική», τουλάχιστον συνιστά ένα κλασικό έγκλημα πολέμου, είναι ενδεικτικός για την πλήρη ταύτιση του πολιτικο-ιδεολογικού χώρου με τους ισλαμιστές.

Η Διεθνής του φιλοϊσλαμισμού

Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να νομίσουμε πως όλος αυτός ο θαυμασμός των εγχώριων φιλελευθέρων για τον ιερό πόλεμο των Αφγανών υπήρξε δική τους πρωτοτυπία.

Πρόκειται, αντίθετα, για μια τυπική περίπτωση (στρεβλής, ως συνήθως) υιοθέτησης ιδεών και προτύπων που μεσουρανούσαν τη δεκαετία του '80 στις δυτικές χώρες. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα γνωστά ευρωπαϊκά περιοδικά της εποχής, για να διαπιστώσει την έκταση στην οποία οι μουτζαχεντίν επιστρατεύονται ως υπόδειγμα «αντίστασης στον ολοκληρωτισμό». Με κάποιες αναπόφευκτες, εννοείται, ιδεολογικές ταχυδακτυλουργίες: ο ισλαμικός χαρακτήρας του αντάρτικου δεν αποσιωπάται μεν, «διασκεδάζεται» όμως - είτε με την ανακάλυψη κάποιων (ο Αλλάχ να τις κάνει) «μετριοπαθών» τάσεών του, είτε με την προσφυγή στον εξωτισμό, όπου όλα ανάγονται στην «ιδιοπροσωπία» της κατεχόμενης χώρας και του λαού της. Με αποτέλεσμα ακόμη και οι πιο φρικαλέες βαρβαρότητες να «δικαιολογούνται» στο όνομα της «τοπικής ιδιαιτερότητας».

* Τα παραδείγματα αφθονούν. «Καθυστερημένο, σίγουρα, αλλά αυθεντικό, το πραγματικό Αφγανιστάν ήταν καλώς ή κακώς ανεξάρτητο. Σήμερα, δεν είναι τίποτα», αποφαίνεται κατηγορηματικά το «Point» (24.3.80).

Οταν ο αντάρτης φύλαρχος Αμίν Βαρντάκ, φεουδάρχης της ομώνυμης επαρχίας με «κάπου 800.000 υπηκόους», επισκέπτεται τα γραφεία του «Figaro Magazine» για μια συνέντευξη, περιγράφεται με θαυμασμό ως «ταπεινός και μυστηριώδης, όπως ένας άνθρωπος του Μεσαίωνα» (7.3.81). Ο ίδιος δηλώνει πως «ο κομμουνισμός είναι ο εχθρός του ισλάμ, αλλά ο Αλλάχ είναι μεγάλος και θα αποφασίσει ποιος θα νικήσει»· το περιοδικό συμπεραίνει, στο σχετικό μεσότιτλό του, ότι πρόκειται απλά για «μια ελεύθερη χώρα».

Οσο για τον τίτλο του άρθρου, αυτός θα βγει από τον (ψευδή) ισχυρισμό του πολέμαρχου ότι στα σοβιετικά στρατεύματα κατοχής συμμετέχουν επίσης Κουβανοί, Τσέχοι, Βούλγαροι κι άλλοι Ανατολικοευρωπαίοι, οπότε οι μουτζαχεντίν «είναι μόνοι τους, ενάντια σε επτά κομμουνιστικές χώρες». Προφανώς, η δήλωσή του πως «οι νέοι δεν έχουν ιδέα τι θα πει μοναρχία ή δημοκρατία» αλλά «μάχονται κάτω από τη μαύρη σημαία του Προφήτη και την πράσινη σημαία του ισλάμ, ενάντια στην κόκκινη σημαία του άθεου τυράννου, που πρέπει να εξολοθρευτεί», δεν κρίθηκε και τόσο εύπεπτη από το παρισινό κοινό - με αποτέλεσμα να καταχωνιαστεί στα ψιλά.

* Από κοντά το «Paris Match», πανηγυρίζει για το ρώσο πιλότο που από τα ύψη «βρέθηκε στο μεσαίωνα» με την κατάρριψη του αεροπλάνου του (17.7.81). Οι μουτζαχεντίν μπορεί να υποβάλλουν τους αιχμαλώτους τους σε «ατέλειωτα βασανιστήρια, προτού τους ρίξουν λεία στα κυνηγόσκυλα», δεν παύουν ωστόσο να είναι «οι μαχητές της ελπίδας» (1.5.81).

