Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Ο Τύπος πάει στον πόλεμο

ΤΟ ΣΙΡΙΑΛ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Το μπαϊράκι στην Ιμια έφερε τη σημαία στο Καρντάκ ή το αντίστροφο; Και στις δύο περιπτώσεις τα λάβαρα τα ανέμιζαν οι τηλεσκηνοθέτες από τις δύο πλευρές του Αιγαίου. Οσο για τους στρατηγούς, αυτοί έσπευσαν για να μη χάσουν το πλάνο.

Το βαθύ κανάλι του μίσους

Δεν υπάρχουν και πολλές αμφιβολίες ότι οι τσαμπουκάδες στα βράχια Ιμια λίγο έλειψε να μας οδηγήσουν, έστω και κατά λάθος, σε μια αλληλοσφαγή δίχως τέλος με τους γείτονες. Πιστές στα στερεότυπά τους, οι δύο πλευρές επινοούν όλο και πιο πολύπλοκα σενάρια για το πώς φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού. Στο εξής οι (αναβαθμισμένες πλέον) ελληνοτουρκικές διαφορές θα οδηγήσουν τις δυο χώρες σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών και μισαλλοδοξίας και γρήγορα κανείς δεν θα θυμάται ότι το σπίρτο στο Αιγαίο το άναψαν οι πολέμαρχοι των ΜΜΕ - χωρίς, όπως φαίνεται, ειδικές εντολές από την πολιτικοστρατιωτική εξουσία.

Μέχρι τώρα γνωρίζαμε την κεντρικά κατευθυνόμενη "εθνική" δημοσιογραφία. Οι προερχόμενες από τα κρίσιμα υπουργεία πληροφορίες και απόψεις, βοηθούντων και των μυστικών κονδυλίων, έβγαιναν στο φως κατά κανόνα σύμφωνα με τις απαιτήσεις της συντεταγμένης κρατικής ηγεσίας. Η κοινωνία δικαίως ζητούσε περισσότερη απόσταση των ΜΜΕ από την εξουσία, κριτική στάση και πάνω απ' όλα παρουσίαση όλων των παραμέτρων των "εθνικών θεμάτων". Για πολλούς λόγους τα πράγματα ακολούθησαν άλλη μοίρα. Η πρόσφατη κρίση των βραχονησίδων υπήρξε αποκαλυπτική: η κριτική πολλών ΜΜΕ έγινε τερατολογία, οι μύθοι παρουσιάστηκαν ως γεγονότα, ο χουλιγκανισμός αναδείχθηκε σε είδος δημοσιογραφικού σχολίου. Τα "εθνικά μας θέματα" ποδοπατήθηκαν από την κερδοσκοπική μανία ορισμένων εκδοτικών συγκροτημάτων και το φανατισμό των αγράμματων υπαλλήλων τους που ωστόσο κατάφεραν να σύρουν στο κατώφλι του ολέθρου κυβερνήσεις και στρατούς.

Τα περασμένα Χριστούγεννα το εμπορικό "Φιγκέτ Ακάτ" κάθισε πάνω σε έναν ύφαλο 3 μίλια από την Τουρκία. Ο καπετάνιος ζήτησε βοήθεια από τούρκικο ρυμουλκό, έγινε καυγαδάκι με τις ελληνικές αρχές διότι η προσάραξη έγινε επί ελληνικού εδάφους, και τελικά επείσθη να ρυμουλκηθεί από ελληνική εταιρεία -σε φτηνότερη μάλιστα τιμή- ως το Κιουλούκ. Στις 29.12 ο πρέσβης μας στην Αγκυρα πηγαίνει στο τουρκικό ΥΠΕΞ για τα καθιερωμένα διαβήματα (παραβιάσεις εναερίου χώρου και χωρικών υδάτων) και εκεί μαθαίνει ότι η Τουρκία θεωρεί κάποιο βράχο ονόματι Καρντάκ δικό της. Επρόκειτο για το βράχο πάνω στον οποίο είχε προσαράξει το γνωστό μας εμπορικό πλοίο. Μεταφέρει ο άνθρωπος στην Αθήνα τον τουρκικό ισχυρισμό και στις 10 Ιανουαρίου καλείται να επιδόσει στην Αγκυρα την ελληνική ρηματική διακοίνωση που ετοιμάστηκε από την κεντρική υπηρεσία, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει Καρντάκ αλλά η ελληνική Ιμια. Καμιά Χουριέτ και κανένα φτηνό τούρκικο κανάλι δεν ασχολήθηκε τότε με την "πρόκληση της Ελλάδας". Η διαφορά για τις βραχονησίδες παρέμενε στα διπλωματικά γραφεία, ως τη στιγμή που κάποιοι τη διοχέτευσαν (αν και απόρρητη) στο ελληνικό δελτίο περιορισμένης κυκλοφορίας "Εμπιστευτικό Γράμμα". "Βαριά πρόκληση από την Τουρκία υφίσταται η χώρα μας στο κρίσιμο διάστημα των κορυφαίων πολιτικών μεταβολών στην Αθήνα και την Αγκυρα", γράφει το έντυπο στις 20.1, προσθέτοντας ότι "η ξαφνική έγερση ενός τέτοιου σοβαρού θέματος φαίνεται πως δικαιώνει την προ μηνός off the record πρόβλεψη του κ. Γερ. Αρσένη για τουρκική προβοκάτσια στο Αιγαίο". Πάλι καμιά Χουριέτ δεν αξιοποιεί την "προβοκάτσια". Την ευθύνη της κλιμάκωσης της "προβοκάτσιας" αναλαμβάνει με αποκλειστικό κινδυνολογικό του ρεπορτάζ ο ελληνοπρεπέστατος ΑΝΤΕΝΝΑ στη ζώνη υψηλής θεαματικότητας (ειδήσεις των 8:30, 24.1). Την επομένη όπως ήταν αναμενόμενο "σκάνε" και τα πρωτοσέλιδα στον εθνικόφρονα τύπο της αντιπολίτευσης: "Νησί μας θέλουν οι Τούρκοι, που ποντάρουν στην αδυναμία της κυβέρνησης", κραυγάζει η Απογευματινή, "Απειλούν με απόβαση οι Τούρκοι. Ζητούν νησάκι και οργανώνουν προβοκάτσια στη Θράκη", προσθέτει ο Αδέσμευτος Τύπος. Από το μεσημέρι τα ερτζιανά ξεσαλώνουν, την ίδια ώρα ο δήμαρχος Καλύμνου Δ. Διακομιχάλης μαζί με τον αστυνόμο Γ. Ριόλα υψώνουν τη σημαία μας και φωτογραφίζονται περήφανοι. Αργότερα, θα μάθουμε από τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο (MEGA, 6.2) ότι ο δήμαρχος κινήθηκε ύστερα από προτροπή κάποιας εθνικής υπηρεσίας και όχι της κυβέρνησης! Στο μεταξύ τα βραδινά "παράθυρα" γεμίζουν από πάσης φύσεως τουρκοφάγους που ανασύρονται από τη σαλαμούρα για να κηρύξουν τον πόλεμο και να ξεσκεπάσουν την "ενδοτική" κυβέρνηση Σημίτη.
Το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων και οι ανταποκριτές των άλλων τούρκικων Μέσων στην Αθήνα μεταφέρουν για πρώτη φορά την είδηση και το εδώ κλίμα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, μόλις το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου. Αλλά, όπως μας βεβαιώνει ο Τάκης Μπερμπεράκης της Μιλιέτ "μέχρι να γίνει η απαράδεκτη ενέργεια των ανθρώπων της Χουριέτ με το ελικόπτερο το απόγευμα του Σαββάτου 27.1 -που ακολούθησαν παρόμοια αλλά ευτυχώς αποτυχημένη προσπάθεια της Μιλιέτ- κανένας δημοσιογράφος δεν ασχολήθηκε με τα βράχια. Ακόμα και κάτι μονόστηλα που στέλναμε από την Αθήνα, αναπαράγοντας το υλικό των ελληνικών Μέσων, δεν δημοσιεύτηκαν ή πέρασαν στα ψιλά στην Τουρκία". Σχεδόν ταυτόχρονα με τα λαϊκά ιδιωτικά κανάλια της Τουρκίας (STAR και ΚANAL D) όλα σχεδόν τα δικά μας μετέδιδαν την "ηρωική" αλλαγή της σημαίας στο βράχο. Η θεαματικότητα άγγιξε τα ύψη. Oσο περισσότερο μίσος για τον "εχθρό" πρόσφεραν, όσο πιό πολύ υπερέβαλαν, τόσο περισσότερο καθήλωναν την πελατεία τους. Το σοβαρό MEGA που πρώτο εξασφάλισε την αποκλειστικότητα της μετάδοσης της κατάπτυστης "εθνικής ενέργειας" της Χουριέτ, μιλούσε για "προσχεδιασμένη απόβαση τούρκων κομάντος" -και σύμφωνα με την AGB πέρασε πρώτο. Η αρχικά ψύχραιμη κυβερνητική γραμμή ήταν αδύνατο να τηρηθεί. Το εκλογικό σώμα ήδη είχε αρχίσει να ταπεινώνεται και η πολιτική ηγεσία δεν μπορούσε να υπολείπεται σε πατριωτισμό και τσαμπουκά από τα παντοδύναμα ΜΜΕ. Αντί να πάνε οι καλύμνιοι ψαράδες να υποστείλουν τη σημαία της Χουριέτ εστάλη πολεμικό πλοίο και αποβιβάστηκαν βατραχάνθρωποι. Ολοι στην Ελλάδα ένιωσαν υποχρεωμένοι να επαναλαμβάνουν τη θεωρία ότι έχει ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνεται τούρκικο σχέδιο κατάληψης των νησιών του Αιγαίου. Κανένας δεν έκανε τον κόπο να διαβάσει το βλακώδες ρεπορτάζ της ίδιας της Χουριέτ (28.1) για να καταλάβει ότι η εφημερίδα διαφήμιζε απλώς τον πατριωτικό εαυτό της -όπως και την εταιρεία SANTAY που της παραχώρησε ευγενώς το ελικόπτερο τύπου Bell Ranger και τον πιλότο της Κεμάλ Σουλέρ! Τα δήθεν σοβαρά της επιχειρήματα ήταν όσα γράφτηκαν πως είπε ο καλυμνιώτης σημαιοφόρος δήμαρχος στον δικό μας Τύπο (όλα τα βράχια απέναντι από τα τούρκικα παράλια είναι ελληνικά!), και η πρωτοβουλία του κ. Κοτσακά να αναπτύξει τις ιχθυοκαλλιέργειες και την κτηνοτροφία σε ακατοίκητες νησίδες.
Στην πραγματικότητα, ακόμα και μετά το νέο χτύπημα των ελληνικών καναλιών της 29.1 με τα "δραματικά" ρεπορτάζ από την Ιμια (πάνοπλα πολεμικά πλοία, βατραχάνθρωποι, παπάδες, παιδάκια άδοντα τον εθνικό μας ύμνο) που πρόβαλαν μετά χαράς (και πληρώνοντας κάπου 1.500 $) και τα "εθνικώς αδιάλλακτα" τουρκικά ΜΜΕ, η επίσημη Τουρκία δεν ανεβάζει τους τόνους. Στην φιλοπόλεμη Χουριέτ (30.1) η Τσιλέρ καταγγέλλεται ότι "υποβαθμίζει την εθνική υπόθεση και ασχολείται με το κυβερνητικό μαγείρεμα"!. Και ο Ντεμιρέλ τα μασάει, αφού δηλώνει ότι "υπάρχει ένταση αλλά θα λυθεί ειρηνικά". Την ίδια ώρα που αρχίζουν οι βόλτες των μαχητικών αεροσκαφών και τα τσαλίμια των πολεμικών σκαφών, στην Τουρκία πολλοί καταγγέλλουν την εθνικιστική υστερία των "δικών τους" ΜΜΕ και τους επικίνδυνους ακροβατισμούς των "δικών τους" πολιτικών. Εδώ, στο λίκνο του πολιτισμού, ανενόχλητοι από κανόνες δεοντολογίας και επαγγελματικού ήθους συναγωνιζόμαστε ποιός θα κινδυνολογήσει περισσότερο, επικαλούμενος ως πηγές ό,τι του κατεβάσει η κούτρα του, ποιός θα δείξει τα πιό θεαματικά πλάνα πολέμου, έστω κι αν είναι από το αρχείο, και ποιός θα υποχρεώσει πρώτος την κυβέρνηση να πάρει πίσω τη Σμύρνη. Επρεπε να κατακάτσει ο κουρνιαχτός για να ξεκινήσει και εδώ ο θλιβερός απολογισμός των δικών μας πεπραγμένων. Αν και στην ατμόσφαιρα "ταπείνωσης" (την άλλη όψη του τουρκοφαγισμού) που έχει επιβληθεί, τα πράγματα δεν είναι και τόσο αισιόδοξα για υπεράσπιση της αλήθειας και της ειρήνης.