Η τελετουργική σφαγή των «προδοτών» και άλλων «συνεργατών του κατακτητή» αποτυπώνεται, επανειλημμένα, σε μακάβρια φωτορεπορτάζ, όπου αιχμάλωτοι δεμένοι πισθάγκωνα πυροβολούνται στο σβέρκο, σφάζονται με χατζάρι, πελεκιούνται με τσεκούρι ή λιθοβολούνται μέχρι θανάτου. Κάπου-κάπου, βέβαια, κρίνεται σκόπιμο να μετριαστεί προληπτικά η ενδεχόμενη δυσφορία του αναγνώστη:

«Είναι Αφγανός», διαβάζουμε στο «Paris Match» για ένα μελλοθάνατο κομμουνιστή που οδηγείται στον τόπο της εκτέλεσης, «και όποιες και να 'ναι οι πολιτικές του απόψεις, έχει την ίδια αδιαφορία μπροστά στο θάνατο». Πάλι καλά... Γιατί το βρετανικό «NOW!» δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να διαπιστώσει (30.11.79) πως «οι αντάρτες του Αφγανιστάν είναι ένας ζεστός και φιλικός λαός, αν και ικανοί να γδέρνουν ζωντανούς σοβιετικούς στρατιώτες στον ιερό τους πόλεμο».

* Υπάρχουν, άλλωστε, σοβαροί λόγοι να συστρατευτεί κανείς με το ισλαμικό αντάρτικο. «Μια αναμέτρηση ανάμεσα στο ισλάμ και το σοβιετικό ιμπεριαλισμό είναι μια θαυμάσια εξέλιξη» διαπιστώνει το «NOW!» (24.4.81), ενώ το γαλλικό «Paris Match» καταναλώνει τρεις πυκνογραμμένες σελίδες για να πείσει το κοινό του ότι άλλο πράγμα οι ισλαμιστές της Τεχεράνης (τους οποίους σύμπασα η Δύση καταγγέλλει) κι άλλο οι αφγανοί μουτζαχεντίν, που διατυπώνουν «το πρώτο "όχι" των αποικιοκρατούμενων λαών της σοβιετικής αυτοκρατορίας» (18.1.80).

* Για απαιτητικότερα (και πιο πολυφωνικά) γούστα, το σοβαρό «L' Express» μας πληροφορεί ότι «τα κινήματα του Πεσαβάρ περιλαμβάνουν από προοδευτικούς διανοούμενους έως το πιο ακραίο ισλάμ» (12.1.80) και πως η αντίσταση είναι διχασμένη ανάμεσα στους «φονταμενταλιστές» και τους «υπερασπιστές της παράδοσης» -με βασικό εκπρόσωπο των τελευταίων, έναν «απόγονο του Προφήτη» που ισχυρίζεται πως υπερασπίζεται «τα συμφέροντα του ελεύθερου κόσμου» (31.12.82)!

Τη μερίδα του λέοντος από την προβολή αυτή αποσπά ο Αχμέτ Σαχ Μασούντ, το «λιοντάρι του Πανσίρ» που δολοφονήθηκε προ ημερών. Απόφοιτος του γαλλικού λυκείου της Καμπούλ, ξέρει πώς να αποσπά το θαυμασμό των δυτικών ΜΜΕ. «Στρατηγός, διοικητής, δήμαρχος, δάσκαλος και προστάτης των ψυχών σε ένα και μόνο πρόσωπο» κατά το γερμανικό «Stern», «πιστεύει στη σιδερένια πειθαρχία: τους στρατιώτες που κάπνιζαν μυστικά χασίς ή έκλεβαν κάποιο όπλο από τα λάφυρά τους, τους χτυπούσε με τα ίδια του τα χέρια και μετά τους φυλάκιζε» (28.6.84).