Κραυγές πολέμου, ψίθυροι ενημέρωσης

Στις 12 Απριλίου του 1990 πενταμελής αντιπροσωπεία της αμερικανικής γερουσίας με επικεφαλής τον Ρόμπερτ Ντολ επισκέφθηκε τον Σαντάμ Χουσεϊν. Ο ιρακινός πρόεδρος διαμαρτυρήθηκε για τη στάση των δυτικών μέσων ενημέρωσης: "Γνωρίζουμε ότι έχει εξαπολυθεί μια τεράστια εκστρατεία εναντίον μας στις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες." Ο γερουσιαστής Ντολ έσπευσε να τον καθησυχάσει:"Η εκστρατεία αυτή δεν προέρχεται από τον πρόεδρο Μπους. Μόλις χθες μας είπε ότι δεν συμφωνεί καθόλου μ' αυτή την εκστρατεία". Δεν ξέρουμε αν πείστηκε ο Σαντάμ μ' αυτές τις διαβεβαιώσεις που αποδείχθηκαν τόσο ψεύτικες 7 μήνες αργότερα. Το σίγουρο είναι ότι ήδη από το 1988 είχε ξεκινήσει η προετοιμασία της διεθνούς κοινής γνώμης για τον Πόλεμο του Κόλπου. Οπως σημειώνει στο αποκαλυπτικό "Mediamensonges" ο βέλγος δημοσιογράφος Gerard de Selys "πολλές φορές στην ιστορία μέχρι σήμερα ο τύπος ξεπέρασε το ρόλο που υποτίθεται ότι του αναλογεί, δηλαδή να πληροφορεί κατά 'αντικειμενικό' τρόπο. Ομως κατά την κρίση του Κόλπου, για πρώτη φορά ο Τύπος προηγείται των πολιτικών ανδρών και προβάλλει πολεμικές κραυγές 'πριν' από τους πολιτικούς".
Ηδη από τις 5 Σεπτεμβρίου 1990 η 'Φωνή της Αμερικής' μετέδιδε 24ωρο πρόγραμμα στα αγγλικά και τα αραβικά που κάλυπτε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Στόχος δεν ήταν μόνο η ενθάρρυνση των συμμαχικών στρατευμάτων που είχαν ήδη λάβει θέση μάχης στην περιοχή, αλλά κυρίως η προετοιμασία του αραβικού πληθυσμού για τη σχεδιαζόμενη επίθεση. Αλλά και στα μετόπισθεν τα media είχαν αναλάβει ενεργό ρόλο. Στις ΗΠΑ και την Αγγλία τα λαϊκά φύλλα είχαν από καιρό φροντίσει να ταυτίσουν το Ιράκ -τον παλιό αυτό σύμμαχό τους- με την αυτοκρατορία του κακού, και τον Σαντάμ -τον άνθρωπο που ανέδειξαν- με τον Χίτλερ. Η επιχείρηση αυτή δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη πολεμική προπαγανδιστική εκστρατεία του παρελθόντος για τον πρόσθετο λόγο ότι παρασύρει στους στόχους της και τον λεγόμενο σοβαρό διεθνή Τύπο. Ενα παράδειγμα: Η γαλλική Liberation εξέδωσε τον Σεπτέμβρη του 1990 ειδικό αφιέρωμα με τίτλο "Ο πόλεμος του Κόλπου". Την εποχή εκείνη δεν είχε ξεσπάσει ως γνωστόν ακόμα ο πόλεμος. Είναι βέβαιο ότι το δημοσίευμα αυτό, όπως και αμέτρητα παρόμοια σ' όλες τις δυτικές πρωτεύουσες συνέβαλαν τελικά στην πραγματοποίηση της απειλής.
Αλλά και η ματοβαμμένη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν θα ήταν δυνατή σε αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα αν δεν είχαν αναλάβει τόσο ενεργό ρόλο τα media της χώρας. Οι επιτροπές που απέστειλε η ΔΑΣΕ στις 6 Δημοκρατίες στα τέλη του 1991 ανέδειξαν τον πρωταρχικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης στην ανάπτυξη του μίσους μεταξύ των "συμπατριωτών". Τη διαπίστωση αυτή συμμερίζεται και ο πρώην πρωθυπουργός της Πολωνίας Ταντέους Μαζοβιέτσκι που συνέταξε σχετική έκθεση προς την Επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Το ίδιο συνομολογούν και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο ΜΜΕ, η Ενωση των Δημοσιογράψων χωρίς σύνορα και η Ουνέσκο. "Η καταστροφή των δεσμών που συνδέανε αρμονικά τις κοινότητες θα ήταν αδύνατη χωρίς την εκστρατεία μίσους που εξαπέλυσαν τα μέσα ενημέρωσης καθοδηγούμενα από τα κόμματα που βρίσκονταν στην εξουσία" (Le Monde Diplomatique, Ιούλιος 1993).
Η προετοιμασία της κοινής γνώμης στη Σερβία ξεκινά ήδη από το 1986. Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ενορχηστρώνει μια μακρόπνοη καμπάνια μέσω του Τύπου του Βελιγραδίου με πρώτο στόχο τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου. Ακολουθούν οι "αποσχιστές" της Σλοβενίας, οι "φασίστες" Κροάτες και οι "φονταμενταλιστές" μουσουλμάνοι Βόσνιοι. Με την επικράτησή του στο κόμμα ο Μιλόσεβιτς επιδίωξε αμέσως να ελέγξει τις τηλεοράσεις των ομόσπονδων δημοκρατιών, οι οποίες μέχρι τότε διέθεταν σημαντική αυτονομία. Πρώτη κίνηση του σέρβου ηγέτη, να ενισχύσει τον κεντρικό μηχανισμό ελέγχου των τοπικών τηλεοράσεων και να τον καθαρίσει από τους μη σέρβους. Από τότε οι ανταλλαγές προγραμμάτων μεταξύ των δημοκρατιών αρχίζουν να σπανίζουν. Η κάθε τηλεόραση οχυρώνεται στο δικό της "εθνικό" ακροατήριο.
"Το 1991 δεν υπήρχε πλέον ντεφάκτο γιουγκοσλαβική τηλεόραση. Η Yutel, η τελευταία ελπίδα μιας 'ομοσπονδιακής' τηλεόρασης που επιδίωξε ο γιουγκοσλάβος πρωθυπουργός Αντε Μάρκοβιτς, δεν επρόκειτο κι αυτή να διαρκέσει για πολύ. Η δημοσιογράφος του Βελιγραδίου Μιριάνα Γκάι που ειδικεύεται στα ΜΜΕ θυμάται. Γι' αυτήν το πρώτο σημάδι αλλαγής πήρε τη μορφή μιας διαμάχης μεταξύ Βελιγραδίου και Ζάγκρεμπ, εξαιτίας μιας ταινίας που στάλθηκε στο Ζάγκρεμπ από την τηλεόραση του Βελιγραδίου με υποτίτλους σε κυριλλικό αλφάβητο και όχι σε λατινικό, όπως γινόταν μέχρι τότε." (Catherine Humblot, "Πρώην Γιουγκοσλαβία: ΜΜΕ δράστες πολέμου. Η χειραγώγηση της μνήμης", Le Monde 22.7. 93).
Τα προγράμματα των σταθμών κάθε Δημοκρατίας αρχίζουν να περιλαμβάνουν σχόλια αρνητικά εις βάρος των άλλων Δημοκρατιών. Οι "φτωχές" και οι "πλούσιες" Δημοκρατίες καταγγέλλονται αμοιβαία για εκμετάλλευση. Το 1990 η τηλεόραση του Βελιγραδίου κατηγορεί τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου ότι δηλητηριάζουν τα πηγάδια και σφάζουν τα παιδιά. Μεταδίδονται σκηνές από τη γενοκτονία των Σέρβων κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. "Οι εικόνες των Σέρβων που έσφαξαν οι Κροάτες τη δεκαετία του 40, έρχεται να συνδεθεί κατά παράδοξο τρόπο με τις εικόνες των Σέρβων της Κράινα που εξεγείρονται κατά του νέου καθεστώτος που προβλέπεται από τον πρόεδρο Τούτζμαν στην ανεξάρτητη Κροατία. Ενα καθεστώς μειονότητας το οποίο θα ξυπνήσει τους φόβους των παλιών πογκρόμ. Οι φόβοι ενισχύονται από τη σποραδική παρουσία των παλιών συμβόλων των ουστάσι" (στο ίδιο).
Και ο κροατικός Τύπος δεν έμεινε φυσικά πίσω. Μετά από τις εκλογές της 30ής Μαΐου 1990 εξαπολύει κι αυτός τη δική του πολεμική προπαγάνδα. Κατηγορεί σύσσωμους τους Σέρβους ως "τσέτνικς" και οπαδούς της "Μεγάλης Σερβίας". Ολα τα ΜΜΕ υπάγονται στον έλεγχο του κυβερνώντος κόμματος, κάτι που δεν έγινε στη Σερβία, όπου παρέμειναν κάποιες ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης. "Μπορεί τα κροατικά μέσα ενημέρωσης να μην ειδικεύτηκαν στο μεγάλο ψέμα, ωστόσο έδειξαν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στη συγκάλυψη της πληροφορίας, τη μισή αλήθεια και τη σιωπή. Ούτε ο σερβικός ούτε ο κροατικός Τύπος δεν κοιτούν κατάματα αυτό που γίνεται σήμερα στη Βοσνία." Οσο για την ίδια τη Βοσνία, η τηλεόραση του Σαράγεβο, η οποία στελεχωνόταν από μια πολυεθνική συντακτική ομάδα, κατόρθωσε να αντιδράσει στις εθνικιστικές πιέσεις και να κρατήσει μια μετριοπαθή και αντιπολεμική γραμμή. Αυτός ήταν ο λόγος που το κτίριο της τηλεόρασης υπήρξε ο πρώτος στόχος των πολιορκητών του Σαράγεβο.