* Διαδοχικές αναλύσεις θα τον εμφανίσουν σαν εκφραστή της «νέας αντίστασης», υπέρμαχο της ενότητας «υπεράνω κομματικών, φυλετικών, εθνοτικών και θρησκευτικών διχασμών» («L' Express» 23.12.83), «αντίπαλο των ακραίων ισλαμιστών» («Le Nouvel Observateur» 24.6.88) ακόμη και εκπρόσωπο ενός «ισλαμικού εκσυγχρονισμού» (Olivier Roy «L' Afghanistan. Islam et modernite politique», Παρίσι 1992)!

* Εκείνο που όλοι θα «ξεχάσουν» να αναφέρουν είναι πως ο εν λόγω πολέμαρχος, τον οποίο κατόπιν εορτής η «Liberation» θα παρομοιάσει με τον υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας, βγήκε στο κλαρί ήδη από το 1975 (τεσσεράμισι χρόνια πριν από τη σοβιετική επέμβαση και τρία πριν από την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία) για να πολεμήσει τους «άθεους» εκσυγχρονιστές εθνικιστές που είχαν ανατρέψει τη μοναρχία.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό το μανιχαϊκό μοντέλο καθορίστηκε από τις ίδιες τις συνθήκες παραγωγής της ειδησεογραφίας γύρω από το συγκεκριμένο αντάρτικο. Δυο μόλις βδομάδες μετά τη σοβιετική εισβολή, οι αρχές του Αφγανιστάν διέταξαν την απέλαση όλων των ξένων δημοσιογράφων από τη χώρα· με εξαίρεση λιγοστών «ημετέρων», οι τελευταίοι δεν θα επιστρέψουν στην Καμπούλ πριν από το 1986.

* Με δεδομένες την έκταση, τη γεωφυσική διαμόρφωση και τις πρωτόγονες συγκοινωνίες της χώρας, το επίκεντρο της διεθνούς «ενημέρωσης» μεταφέρθηκε έτσι στην παραμεθόρια πακιστανική πόλη Πεσαβάρ, όπου είχαν το στρατηγείο τους οι υποστηριζόμενες από τη CIA οργανώσεις των μουτζαχεντίν.

«Κατά το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου, οι περισσότεροι ρεπόρτερ βρήκαν ασφαλέστερη τη στήριξη σε "δυτικές διπλωματικές πηγές του Πακιστάν", δηλαδή αξιωματούχους του προξενείου των ΗΠΑ στο Πεσαβάρ ή της πρεσβείας τους στο Ισλαμαμπάντ», διαβάζουμε σε έναν απολογισμό με βάση τα διαθέσιμα αμερικανικά αρχεία (NSA «Afghanistan: the making of U.S. policy», 1991). Δημοσιογράφοι που τόλμησαν να κριτικάρουν τις συνέπειες αυτής της πρακτικής, όπως η Μαίρη Ουίλιαμς Ουόλς της «Wall Street Journal», αντιμετωπίσ τηκαν με εξοστρακισμό.

* Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, η χειραγώγηση της κοινής γνώμης οργανώθηκε με βάση ειδική προεδρική Οδηγία του Ρέιγκαν (αρ. 77 της 14.1.83) «Για τη διαχείριση της δημόσιας διπλωματίας σχετικά με ζητήματα εθνικής ασφαλείας». Μια συντονιστική Διυπηρεσιακή Ομάδα Εργασίας για το Αφγανιστάν συνεδρίαζε στην Ουάσιγκτον δύο φορές το μήνα, «συζητώντας για τους τρόπους με τους οποίους θα αυξηθεί η κάλυψη του πολέμου από τα ΜΜΕ και θα προκληθεί συμπάθεια και υποστήριξη προς τους μουτζαχεντίν». Για την επιτυχία του εγχειρήματος, αψευδής μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί η ομοιομορφία των επίμαχων δημοσιογραφικών «ανταποκρίσεων».


Οι θαυμαστές του τσαντόρ


Και ξαφνικά, την επομένη του τρομοκρατικού χτυπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου, η Δύση ανακάλυψε το δράμα των γυναικών του Αφγανιστάν.
Προηγήθηκε ο Μπους τζούνιορ, που έδωσε αυτοπροσώπως το σύνθημα στο Κογκρέσο, «αποκαλύπτοντας» στους συμπατριώτες του ότι οι «γυναίκες στο Αφγανιστάν δεν μπορούν να πάνε στο σχολείο», ενώ οι «άνδρες κινδυνεύουν με φυλάκιση σε περίπτωση που η γενειάδα τους δεν έχει το επιβαλλόμενο μήκος». Κηρύσσοντας τον πόλεμο στους Ταλιμπάν, η πλευρά του «πολιτισμού» έμελλε να χρησιμοποιήσει ως βασικό της επιχείρημα ότι οι Ταλιμπάν «έχουν κηρύξει τον πόλεμο στις γυναίκες».