Ο Τύπος των Εξι Ημερών

Τις είκοσι οκτώ θερμές ημέρες που προηγήθηκαν του πολέμου των Εξι Ημερών, το διάστημα δηλαδή από τις 8 Μαΐου έως το πρωί της 5ης Ιουνίου 1967 που τα ισραηλινά αεροπλάνα αχρήστευαν μέσα σε λίγες ώρες την αιγυπτιακή αεροπορία, το σκηνικό υπήρξε θολό: πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό των εμπλεκόμενων κρατών, ανακατατάξεις στο αραβικό στρατόπεδο, έντονη διπλωματική κινητικότητα στο ανώτερο δυνατό επίπεδο. Στο κλίμα αυτό, όπου μόνο μια σπίθα αρκούσε για να τινάξει τα πάντα στον αέρα, τα γεράκια της κάθε πλευράς επρόκειτο να βρουν τον αποτελεσματικότερο σύμμαχο. Τόσο ο αραβικός όσο και ο ισραηλινός Τύπος θα αναλάμβαναν την ουσιαστική ευθύνη της κήρυξης του πολέμου, κεντρίζοντας τα πιο φιλοπόλεμα ανακλαστικά και αποκλείοντας κάθε μετριοπαθή γνώμη.
Μετά την απόφαση του Νάσερ να κλείσει τα στενά του Τιράν, κίνηση που ακύρωνε τα οφέλη του Ισραήλ από την επιχείρηση του Σουέζ, οι εφημερίδες στην Αίγυπτο άρχισαν να καλλιεργούν τη βεβαιότητα ότι είχε φτάσει πια η ώρα για το τελικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών. "Στον εχθρό υπόσχονταν χίλιους θανάτους", γράφει σχετικά ο Maxime Rodinson, "με τις πιο λεπτές αποχρώσεις στην περιγραφή της επικείμενης εκμηδένισής του και των φρικτών βασανιστηρίων από τα οποία θα τον περνούσαν. Οι γελοιογράφοι οργίασαν κυριολεκτικά. Θα έπρεπε να γυρίσει κανείς στον πόλεμο του '14-'18 για να βρει κάτι παρόμοιο με αυτές τις εκδικητικές εικόνες, στις οποίες ο εχθρός απεικονίζεται με απαίσια όψη και ο επερχόμενος θάνατός του προδιαγράφεται φρικτός". ("Το Ισραήλ και οι Αραβες", εκδ. Αύριο, σ. 266). Και ενώ στο εσωτερικό της Αιγύπτου κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ακραία αυτή εθνικιστική έξαρση, οι ίδιες αυτές εικόνες αποτελούσαν στο Ισραήλ μόνιμο άλλοθι πολιτικών και στρατιωτικών που υποστήριζαν τη λύση της βίας. Αλλά και ο Τύπος του Ισραήλ εκείνων των ημερών δεν επρόκειτο να επιδείξει μεγαλύτερη σύνεση: παρουσίαζε το Ισραήλ να χάνεται από το χάρτη, αν δεν κατέφευγε πρώτο στα όπλα, ενώ παράλληλα φρόντιζε να εμφανίζει επιλεκτικά τα πιο "σκληρά" αποσπάσματα από τις δηλώσεις των αράβων ηγετών. Στο κλίμα αυτό, όπου οι αποχρώσεις δεν είχαν πια θέση, ακόμη και οι αιρετικοί εκείνοι Ισραηλινοί που αντιμετώπιζαν με κατανόηση κάποια αραβικά αιτήματα υποχρεώνονταν να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο του πολέμου.


Ο ισπανοαμερικανικός πόλεμος του 1898 θεωρείται ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία για τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισαν τα ΜΜΕ στην προετοιμασία και κήρυξή του. Πρόκειται για τον πρώτο πόλεμο που επιβλήθηκε χάρη στη συστηματική καλλιέργεια της κοινής γνώμης από τα δημοσιογραφικά επιτελεία, με πρωτοπόρο το γνωστό μεγιστάνα των ΗΠΑ, Ουίλιαμ Ράντολφ Χίρστ.




Πόλεμος επί παραγγελία

Η ανάπτυξη του πολεμικού ρεπορτάζ στην Ευρώπη και την Αφρική είχε αφήσει την Αμερική κάπως πίσω, οπότε το ξέσπασμα του ισπανοαμερικανικού πολέμου το 1898 αρπάχτηκε από τις εφημερίδες των ΗΠΑ - ιδιαίτερα από τον λεγόμενο "κίτρινο Τύπο" - σα μια ευκαιρία να μη χάσουν το τραίνο. Αμερικανοί ανταποκριτές, όπως ο φαντασμαγορικός Ρίτσαρντ Χάρντ Ντέϊβις, κάλυπταν τον αγώνα των κουβανών εξεγερμένων για ανεξαρτησία από την Ισπανία ήδη επί δυό τουλάχιστον χρόνια. Ο Ντέϊβις και ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας του, Γουίλιαμ Ράντολφ Χίρστ, πίστευαν ότι οι ΗΠΑ θάπρεπε να επέμβουν για να βοηθήσουν τους αντάρτες κι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διεγείρουν την κοινή γνώμη (...) Η εφημερίδα του Χίρστ, η New York Journal, βρισκόταν εν μέσω μιας μάχης με την World του Τζόζεφ Πούλιτσερ, και ο πόλεμος ήταν πρώτης τάξης υλικό για την επίτευξη μιας υψηλής κυκλοφορίας. Εάν φυσικά η Αμερική μπορούσε ν' αναμιχθεί στον πόλεμο, τότε η κυκλοφοριακή προοπτική γινόταν ακόμα καλύτερη. Ο Χίρστ έβαλε τα δυνατά του για να το προκαλέσει. Εστειλε έναν καλλιτέχνη, τον Φρέντερικ Ρέμινγκτον, να αποδώσει οπτικά ό,τι ο Ντέιβιντ κατέγραφε με λέξεις. Ο Ρέμινγκτον δεν ήταν ξετρελαμένος με την αποστολή και φτάνοντας στην Κούβα βρήκε τα πράγματα ήρεμα. Κυκλοφορεί μια ιστορία γύρω από την ανταλλαγή τηλεγραφημάτων που ακολούθησε η οποία, ακόμα κι αν είναι υποβολιμαία, απεικονίζει ωστόσο την αποφασιστικότητα του Χίρστ να οδηγήσει την Αμερική σε πόλεμο. Ο Ρέμινγκτον τηλεγράφησε στον Χίρστ: "ΟΛΑ ΗΡΕΜΑ. ΕΔΩ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΦΑΣΑΡΙΕΣ. ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟΣ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ". Ο Χίρστ απάντησε: "ΜΕΙΝΕ ΕΚΕΙ. ΕΣΥ ΘΑ ΠΑΡΑΣΧΕΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. ΕΓΩ ΘΑ ΠΑΡΑΣΧΩ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ".
Οταν το αμερικανικό θωρηκτό "Μέιν" ανατινάχτηκε στον κόλπο της Αβάνα, οι Ισπανοί επέμειναν ότι ήταν ατύχημα και πρότειναν να συσταθεί ερευνητική επιτροπή. Ο Χίρστ, χωρίς την παραμικρή απόδειξη, το απέδωσε σε κάποιο "εχθρικό μυστικό σατανικό μηχάνημα" και, μέσα στο κύμα πατριωτικού πάθους που σάρωσε τις ΗΠΑ ( "θυμηθείτε το 'Μέιν'!"), αποδείχθηκε τελικά ικανός να παράσχει στους ανταποκριτές του έναν πόλεμο.

ΦΙΛΙΠ ΝΑΙΤΛΙ
("The first casualty")



Αυτοκριτική κατόπιν εορτής

Κανείς δε μπόρεσε ποτέ να εντοπίσει την αιτία της έκρηξης που βύθισε το "Μέϊν", με αποτέλεσμα την απώλεια 266 αμερικανικών ζωών. Ομως ορισμένες αμερικανικές εφημερίδες τόκαναν να φαίνεται σα να ήταν οι Ισπανοί άμεσα υπεύθυνοι για το ναυάγιο. Η Journal πρόσφερε αμοιβή 50.000 $ για πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη σύλληψη και την καταδίκη των εγκληματιών. Τρεις μέρες αργότερα, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας διάβαζε κανείς πως "Ολη η χώρα τρέμει από πολεμικό πυρετό". Τεράστιοι τίτλοι κι εντυπωσιακές εικονογραφήσεις έγιναν κάτι το συνηθισμένο στις εφημερίδες των μεγαλουπόλεων (...). Σταδιακά, το ρεύμα στράφηκε υπέρ της κήρυξης του πολέμου. Η World αρχικά συνιστούσε επιφυλακτικότητα στο χειρισμό της υπόθεσης του "Μέϊν" αλλά στις 10 Απριλίου ο Πούλιτζερ δημοσίευσε ενυπόγραφο κύριο άρθρο ζητώντας έναν "σύντομο και αποφασιστικό" πόλεμο. Η πλειοψηφία του έθνους συμφωνούσε μ' αυτό το συναίσθημα και στις 18 Απριλίου το Κογκρέσο ψήφισε υπέρ του πολέμου (...)
Αργότερα, ο Πούλιτζερ μετάνιωσε για το ρόλο που διαδραμάτισε η World στην προετοιμασία της κοινής γνώμης για την ανθρωποσφαγή. Το 1907, όταν ο Θεόδωρος Ρούσβελτ παρέταξε τον αμερικανικό στόλο στον Ειρηνικό για να εντυπωσιάσει την Ιαπωνία, ο Πούλιτζερ ζήτησε από τους διευθυντές του "να δείξουν ότι η Ισπανία είχε παραχωρήσει στην Κούβα ό,τι της είχαμε ζητήσει" και "να δώσουν κι άλλες λεπτομέρειες για το ρόλο που έπαιξε ο σωβινισμός στην πρόκληση του πολέμου της Κούβας, ενώ η Ισπανία είχε ουσιαστικά ήδη παραχωρήσει τα πάντα".

ΕΝΤΓΟΥΙΝ & ΜΑΙΚΛ ΕΜΕΡΙ
("The Press in America")



Α - Ω


Αν στα καθ'ημάς το ΝΑΤΟ-ΣΙΑ-Προδοσία αποτελεί καταχτημένη εμπειρία των ατυχιών του παρελθόντος, οι γείτονές μας δε στερούνται κι αυτοί αντάλογων αντιϊμπεριαλιστικών αναλύσεων: "Το χαϊδεμένο παιδί της Δύσης, η Ελλάδα προκαλεί και σπρώχνει τα πράγματα στο τελικό ξεκαθάρισμα στο Αιγαίο" διαβάζουμε σε άρθρο του Σεμπαχαντίν Ενκιμπάρ στην Τurkiye (31/1/96).

Για την έλλειψη κατανόησης των "συμμάχων" μας δε διαμαρτυρόμαστε μόνο εμείς. Κάτω από τον τίτλο "Μπούρδες του ΝΑΤΟ", η Hurriyet αποκαλύπτει (4/2/96) ότι "το δελτίο του ΝΑΤΟ υποστηρίζει πως το Καρντάκ είναι ελληνικό!"

Δείγμα των ρεπορτάζ που οδήγησαν στη γιουγκοσλαβική τραγωδία: μετά την αναίμακτη σύλληψη ένοπλων Σέρβων αυτονομιστών στο κροατικό χωριό Πάκρατς το Φεβρουάριο του 1991, "ο τύπος του Βελιγραδίου εξεράγη υποστηρίζοντας ότι 11 Σέρβοι, ανάμεσά τους κι ένας ορθόδοξος ιερέας, είχαν σκοτωθεί. Σε ειδική έκδοσή της, η μαζικής κυκλοφορίας Vecernje Novosti υποστήριζε στην πρώτη σελίδα ότι ο παπάς είχε σκοτωθεί· στη δεύτερη έλεγε ότι είχε τραυματιστεί και στην τρίτη παρέθετε δήλωσή του" ("Τhe death of Yugoslavia",σ.147).

Ενοχλημένος προφανώς από τον ανορθόδοξο τρόπο αυτό-διαφήμισης της εφημερίδας του, ο σχολιαστής της Hurriyet Μπεκίρ Τζοσκούν δε διστάζει να καταγγείλει (31/1): "Αντιαεροπορικά ήταν οι κάμερες και στρατηγοί οι τηλεσκηνοθέτες. Αν δεν υπήρχαν και τα κατσίκια, θα μπορούσαμε να μιλάμε για αμιγή πόλεμο των ΜΜΕ".

Κακώς μας έκανε εντύπωση η επιλογή του κ. Χόλμπρουκ να δώσει εξηγήσεις προς την ελληνική κυβέρνηση μέσω του ΜΕGΑ. Η παγκόσμια διπλωματία πλέον διεξάγεται μέσω ΜΜΕ. Ο Μπους απευθύνεται στον Νοριέγκα μέσω του CNN και το ίδιο δίκτυο διαλέγουν οι Σοβιετικοί το 1991 για να απαντήσουν στις ΗΠΑ για τους πυραύλους. Φταίει μετά ο Πάγκαλος που προτίμησε το κανάλι από το υπουργείο του το βράδυ της κρίσης;

Μισό εκατομμύριο νεκροί είναι ο απολογισμός της γενοκτονίας που διαπράχθηκε μεταξύ Απριλίου κι Ιουλίου 1994 από το καθεστώς της Ρουάντα εις βάρος της μειονότητας των Τούτσι. Συντονιστής της ανθρωποσφαγής ήταν ο μοναδικός ιδιωτικός ραδιοσταθμός της χώρας, η "Ελεύθερη Ραδιοτηλεόραση των Χιλίων Λόφων", γνωστότερη πλέον διεθνώς σαν "Ράδιο Χατζάρα".

Οι "χιουμοριστικές" στήλες των γιουγκοσλαβικών ΜΜΕ συνέβαλαν όσο τίποτα άλλο στην καλλιέργεια του εκατέρωθεν εθνικού μίσους. Το Μάρτιο του 1989, αρθρογράφος του κροατικού Danas χαριεντιζόμενη έγραφε ότι η πολιτική Μιλόσεβιτς οφείλεται "προφανώς" στη σεξουαλική του ανικανότητα, η σλοβενική Mladina δημοσίευε "γελοιογραφία" με τη Γιουγκοσλαβία κομμένη στα δυο το δε σερβικό Student ρατσιστικά σκίτσα και ποιηματάκια για τους "κοντοπίθαρους" και "καθυστερημένους" Αλβανούς.

Στις 8/6/1969 η εθνική ποδοσφαιρική ομάδα του Σαλβαδόρ νίκησε την Ονδούρα 1-0. Την επομένη, η εφημερίδα El Nacional ανακήρυξε ως εθνική ηρωίδα τη 18χρονη Αμέλια Μπολάνος που αυτοκτόνησε "γιατί δε μπορούσε να αντέξει να βλέπει τη χώρα της γονατισμένη". Η συλλογική υστερία που ακολούθησε, υπό τις ιαχές των έντυπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ, κατέληξε στον "πόλεμο του ποδοσφαίρου" ανάμεσα στις δυο χώρες - με 3.000 νεκρούς...

Την επαύριο της εισόδου της Βρετανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η δημοσίευση πλαστών "ειδήσεων" για τις γερμανικές φρικαλεότητες θεωρήθηκε αναγκαία προκειμένου να διασκεδαστούν οι αντιπολεμικές διαθέσεις της κοινής γνώμης. Τυπικό δείγμα, η προσπάθεια των Financial News να πείσουν το κοινό τους ότι ο ίδιος ο Κάιζερ είχε διατάξει το βασανισμό τρίχρονων παιδιών, καθορίζοντας προσωπικά και το είδος των βασανιστηρίων...


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Francoise Donnay "Radio-igerence internationale" (Les Dossiers du GRIP, Βρυξέλλες 1993). Η εμπλοκή των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης στην πολεμική προπαγάνδα. Ανάλυση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Ερευνας και Πληροφόρησης για την Ειρήνη και την Ασφάλεια εστιασμένη κυρίως στα ηλεκτρονικά μέσα.

Gerard de Selys (dir.) "Mediamensonges" (εκδ. EPO, Βρυξέλλες 1990). Ο φάκελος των μεγάλων σύγχρονων θεμάτων που τροφοδοτούν μέσω των ΜΜΕ την πολεμική ατμόσφαιρα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Είναι το βιβλίο που είχε συστήσει ως "εξαίρετο" ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Χρήστος Σαρτζετάκης προβλέποντας ταυτόχρονα ότι "η επόμενη επανάσταση θα γίνει κατά των Μέσων Επικοινωνίας".

Marc Ferro "L' information en uniforme" (Ramsay, Παρίσι 1991). Η προπαγάνδα, η παραπληροφόρηση, η λογοκρισία και η χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης, όπως προκύπτουν μετά την εμπειρία του Πολέμου στον Κόλπο.

Phillip Knightley "The first casualty. From the Crimea to Vietnam: the War corespondent as hero, propagandist and myth-maker" (Λονδίνο 1975, εκδ. Quartet Books). Εξαιρετικά εμπεριστατωμένη παρουσίαση της προπαγανδιστικής συμβολής των ΜΜΕ στο ξέσπασμα και την εξέλιξη των σύγχρονων πολεμικών αναμετρήσεων.

Reporters Sans Frontieres "Les medias de la haine" (Παρίσι 1995, εκδ.La Decouverte). Η συμβολή των ΜΜΕ στην ανάπτυξη του εθνικού μίσους στις μέρες μας, με συγκεκριμένες αναλύσεις των περιπτώσεων της Ρουάντα, του Μπουρούντι, του Νίγηρα, του Ισραήλ, της πρώην Γιουγκοσλαβίας, του Καυκάσου, κόκ.

Michel Collon "Attention medias" (εκδ. EPO, Βρυξέλλες 1992). Κριτική των δυτικών ΜΜΕ για τη στάση τους στον Πόλεμο του Κόλπου με σημαντικό αποδεικτικό υλικό.


ΔΕΙΤΕ

Το ποντίκι που βρυχάται (The mouse that roared) του Τζακ Αρνολντ (1959). Απολαυστική σάτιρα των διεθνών σχέσεων στην εποχή της ψυχροπολεμικής ισορροπίας του τρόμου. Η αλληλοτροφοδότηση του διακρατικού ανταγωνισμού από τα πολεμοχαρή ανακοινωθέντα των ΜΜΕ έχει, φυσικά, την τιμητική της.

Επικίνδυνα χρόνια (The year of living dangerously) του Πίτερ Γουέϊρ (1982). Κυνηγώντας τη μεγάλη επιτυχία, ένας φιλόδοξος νεαρός ανταποκριτής αναμεταδίδει υπηρεσιακό τηλεγράφημα για τον επικείμενο εξοπλισμό των ινδονήσιων κομμουνιστών - με αποτέλεσμα να επιταχυνθεί η πορεία προς την αιματηρή εκκαθάριση λογαριασμών...

(Ελευθεροτυπία, 18/2/1996)


Η φανέλα μας είναι η ψυχή μας

ΜΠΑΛΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Η γιορτή του μίσους των λαών