Γέμισαν έτσι οι μικρές οθόνες όπου γης με γυναίκες-φαντάσματα, τυλιγμένες στην μπούρκα και δημοσιογράφους, που από τη μια στιγμή στην άλλη συνειδητοποίησαν ότι το καθεστώς των Ταλιμπάν είναι το πιο σεξιστικό του κόσμου. Αδιάφορο αν, χρόνια τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι των μίντια έθαβαν συστηματικά τις σχετικές ειδήσεις και έριχναν στον κάλαθο των αχρήστων τις πληροφορίες για τις -φεμινιστικές και ανθρωπιστικές- καμπάνιες, που κατά καιρούς επιχείρησαν να ευαισθητοποιήσουν το «δυτικό κόσμο» για την αδιανόητη πραγματικότητα των γυναικών του Αφγανιστάν.

Το γελοίο στην όλη υπόθεση είναι ότι οι δύσμοιρες Αφγανές χρησιμοποιήθηκαν κάποτε ως άλλοθι για έναν άλλον ιερό πόλεμο, αυτόν που οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους διεξήγαγαν εκείνο τον καιρό εναντίον των σοβιετικών κατακτητών του Αφγανιστάν. Μόνο που τότε, η αμερικανική προπαγάνδα είχε ανάγκη να στηριχθεί στην αντίστροφη επιχειρηματολογία.

Οπως υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80 οι εγκέφαλοι αυτής της προπαγάνδας, οι άθεοι Σοβιετικοί, στη λυσσώδη προσπάθειά τους να διαρρήξουν κάθε συνεκτικό ιστό της αφγανικής κοινωνίας, στράφηκαν κατά των ηθών και εθίμων της χώρας, επέβαλαν νέους τρόπους ζωής και υποχρέωσαν με τη βία τους κατοίκους της να απαρνηθούν τις ιερότερες παραδόσεις τους. Στον προπαγανδιστικό αυτό λόγο, οι γυναίκες -φορείς, υποτίθεται, της παράδοσης σε όλες τις «καθυστερημένες» χώρες- ήταν επόμενο να βρεθούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και να χρησιμεύσουν ως βασικό επιχείρημα των αντισοβιετικών αναλύσεων.

Ετσι, οι εικόνες των γυναικών με την μπούρκα έκαναν και τότε το γύρο του «πολιτισμένου» κόσμου. Με τη διαφορά ότι τη δεκαετία του '80, οι δυτικοί αποδείχθηκαν ένθερμοι οπαδοί της ακραίας αυτής εκδοχής του ισλαμικού τσαντόρ, που τους κάνει σήμερα να κραυγάζουν από αγανάκτηση. Φωτογραφίες με καλυμμένες γυναίκες δίπλα σε κομμουνιστικά συνθήματα έκαναν τον καιρό εκείνο την εμφάνισή τους στα δυτικά μέσα ενημέρωσης με λεζάντες που διατύπωναν ευθαρσώς την αντίρρησή τους σε κάθε απόπειρα «εκσυγχρονισμού» της γυναικείας ενδυμασίας στο Αφγανιστάν. Ιδιαίτερο σουξέ πρέπει να είχε μια φωτογραφία που δημοσιεύτηκε -μεταξύ άλλων- στο γερμανικό περιοδικό «Stern» (8/8/1985) και στο αμερικανικό «U.S. News & World Report» (23/9/1985): δύο «μεταλλαγμένες» αφγανές ασφαλίτισσες, με σκούρο ταγέρ και ψηλές μπότες, υποβάλλουν σε σωματικό έλεγχο για κρυμμένα όπλα δύο συμπατριώτισσές τους κρυμμένες πίσω από την μπούρκα τους. Η εικόνα αντιμετωπίστηκε ως σύμβολο του βιασμού ενός ολόκληρου λαού από τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.