Τα μάτια των τηλεθεατών στρέφονται με αδημονία στο πιο ενδιαφέρον ματς του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Εδώ και μήνες τα μέσα ενημέρωσης όλου του κόσμου περιγράφουν τον "αγώνα της δεκαετίας". Μόνο που οι δυο ομάδες που θα έρθουν αντιμέτωπες το βράδυ της 21ης Ιουνίου δεν φημίζονται καθόλου για τις ποδοσφαιρικές τους αρετές. Δεν διεκδικούν το Κύπελλο, δεν αξίζουν καν τον τίτλο του αουτσάιντερ. Το ενδιαφέρον εντοπίζεται στις σχέσεις των κρατών που θα συναντηθούν στο γήπεδο εκείνο το βράδυ: πρόκειται για τις ΗΠΑ και το Ιράν.
Εχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια, από τότε που ο Αγιατολάχ Χομεϊνί έβγαζε απαγορευτικούς φετφάδες για όλα τα σπορ. Ακόμα και το 1993 φαντάζει μακριά. Τότε που τους αγώνες της εθνικής ομάδας του Ιράν συνόδευαν πλακάτ με συνθήματα κατά των εχθρών της πατρίδας: "Κάτω οι ΗΠΑ" και "Το Ισραήλ πρέπει να καταστραφεί." Το φανατισμό εκείνης της εποχής έχει διαδεχθεί μια "διπλωματικότερη" στάση. Μέχρι και πρόσκληση απηύθυναν πριν από δυο μήνες οι ΗΠΑ για φιλικές συναντήσεις των δυο ομάδων σε αμερικανικό έδαφος. Εξίσου "διπλωματική" και η άρνηση του Ιράν λόγω "ανειλημμένων υποχρεώσεων".
Αυτό που μοιάζει εκ πρώτης όψεως αστείο, η επένδυση ενός "παιχνιδιού", με διαστάσεις μιας πραγματικής "εθνικής αναμέτρησης", έχει καταντήσει κοινός τόπος για τους ασχολούμενους με τα αθλητικά. Ισως, μάλιστα, η επιτυχία του ποδοσφαίρου στον 20ό αιώνα, να εξηγείται ακριβώς από την ιδιότητά του να επενδύεται με τις συλλογικές παρορμήσεις κάποιας ομάδας πληθυσμού και πρώτα απ' όλα τις "εθνικές" της επιθυμίες ή και φαντασιώσεις.
Μια εξήγηση μας δίνει ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο οποίος υπήρξε και παίκτης του αμερικάνικου φούτμπολ, πριν στραφεί στην ηθοποιϊα και εν συνεχεία στην πολιτική. "Ο αθλητισμός", δήλωνε ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ, λίγο πριν τον καταβάλει η ασθένεια, "είναι ένα είδος καθαρού μίσους. Πρόκειται για την ανθρώπινη ιδιότητα που πλησιάζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στον πόλεμο." Ο Ρέιγκαν περιέγραφε την ικανοποίηση που αισθάνεται κάποιος αθλητής "από το μίσος που του προκαλεί το χρώμα της φανέλας του αντιπάλου του." Ο προκάτοχός του Τζέραλντ Φορντ παρατηρούσε ότι "μια αθλητική νίκη μπορεί να υπηρετήσει ένα έθνος όσο και μια στρατιωτική". Ανάλογες σκέψεις, με αρνητικά όμως συμπεράσματα, έκανε και ο άσπονδος φίλος των αμερικανών προέδρων, ο συνταγματάρχης Καντάφι: "Εχει αποδειχθεί ότι οι αθλητικές συναντήσεις δεν σφυρηλατούν δεσμούς ανάμεσα στα κράτη. Συμβαίνει το αντίθετο. Είναι επιβλαβείς, και συχνά προκαλούν ακόμα και ένοπλες συγκρούσεις."
Τα διεθνή πρακτορεία στέλνουν συχνά ειδήσεις από χώρες του Τρίτου Κόσμου με σκηνές από συγκρούσεις (ταξικές, φυλετικές, εθνικές) που συνόδευσαν ή προκλήθηκαν από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι ζαϊρινοί κάτοικοι της Κινσάσα ξεχύθηκαν στους δρόμους της πόλης για να λιντσάρουν τους κογκολέζους κατοίκους, μετά από τη μετάδοση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα στις 24 Απριλίου 1987. Ο αγώνας διεξαγόταν στην Μπραζαβίλ. Αιτία της οργής τους ήταν η επίθεση των δυνάμεων της τάξης στους ποδοσφαιριστές της ομάδας τους και οι ανεξέλεγκτες φήμες που κυκλοφόρησαν αμέσως ότι οι συμπατριώτες τους θεατές ρίχτηκαν από τους Κογκολέζους στη θάλασσα. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1967, στην τουρκική πόλη Καισάρεια, οι οπαδοί της τοπικής ομάδας συγκρούστηκαν με τους οπαδούς της Σεβάστειας μετά από ένα αμφισβητούμενο γκολ. Το αποτέλεσμα ήταν 40 νεκροί (μεταξύ των οποίων 27 μαχαιρωμένοι) και 60 τραυματίες. Τον Μάρτιο του 1986, το στάδιο του Καϊρου που φιλοξενούσε το 15ο Κύπελλο Εθνών Αφρικής μεταμορφώθηκε σε πραγματικό στρατόπεδο, με τα τανκς να περιπολούν για να προλάβουν τις αντιδράσεις των "φανατικών". Τον Ιούνιο του 1969, ο αγώνας Σαλβαδόρ-Ονδούρας κατέληξε στην κήρυξη πολέμου και την εισβολή του στρατού του Σαλβαδόρ στην Ονδούρα. Και τον Μάιο του 1964, ο αγώνας Περού-Αργεντινής στη Λίμα συνοδεύτηκε από εκτεταμένα επεισόδια με 300 νεκρούς και 1000 τραυματίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού έχουν απαλλαγεί από ανάλογα φαινόμενα. Οι αναμετρήσεις, π.χ., Γερμανίας-Γαλλίας εξακολουθούν να θυμίζουν τον παλιό εθνικό ανταγωνισμό. Αλλά και μέσα στο ίδιο κράτος, τα αισθήματα μεταξύ φιλάθλων αντίπαλων ομάδων είναι εχθρικά και στηρίζονται στη διαφορετική εθνική καταγωγή (π.χ. η βάσκικη Ατλέτικο Μπιλμπάο ή η καταλάνικη Μπαρτσελόνα έχουν ανοιχτό πόλεμο με τη Ρεάλ), τη διαφορετική θρησκεία (οι οπαδοί της καθολικής Σέλτικ και της προτεσταντικής Ρέιντζερς στη Γλασκώβη της Σκοτίας συγκρούστηκαν το 1971 με αποτέλεσμα 66 νεκρούς), ακόμα και τη διαφορετική ταξική αναφορά (η Λίβερπουλ με την Εβερτον, κλπ).
Η "τιμή", πάντως, της ανάδειξης του Παγκοσμίου Κυπέλου Ποδοσφαίρου σε φαντασμαγορική γιορτή του μίσους των λαών ανήκει αναμφισβήτητα στον Μπενίτο Μουσολίνι. Δυο χρόνια πριν τη "μαύρη Ολυμπιάδα" του Βερολίνου που σταθεροποίησε το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία, ο Ιταλός δικτάτορας εκμεταλλεύθηκε το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελο (1934) ως ισχυρό προπαγανδιστικό όπλο του φασισμού, τόσο μέσα στην Ιταλία όσο και στο εξωτερικό. Κατά τον ιστορικό Πιερ Μιλζά, οι φασίστες προωθούσαν το ποδόσφαιρο επειδή πίστευαν ότι βοηθά στη συγκέντρωση "μεγάλου πλήθους μέσα σε ένα χώρο κατάλληλο για σκηνοθεσία. Θα μπορούσαν έτσι να ασκηθούν επάνω του μεγάλες πιέσεις, ώστε να διατηρείται σε παροξυσμό ο μαζικός εθνικιστικός πυρετός".
Οι υπεύθυνοι της Διεθνούς Ομοσπονδίας (FIFA) γνώριζαν βέβαια το χαρακτήρα του ιταλικού καθεστώτος. Θεώρησαν, όμως, ότι εξυπηρετούσε και τα δικά τους σχέδια για διεθνή ανάδειξη του ποδοσφαίρου η προοπτική της μουσολινικής φιέστας. Ο Γάλλος πρόεδρος της FIFA Ζιλ Ριμέ, ο οποίος θεωρείται σήμερα πατέρας του σύγχρονου ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, υποστήριξε ένθερμα την ιταλική υποψηφιότητα. Ο ίδιος στις αναμνήσεις του μιλά με ενθουσιασμό και νοσταλγία για τον Ντούτσε και τη φασιστική διοργάνωση: "Η ιταλική κυβέρνηση συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις και τις αθλητικές συναντήσεις με όλη την καρδιά της. Ο Ντούτσε έθεσε στη διάθεση της οργανωτικής επιτροπής ένα χάλκινο κύπελλο εντυπωσιακών διαστάσεων και βάρους. Ο Ντούτσε παρέστη στους περισσότερους αγώνες που διεξήχθησαν στη Ρώμη και φυσικά στον τελικό." Ο τελικός μεταξύ Ιταλίας και Τσεχοσλοβακίας κρίθηκε με 2-1 υπέρ της πρώτης στην παράταση. Ο δημοσιογράφος Ζακ ντε Ρισβίκ περιγράφει: "Στο θεωρείο του, ντυμένο στην πορφύρα, ο Μουσολίνι είναι παρών. Γύρω από τον Ντούτσε το πάθος του πλήθους φτάνει σε παροξυσμό. Επί τρεις ώρες ασταμάτητα το πλήθος εκδηλώνει τα πατριωτικά του αισθήματα με ρυθμικές ουρανομήκεις ζητωκραυγές: Ντού-τσε, Ι-τά-λια, Ντού-τσε, Ι-τά-λια. Δεν είναι πλέον θεατές μιας αθλητικής συνάντησης, είναι ένας στρατός ενθουσιωδών αγωνιστών, οι οποίοι προσδιορίζουν την τύχη μιας κρατικής υπόθεσης. Με την τελική νίκη της "σκουάντρα ατζούρα" δοξάζεται ο θρίαμβος της φασιστικής Ιταλίας."
Την υπόθεση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ο Μουσολίνι την προετοίμαζε πολλά χρόνια νωρίτερα. Ισως από το 1927, τότε που ο Λισιέν Ντιμπέχ έγραφε στην Revue Universelle: "Ο φασισμός δεν έχει λόγο να πειράξει τον ιταλικό αθλητισμό, εφόσον ο ιταλικός αθλητισμός τα χρωστάει όλα στο φασισμό και εφόσον όλοι οι αθλούμενοι είναι φασίστες". Ο Μουσολίνι φρόντισε εγκαίρως να τοποθετήσει στη θέση του προέδρου της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας έναν δοκιμασμένο φασίστα, τον στρατηγό Βακάρο, και τις παραμονές του Παγκοσμίου Κυπέλλου έστειλε ένα απειλητικό τηλεγράφημα προς τα μέλη της εθνικής ομάδας, αυτούς που αποκαλούσε "στρατιώτες στην υπηρεσία του εθνικού συμφέροντος": "Θα νικήσετε ή θα πεθάνετε". Το εφέ της σπαρτιάτισσας μάνας πέτυχε. Η Ιταλία πήρε το Κύπελλο και λίγους μήνες αργότερα ο Μουσολίνι έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιό του για την κατάκτηση της Αιθιοπίας.

Το σορτσάκι του Βουλγαροκτόνου

Η μυριόστομη (ποδοσφαιρική) ιαχή "κάψτε τα εθνικώς ύποπτα λήμματα των λεξικών", που κυριάρχησε τις περασμένες ημέρες, δεν ακύρωσε απλώς τη νηφάλια αντιμετώπιση του όποιου ζητήματος ανέκυψε με τους "Βούλγαρους" του καθηγητή Μπαμπινιώτη. Μετέφερε τη γλώσσα της κερκίδας στη συζήτηση περί των "πολιτικώς ορθών" λεξικογραφικών επιλογών, ανακηρύσσοντας μάλιστα σε καθ' ύλην αρμόδιους συνομιλητές τα αθλητικά σωματεία και τους πολιτικούς άνδρες που εκλέγονται με τις βορειοελλαδικές ψήφους. Στο κλίμα αυτό, η "επιστημονική" προσέγγιση απέδειξε για μία ακόμη φορά τις μειωμένες της αντοχές, όταν πρόκειται για θέματα που άπτονται των ευαίσθητων "εθνικών συμφερόντων".
Αυτοί, λοιπόν, που σήμερα αφρίζουν με τον πασίγνωστο χαρακτηρισμό "Βούλγαροι", ξέρουν πολύ καλά τι γίνεται κάθε Κυριακή στα γήπεδα. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς συμμετέχουν στο απίστευτο σεξιστικό και ρατσιστικό πανηγύρι που συνοδεύει τελετουργικά κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα ή, τουλάχιστον, έχουν αποδεχθεί ότι δεν γίνεται αλλιώς. Σε τι ωφελεί, επομένως, η αποσιώπηση μιας εμπειρίας που μοιράζονται οι δεκάδες χιλιάδες φίλαθλοι που γεμίζουν κάθε βδομάδα τις κερκίδες;
Το ερώτημα είναι προφανώς ρητορικό. Αντίστοιχη αναταραχή δεν επρόκειτο να προκληθεί ποτέ για τις λοιπές "αβρότητες" που ακούγονται συστηματικά από τις ομάδες των φιλάθλων και αφορούν για παράδειγμα τα θηλυκά μέλη της οικογένειας των αντιπάλων. Η κοινωνική ευαισθησία -και η συνεπαγόμενη ανάγκη εξορκισμού του κακού- αρχίζει και τελειώνει στα "εθνικά" θέματα, καθώς μόνο με αυτά μοιάζει να ιδρώνει το αφτί των ανησυχούντων. Εκτός αυτού, η αντίδραση μοιάζει ακόμη περισσότερο υποκριτική, εφόσον στην ουσία δεν προτείνεται η απαγόρευση της ίδιας της "ένοχης" πρακτικής, αλλά η ποινικοποίηση της "δημοσιοποίησής" της.
Σημείο των καιρών, θα είχε κανείς την τάση να υποθέσει, αντλώντας τα συμπεράσματά του από το ασφυκτικό κλίμα που δημιουργείται κάθε τόσο τα τελευταία χρόνια γύρω από τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα. Και ναι και όχι. Αν και βρίσκεται εσχάτως σε έξαρση, το φαινόμενο δεν ήταν άγνωστο και σε παλαιότερες εποχές. Το ίδιο και τα σχετικά συνθήματα, τα οποία ψευδώς αντιμετωπίζονται ως απότοκα της σημερινής συγκυρίας. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην περιβόητη έκθεση της της ΥΠΕΑ του 1982 με τίτλο "Επιβουλή κατά της Μακεδονίας" για να δούμε ότι "το 1981, κατά τους διεξαχθέντας ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ των ομάδων ΠΑΟ-Πανσερραϊκού και Ολυμπιακού-Δόξα Δράμας, εκ μέρους πολλών φιλάθλων εκτοξεύτηκαν ορισμένες υβριστικές φράσεις αντεθνικού περιεχομένου (Βούλγαροι, Βούλγαροι), με αποτέλεσμα να προκληθούν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους του τύπου και των Δ.Σ. των εν λόγω Συλλόγων της Μακεδονίας" (περ. "Σχολιαστής", Σεπτ. 1989). "Το έχω εισπράξει κι εγώ (το "Βούλγαρος") ως οπαδός της Δόξας Δράμας το 1959 και το 1962", δήλωνε από την πλευρά του ο καθηγητής Ν. Βαγενάς στην "Καθημερινή" (26/5). Αλλά μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη πιο πίσω στο χρόνο. Το χαρακτηριστικό σχόλιο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο "Ταχυδρόμο Εδέσσης" στις 30 Ιουνίου 1929: "Φέρων βαρείαν την ήτταν της ποδοσφαιρικής ομάδος Ναούσης `Αθηνά' κατά την συνάντησιν μετά της ενταύθα τοιαύτης, του `Μ. Αλεξάνδρου', ο αθλητικός συνεργάτης της εφημερίδος `Λαού Ναούσης', τις οίδε πώς σκεπτόμενος και υπό ποίας ψυχολογικάς συνθήκας ευρεθείς, προσάπτει βαρείαν προς τους Εδεσσαίους μομφήν, ονομάζων αυτούς ούτε πολύ ούτε λίγο Βουλγάρους!"
Ας μην πάμε μακριά. Το γήπεδο συνιστά εμπόλεμο πεδίο και οι οπαδοί κάθε ομάδας, προκειμένου να κατασκευάσουν τη διαφορετικότητά τους από τον αντίπαλο, του αποδίδουν τα φαντασιακά χαρακτηριστικά (εθνικά, φυλετικά κ.λπ.) ενός πραγματικού "εχθρού". Μόνον έτσι μπορούν να τον μισήσουν και να δικαιολογήσουν την επιθυμία αφανισμού του. Η διαδικασία είναι απλή και συνιστά ένα μηχανισμό νομιμοποίησης του ακραίου ποδοσφαιρικού πάθους: Ο Εαυτός ορίζεται ως ο προφανής κάτοχος της υγιούς εθνικής ταυτότητας, ενώ ο Αλλος καταγγέλλεται ως "πράκτορας" ενός εκ προοιμίου μισητού ξένου έθνους. Τη βασική αυτή σύμβαση ακολουθούν, ως παρεπόμενά της, κάποιες επιμέρους συμπεριφορές που, όπως στον πόλεμο, έχουν στόχο τα ιερά και τα όσια του αντιπάλου: την τιμή (δηλαδή τις γυναίκες του) και τον ανδρισμό του.
Εξυπηρετώντας τις ανάγκες ενός πολεμικού παιχνιδιού, οι χλευαστικές ή/και υβριστικές εθνικές προσωνυμίες των ομάδων χρησιμοποιούνται μεταφορικά και είναι λάθος να εκλαμβάνονται ως κυριολεκτική αμφισβήτηση της ελληνικότητάς τους. Γι' αυτό και είναι τόσο ρευστές και προσαρμόσιμες, κάτι που δεν πρόσεξε ο καθ. Μπαμπινιώτης. Οι παίκτες και οι οπαδοί του ΠΑΟΚ, για παράδειγμα, δεν χαρακτηρίζονται πλέον μόνον "Βούλγαροι". "Γαμιέται ο ΠΑΟΚ και η Τουρκία", υποστηρίζουν τον τελευταίο καιρό οι αντίπαλοί τους, μαρτυρώντας ότι τα συνθήματα ξέρουν να προσαρμόζονται στη συγκυρία, χωρίς να χάνουν την κύρια στόχευσή τους: την πρόσληψη δηλαδή του Αλλου ως εχθρού.


Το "ψωμί" των νεοναζί

Πολύ πριν ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης εισπράξει την οργή των "Βουλγάρων" του ΠΑΟΚ, κάποιοι άλλοι είχαν ανακαλύψει τις αρετές του οργανωμένου σκληρού πυρήνα των οπαδών όχι μόνο της συγκεκριμένης ομάδας αλλά και πολλών άλλων. Ο λόγος για τους νεοναζί της "Χρυσής Αυγής", που εδώ κι αρκετούς μήνες έχουν εξηγήσει δημόσια πώς και γιατί θεωρούν τις "δυναμικές" κερκίδες σαν προνομιακό χώρο ζύμωσης και στρατολόγησης!
Η ευκαιρία δόθηκε από μία ανακοίνωση της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συνδέσμων Φιλάθλων ΠΑΟΚ `Οι Βόρειοι'", την επαύριο της ανάληψης της Ολυμπιάδας του 2004 από την Αθήνα, στην οποία ανακυκλώνονται όλα τα κλισέ της εθνικής έξαρσης των τελευταίων χρόνων (από το "όνομα" μέχρι τα Ιμια) για να ακολουθήσει η γνωστή καταγγελία της "αθηναϊκής πόλης-κράτους". Ενθουσιασμένη, η χιτλερική εφημερίδα αναδημοσιεύει μεγάλο μέρος της ανακοίνωσης, κάτω από τον τίτλο "Φίλαθλοι και Εθνικισμός" ("Χρυσή Αυγή" 19/9/1997). Αμέσως μετά, ο υπεύθυνος νεολαίας της ναζιστικής οργάνωσης, Γιώργος Μάστορας, περνά στο ψητό: "Ενα τέτοιο κείμενο έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία όταν προέρχεται από τους οπαδούς μιας εκ των μεγαλυτέρων Ελληνικών Ομάδων, του ΠΑΟΚ. Οι οργανωμένοι φίλαθλοι της λαοφιλούς Θεσσαλονικιώτικης ομάδας `δεν μασάνε' τα λόγια τους. Λένε τα πράγματα με το όνομά τους εκφράζοντας ξεκάθαρες εθνικιστικές απόψεις γύρω από αρκετά θέματα και φυσικά δεν είναι οι μόνοι. Πριν από λίγες μέρες, σε ποδοσφαιρικό αγώνα του Αρη δεκάδες φίλαθλοί του χαιρετούσαν με δεξί χέρι υψωμένο, κάτι που άλλωστε αποτυπώθηκε και σε φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν την επομένη σε αθλητικές εφημερίδες. Το φαινόμενο της έντονης παρουσίας εθνικιστών φιλάθλων δεν περιορίζεται φυσικά σε καμιά περίπτωση σ' αυτές τις δύο ομάδες. Τόσο στις μεγάλες ομάδες των Αθηνών όσο και στις επαρχιακές ομάδες, υπάρχουν ισχυροί πυρήνες εθνικιστών οπαδών. Εχουμε διατυπώσει και στο παρελθόν την άποψή μας πως οι χώροι των αθλητικών συναντήσεων προσφέρονται για την προώθηση των εθνικιστικών θέσεων και ιδεωδών και φυσικά δεν θα μείνουμε άπραγοι στον συγκεκριμένο τομέα. Το θέμα αυτό έχει πολύ `ψωμί' για να το αφήσουμε ανεκμετάλλευτο"...