Χαρακτηριστικά είναι από την άποψη αυτή τα προπαγανδιστικά φυλλάδια που κυκλοφόρησαν οι αμερικανικές υπηρεσίες στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '80, με θέμα τον πόλεμο του Αφγανιστάν: οι Σοβιετικοί εμφανίζονται να πιέζουν τον αφγανικό λαό να προδώσει την πίστη του στο Ισλάμ και, με αιχμή του δόρατος τη γυναικεία χειραφέτηση, να οδηγούν τους πιστούς ισλαμιστές στη βάναυση αλλοίωση της ταυτότητάς τους.

Στα κείμενα αυτά, το ίδιο Ισλάμ που στις μέρες μας δαιμονοποιείται με τη μεγαλύτερη ευκολία, παρουσιάζεται με τα πιο ειδυλλιακά χρώματα: «Οι φοιτητές υποχρεώνονται να καταγγείλουν το Ισλάμ και τον προηγούμενο τρόπο ζωής», διαβάζουμε ενδεικτικά στην μπροσούρα «Αφγανιστάν. Η πάλη για την ανάκτηση της ελευθερίας» (επίσημη έκδοση της United States Information Agency, Ιούνιος 1984). «Προκειμένου να καταβαραθρώσουν το ηθικό και τις ισλαμικές αξίες των εφήβων, οι τοπικοί πυρήνες του κόμματος έχουν οργανώσει λέσχες όπου νεαρά κορίτσια και αγόρια διδάσκονται ότι οι ισλαμικές αξίες στις ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι προοδευτικές».



ΔΙΑΒΑΣΤΕ

United States Information Agency «Afghanistan. The struggle in its fifth year»
(χ.τ.έ, Ιούνιος 1984). Προπαγανδιστικό φυλλάδιο της επίσημης κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ σχετικά με το ισλαμικό αντάρτικο κατά των Σοβιετικών. Περιλαμβάνεται εκτενής καταγγελία της «μαρξιστικής αναμόρφωσης» του πληθυσμού, με την οποία επιχειρείται «η επιβολή μιας ολοκληρωτικής κομμουνιστικής ιδεολογίας σε ένα ισλαμικό έθνος» και η «αντικατάσταση των αφγανικών κοινωνικών και ηθικών αξιών με μια σοβιετοποιημένη κοινωνική δομή».

National Security Archive «Afghanistan: the making of U.S. policy (1973-1990)» (http://192.195.245.32/afessayx.htm). Η σταδιακή εμπλοκή των ΗΠΑ στο ισλαμικό αντάρτικο του Αφγανιστάν, από την ανατροπή της μοναρχίας ώς την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα αμερικανικά αρχεία. Εισαγωγή στην έκδοση μιας εκτενέστατης συλλογής από έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (1991).

Πέτρος Κασιμάτης «Αφγανιστάν. Η μαρτυρία ενός ρεπόρτερ» (Αθήνα 1989, εκδ. Εστία). Δημοσιογραφικό οδοιπορικό στο Πεσαβάρ, επιδιδόμενο στον άκριτο εγκωμιασμό των ισλαμιστών ανταρτών. Προλογίζει ο σημερινός πρόεδρος της Ν.Δ., Κ. Καραμανλής.

Τζόναθαν Νιλ «Αφγανιστάν. Η τραγωδία ενός λαού» (Αθήνα 1982, εκδ. Ανδρομέδα). Συνοπτική, αλλά ισορροπημένη παρουσίαση του αφγανικού ζητήματος, από έναν κοινωνικό ανθρωπολόγο με εμπειρία στην περιοχή.

ΔΕΙΤΕ

"Τζέιμς Μποντ: «Με το δάχτυλο στη σκανδάλη» («The living daylights») του Τζον Γκλεν (1987). Οι καταπληκτικοί μουτζαχεντίν βοηθούν τον πράκτορα 007 να βγάλει από το «σιδηρούν παραπέτασμα» έναν «καλό» -και ως εκ τούτου αντισοβιετικό- ρώσο επιστήμονα.

(Ελευθεροτυπία, 30/9/2001)

http://www.iospress.gr/ios2001/ios20010930a.htm