To όπιο του πατριώτη


Οι αθλητικές συναντήσεις που διακυβεύουν το κύρος ή την τιμή μιας συλλογικότητας (έθνος, πόλη, χωριό, οργάνωση, θεσμός, ομάδα, κλπ) προκαλούν σχεδόν σε κάθε περίπτωση φαινόμενα εθνικισμού, σοβινισμού και πατριωτισμού μεταξύ γειτόνων, αρκετά μαζικά. Η ταύτιση με τους πρωταγωνιστές οδηγεί σχεδόν πάντα στην πράξη σε εκδηλώσεις συγκινησιακής πόλωσης, μεροληψίας και εν τέλει αθλητικής αγωνιστικότητας που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε "υποστηρικτισμό". Πρόκειται γενικά για συλλογικές αδημονίες που προκαλούνται από τη νίκη πάνω σ' έναν αταβιστικό "εχθρό" (τη γειτονική ομάδα, το αντίπαλο έθνος, κλπ) ή από τη χειροτονία -με την ελπίδα της επιτυχίας- ενός τοπικού ή εθνικού ειδώλου. Το λαϊκό πανηγύρι, το ξεφάντωμα του μπετοναρισμένου πλήθους, της "αθλητικής αγέλης" για να επαναλάβουμε την υποβλητική έκφραση του Ελίας Κανέτι, των ενθουσιασμένων, εντυπωσιασμένων μαζών, των υπνωτισμένων ακόμη από τη "φλεγόμενη ατμόσφαιρα του σταδίου", οι αγελαίες συναθροίσεις οπαδών που κραυγάζουν και διακηρύσσουν την ένταξή τους σε εχθρικά στρατόπεδα επιστρατευμένα στον αθλητικό πόλεμο, τόσα σημάδια που δείχνουν καλά ότι η ανάγκη διάχυσης στο Ολο που ανέφερε ο Φρόιντ έχει τα ίδια αποτελέσματα με ένα ναρκωτικό.
Το αθλητικό ναρκωτικό λειτουργεί διαλυτικά για την κριτική συνείδηση. Οι συνδυασμένες επιπτώσεις της συσπείρωσης και της έξαψης που συναντάμε στα παραληρούντα πλήθη και τις συλλογικές εκστάσεις παράγουν όλα τα φαινόμενα, που έχουν επισημανθεί πολύ καλά μέχρι τώρα, των αθλητικών μαζών εν κινήσει.
Σεκταριστικός φανατισμός εναντίον του μισητού εχθρού, τυραννία της συμμετοχής σε μια "ορδή" (λέσχη, πατρίδα, ομάδα, κλπ), υπνωτιστικές τελετουργίες κατά τις μεγάλες θρησκευτικές τελετές του ολυμπισμού και του ποδοσφαίρου, όρεξη για δημόσια βία, συγκρούσεις και βιαιοπραγίες των "μανιακών της μπάλας", τελετουργίες καθορισμού των αποδιοπομπαίων θυμάτων (αγώνες μποξ, αυτοκινητοδρομίες ταχύτητας), πάθος μόλις απωθημένο για το αίμα, τις μονομαχίες, τις θανάσιμες αναμετρήσεις, τους ακραίους κινδύνους, υστερικός θαυμασμός των ηγετών, των βεντετών, των πρωταθλητών (οι άγιοι του αθλητισμού), τόσα και τόσα γεγονότα που δείχνουν ότι ο αθλητικός θεσμός παίζει το ρόλο ενός ιδεολογικού μηχανισμού ένταξης σε συστήματα πίστης (με τα συνακόλουθα φαινόμενα αποκλεισμού, αδιαλλαξίας και ταύτισης με τους θρυλικούς ήρωες που οροθετούν την ιστορία του αθλητικού μύθου) και πως η μαζική αθλητική πρακτική -με τα θεάματά της, τις σκηνοθεσίες της, τις μυστικιστικές χορογραφίες της, τα θέατρα μάχης και τα πεδία περιπετειών της- παίζει το ρόλο μιας βέβηλης θρησκείας (με τα δόγματά της, τους αρχιερείς της, τις ιερές εκκλησίες της, τη λειτουργία της, το ημερολόγιό της, τις θρησκευτικές εορτές της, τον παράδεισό της, τα αμαρτήματά της, τα κηρύγματά της). Οπως κάθε κατανάλωση ναρκωτικών ή λήψη παραισθησιογόνων, το αθλητικό όπιο ένα ντοπάρισμα με την πλήρη έννοια του όρου, το οποίο μεταφράζεται είτε σε κρίσεις έξαψης και κινητοποίησης, είτε σε συμπτώματα νάρκωσης, ύπνωσης της κριτικής συνείδησης, ευφορικής αναισθησίας και στη συνέχεια ψυχικής και σωματικής εξάρτησης. (...)
Η σύγχρονη ιστορία του διεθνούς ανταγωνιστικού αθλητισμού σημαδεύεται από αναρίθμητα γεγονότα, επεισόδια, καταστροφές, φασαρίες, ταραχές που αποκαλύπτουν πολύ καλά τη θανατηφόρα φύση του αθλητικού θεάματος. Τόσο στις εκβιομηχανισμένες καπιταλιστικές χώρες όσο και στις αφρικανικές ή τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι αθλητικές συναντήσεις είναι η ευκαιρία για τις ερεθισμένες -δηλαδή φανατισμένες- λαοθάλασσες να διακηρύξουν τη συλλογική τους ταυτότητα (αυτοεπιβεβαίωση) και την απόρριψη από μέρους τους, λιγότερο ή περισσότερο σαφή και συνειδητή, του Αλλου που αντιμετωπίζεται και θεωρείται σαν αντίπαλος (πάλη για την υπεροχή, ξενοφοβία, ρατσισμός, φυλετικός διαχωρισμός, εθνικιστικό μίσος, άγριοι ανταγωνισμοί μεταξύ γειτόνων). Σε όλα τα κράτη, οι αθλητικοί αγώνες επιτρέπουν στις κατεστημένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στα αυταρχικά καθεστώτα και κυβερνήσεις, να επιβεβαιώσουν την κυριαρχία τους ενισχύοντας τον εθνικισμό και τους ιερούς πατριωτικούς δεσμούς.
Jean-Marie Brohm
("Les meutes sportives", σ. 283-284)

ΣΤΟ ΟΡΙΟ


ΣΑΛΒΑΔΟΡ-ΟΝΔΟΥΡΑ. Δύο καυτά ματς των εν λόγω εθνικών ομάδων, στις 8 και 23 Ιουνίου 1969, κατέληξαν ούτε λίγο ούτε πολύ σε ένοπλη σύρραξη ανάμεσα στις δυο γειτονικές αυτές χώρες της Κεντρικής Αμερικής τον επόμενο μήνα -σύρραξη που επρόκειτο να μείνει στην ιστορία ως "ο πόλεμος του ποδοσφαίρου". Οι σχέσεις των δυο χωρών ήταν ήδη τεταμένες λόγω οικονομικών διαφορών, όμως η μπάλα πρόσφερε το έναυσμα για την πυροδότηση του εκρηκτικού κλίματος. Σημείο τομής υπήρξε η αυτοκτονία μιας 18χρονης Σαλβαδοριανής, λόγω απελπισίας για την ήττα των εθνικών χρωμάτων μέσα στην Τεγκουσιγκάλπα. Περιγράφει ο αυτόπτης πολωνός ανταποκριτής Ρίτσαρντ Καπουτσίνσκι: "Ολόκληρη η πρωτεύουσα πήρε μέρος στην κηδεία της Αμέλια Μπολάνος, που μεταδόθηκε ζωντανή από την τηλεόραση. Στρατιωτική τιμητική φρουρά βάδιζε επικεφαλής της πομπής. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι υπουργοί του ακολουθούσαν το φέρετρο, που ήταν σκεπασμένο με τη σημαία. Πίσω από την κυβέρνηση ερχόταν η ποδοσφαιρική εντεκάδα που -περνώντας μέσα από ξεφωνητά, ειρωνείες και φτυσίματα στο αεροδρόμιο της Τεγκουσιγκάλπα, είχε επιστρέψει στο Σαλβαδόρ το πρωί με ειδική πτήση".

ΑΕΚ-ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ. Στον αντίποδα των λημμάτων που ερεθίζουν τις εθνικές μας ευαισθησίες, ευτυχώς που υπάρχει η επαγρύπνηση των θεματοφυλάκων του ελληνισμού... Σε μια έκρηξη εθνικής ευαισθησίας, ο δικηγόρος Μανόλης Δεληγιαννάκης-Χυτήρογλου κατακεραυνώνει από τις στήλες του περιοδικού "Ελλοπία" (τχ.13, 11-12/1992) τους μειοδότες που αποδέχονται στο αθλητικό επίπεδο τα τετελεσμένα του '22: "Η προσωρινή εγκατάσταση του Πανιωνίου στην Αθήνα δε θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να λειτουργεί σε βάρος της διατήρησης της μνήμης της μικρασιατικής πατρίδας (...) Γι' αυτό, τόσο η διοίκηση όσο πολύ περισσότερο οι φίλαθλοι του Πανιωνίου, της ΑΕΚ και των άλλων προσφυγικών σωματείων θα πρέπει να επιμείνουν να συνοδεύεται το όνομα της ομάδας τους με την αληθινή της έδρα. Πανιώνιος Σμύρνης λοιπόν, και ΑΕΚ Κωνσταντινουπόλεως και ποτέ Αθηνών".

ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ. Ο παλιός ανταγωνισμός των δύο κρατών ξεπηδά σε κάθε αναμέτρηση των δυο αντιπάλων. Η γαλλική αθλητική εφημερίδα L' Equipe σχολίαζε τον Σεπτέμβρη του 1954, εν όψει ενός από τα πρώτα μεταπολεμικά ματς: "Πρόκειται ευτυχώς για απλές αθλητικές αναμετρήσεις, από όπου ο ηττημένος βγαίνει με το κεφάλι ψηλά, στο πλάι του νικητή. Είναι απολύτως απαραίτητο να μη δώσουμε στο αποτέλεσμα καμιά σημασία. Και εφόσον εμάς δεν μας νοιάζει αν θα βγούμε νικητές, ελπίζουμε ότι και οι Γερμανοί δεν θα βγάλουν άλλα συμπεράσματα από την ενδεχόμενη νίκη τους." Η διαμάχη μετατράπηκε σε ανοιχτό μίσος το 1982, μετά τον τραυματισμό του Γάλλου Μπατιστόν από τον Γερμανό τερματοφύλακα Σουμάχερ. Οι γαλλικές εφημερίδες αναφέρθηκαν σε "εθνική επιθετικότητα". Ο "εχθρός" στολίστηκε με κάθε είδους βρισιά: "Τόνι Σουμάχερ, ο βρομερός χασάπης!" (L' Equipe) "Ο Σουμάχερ είναι επικίνδυνος" ( L' Humanite).

ΔΥΝΑΜΟ ΖΑΓΚΡΕΜΠ - ΑΣΤΕΡΑΣ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ. Η συνάντηση των δυο ομάδων τον Μάιο 1990, τη στιγμή της όξυνσης της γιουγκοσλαβικής κρίσης, οδήγησε σε σοβαρά επεισόδια μεταξύ των οπαδών και 61 τραυματισμούς. Είχε προηγηθεί η εκλογική νίκη του εθνικιστικού Δημοκρατικού Κόμματος Κροατίας του Φράνιο Τούτζμαν.

ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ-ΙΣΡΑΗΛ. Το ματς αυτό δεν είναι βέβαια δυνατόν να γίνει. Οι Παλαιστίνιοι, πάντως, πολύ προτού αναγνωριστεί το δικαίωμά τους να έχουν το δικό τους κράτος, είχαν φροντίσει να συγκροτήσουν μια ομάδα και να παίζουν στο εξωτερικό (1964). Στο κάτω κάτω της γραφής η Παλαιστίνη συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο το 1934, πολύ πριν την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, το οποίο συμμετέχει σήμερα σε όλες τις ευρωπαϊκές αθλητικές διοργανώσεις.

ΘΕΟΣ-ΣΑΤΑΝΑΣ. Σε ένα χώρο όπου αναδεικνύονται τα εθνικά πάθη δεν θα μπορούσε να είναι απούσα η θρησκεία. Από τους Αγιατολλάδες μέχρι τον Πάπα, όλοι οι επί γης εκπρόσωποι του Παντοδύναμου ευλογούν τους δικούς τους πιστούς. Μόνο που δεν εισακούονται πάντα οι προσευχές τους. Η εθνική Ελλάδας έλαβε την ευλογία του τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου προτού συντριβεί από όλες τις αντιπάλους της στο Μουντιάλ των ΗΠΑ το 1994.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Jean-Marie Brohm "Les meutes sportives" (L' Harmattan, Paris 1993). Ολοκληρωμένη κριτική ανάλυση του σύγχρονων αθλητικών θεσμών από έναν ειδικευμένο κοινωνιολόγο. Η επίδραση του ποδοσφαίρου στις συγκρούσεις πληθυσμιακών ομάδων και τις συρράξεις κρατών.

Michel Caillat "L'ideologie du sport en France" (Les Editions de la passion, Paris 1989). Η λατρεία της φυλής, ο πόλεμος και η θρησκεία μέσα στην αθλητική ιδεολογία. Ειδικό κεφάλαιο για το μίσος και τον εθνικισμό στο ποδόσφαιρο. Σημαντικές αναφορές στο Παγκόσμιο Κύπελο του 1934 που οργάνωσε ο Μουσολίνι για να προπαγανδίσει το φασιστικό καθεστώς.

Ryszard Kapuscinski "The soccer war" (Λονδίνο 1990, εκδ. Granta Books). Αναμνήσεις ενός διάσημου πολωνού δημοσιογράφου από την πολύχρονη καριέρα του σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Το κεντρικό τμήμα, που έδωσε και τον τίτλο του στο βιβλίο, περιγράφει με εξαιρετικά ζωντανά χρώματα την ποδοσφαιρική -και εν συνεχεία ένοπλη- σύρραξη Σαλβαδόρ-Ονδούρας το 1969.

Quel Corps? "Critique de la modernite sportive" (επιμέλεια Frederic Baillette και Jean Marie Brohm, Paris 1995). Συλλογικό έργο με κριτική κοινωνιολογική θεώρηση του αθλητισμού. Ο Pierre Fougeyrollas γράφει για το "πολεμικό πνεύμα" των σπορ.

"Ο αδυσώπητος πόλεμος των σπορ" (Ελληνική έκδοση του Maniere de voir της Monde Diplomatique, Αθήνα, Οκτώβριος 1997). Τεκμηριωμένη δημοσιογραφική κριτική των σπορ. Για το ζήτημα της βίας, του εθνικισμού και του ρατσισμού γράφουν ο Ignacio Ramonet και Patrick Mignon.

ΔΕΙΤΕ

Αrrivederci Millwall του Τσαρλς Μακ Ντάουγκαλ (1989). Η εκδρομή μιας παρέας βρετανών χούλιγκαν στην Ισπανία το 1982, για να παρακολουθήσουν το Μουντιάλ στο Μπιλμπάο, συμπίπτει και επηρεάζεται από τον πόλεμο Αργεντινής-Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ/Μαλβίνες. Το εθνικιστικό κλίμα των ημερών και τα κανιβαλικά πρωτοσέλιδα των λαϊκών φυλλάδων εμπνέουν τους υπερπατριώτες οπαδούς των εθνικών χρωμάτων, που ξεσπούν πάνω στους Ισπανούς ομόγλωσσους του αργεντινού "εχθρού"...

Χωρίς ταυτότητα (I.D.) του Φίλιπ Ντέιβις (1995). Εξαιρετική ταινία του νέου αγγλικού κινηματογράφου, με θέμα τον κόσμο των οργανωμένων οπαδών των αντίπαλων ποδοσφαιρικών ομάδων.

(Ελευθεροτυπία, 7/6/1998)

Το "ευρωλιγούρικο" παρελθόν του κ. Χριστόδουλου

"Ο Αρχιεπίσκοπος ξιφουλκεί για τα Θρησκευτικά"

(ΤΟ ΒΗΜΑ, 4/9/99)

Με έκπληξη παρακολουθήσαμε τη νέα έκρηξη του πληθωρικού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος με αφορμή την αναμόρφωση του μαθήματος των Θρησκευτικών: "Αυτό είναι μάθημα Θρησκευτικών; 'Η είναι μάθημα όπως το ονειρεύονται οι ευρωπαϊστές, αυτοί που τους έχουν ονομάσει ευρωλιγούρηδες;" Πρόκειται για την τοποθέτηση του κ. Χριστόδουλου στο πρόσφατο 8ο Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο (3/9), όπου διαμαρτυρήθηκε επειδή, κατά τη γνώμη του το μάθημα των Θρησκευτικών κινδυνεύει να ακυρωθεί ("κρέμεται από μία κλωστή") εφόσον η παραδοσιακή μορφή θρησκευτικής εκπαίδευσης (με τον κατηχητικό χαρακτήρα της) υποκατασταθεί, έστω και εν μέρει, από κάποιο μάθημα θρησκειολογικού περιεχομένου.
Θα μπορούσε κανείς (και το έχουμε κάνει στο παρελθόν) να πεί και να γράψει πολλά για τον ανελεύθερο, αναχρονιστικό και δογματικό τρόπο που επιβάλλεται -μέσω της εκπαίδευσης- η "ελληνορθόδοξη" κατήχηση. Ομως το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Από ποια άραγε σκοπιά κατακεραυνώνει ο κ. Χριστόδουλος τους "ευρωλιγούρηδες" και πώς νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί τον νεολογισμό του Κώστα Ζουράρι; Είναι τόσο σίγουρος ότι ο χαρακτηρισμός δεν μπορεί να του επιστραφεί;

Ο πρώτος "ευρωλιγούρης"

Εξηγούμαστε. Αν κάποιος έχει επιδείξει "ευρωλιγούρικη" διάθεση στο ζήτημα της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι ο ίδιος ο σημερινός προκαθήμενος της Εκκλησίας. Με αλλεπάλληλες γραπτές του παρεμβάσεις, κατά τη διετία 1995-96, ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος είχε επιχειρηματολογήσει παθιασμένα υπέρ της άποψης ότι σ' όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό, και ότι κατά συνέπεια είναι άτοπη, ανεδαφική και εντέλει "αντιευρωπαϊκή", οποιαδήποτε σκέψη για προαιρετική διδασκαλία του μαθήματος.
Σε ένα πρώτο του κείμενο ("Ναι στο μάθημα των Θρησκευτικών", ΤΟ ΒΗΜΑ 28/5/95), ο κ. Χριστόδουλος σχολιάζει συνέντευξη του Δημήτρη Τσάτσου στη "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" (22/1/95), στην οποία ο καθηγητής υποστήριζε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να καταργηθεί ή να γίνει τουλάχιστον προαιρετικό και να αντικατασταθεί από πιο χρήσιμα και αποδοτικά μαθήματα. Για να αντικρούσει τις απόψεις του κ. Τσάτσου ο κ. Χριστόδουλος επικαλείται το παράδειγμα της Ευρώπης:
"Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης το μάθημα των Θρησκευτικών διδάσκεται ως υποχρεωτικό, επειδή θεωρείται βασικό για την σφαιρική εκπαίδευση των παιδιών, αλλά και επειδή καλύπτεται από τα Συντάγματά των. Στην Γερμανία, μάλιστα, το κράτος έχει αναγνωρίσει στην Εκκλησία το δικαίωμα αυτή να επιλέγει του λαϊκούς ή και κληρικούς δασκάλους και καθηγητές του μαθήματος και αυτή να καταρτίζει τα αναλυτικά προγράμματα και να εγκρίνει τα βιβλία με τη διδακτέα ύλη. Εμείς εδώ στην Ελλάδα ούτε στον ύπνο μας δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε τέτοιες αρμοδιότητες."
Ιδού, λοιπόν, ο κ. Χριστόδουλος να ονειρεύεται εφαρμογή των ευρωπαϊκών προτύπων. Αλλά υπάρχει ακόμα πιο ρητή διατύπωση: "Και ας μη λεχθεί ότι τάχα το κράτος δεν έχει θρησκεία ή ότι το ζήτημα της πίστεως είναι αυστηρώς προσωπική υπόθεση που δεν πρέπει να υποτάσσεται στην υποχρεωτικότητα. Γιατί, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα έπρεπε οι ευρωπαϊκές χώρες να είχαν χαράξει άλλη γραμμή. Δεν τα ξέρουμε δα όλα μόνον εμείς οι Ελληνες."
Ακόμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επικαλείται ο κ. Χριστόδουλος (την οποία έχει πολλές φορές παραβιάσει η χώρα μας σε ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, και έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο): "Κάθε διάταξη που θα καταργούσε το μάθημα αυτό από τα σχολεία θα προσέκρουεν ευθέως και αναντιρρήτως στην Ευρωπαϊκή αυτή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και θα ήταν, ως εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη."

Ο επιστημονικός αντίλογος

Η πρώτη απάντηση στους ισχυρισμούς του Μητροπολίτη διατυπώθηκε στις στήλες του "Ιού της Κυριακής" ("Εψιλον", 11/6/95) από τον επίκουρο καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιώργο Σωτηρέλη, συγγραφέα της μελέτης "Θρησκεία και εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση" (εκδ. Σάκουλα, τρίτη έκδοση 1998). Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι ο κ. Χριστόδουλος αντιστρέφει πλήρως την πραγματικότητα:
"Η πραγματικότητα ως προς το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ είναι ακριβώς ο αντίποδας της εικόνας που προκύπτει απ' το άρθρο του 'Βήματος'. Το πρότυπο της υποχρεωτικής και κατηχητικής θρησκευτικής εκπαίδευσης είναι ήδη ξεπερασμένο, με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιρλανδία. Στη θέση του έχουν διαμορφωθεί χονδρικά τρία πρότυπα:
α) Το πρώτο είναι το πρότυπο του πλήρους θρησκευτικού αποχρωματισμού της κρατικής εκπαίδευσης που συνδέεται με τον απόλυτο διαχωρισμό Κράτους- Εκκλησίας. Πρόκειται για καθαρά "κοσμική" εκπαίδευση, η οποία ισχύει κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Δεν υπάρχει μάθημα Θρησκευτικών ούτε καν προαιρετικό, ενώ απαγορεύεται και κάθε άλλος έμμεσος θρησκευτικός επηρεασμός είτε με τα άλλα μαθήματα είτε με εκδηλώσεις θρησκευτικού περιεχομένου.
β) Το δεύτερο πρότυπο είναι το θρησκειολογικό, που ισχύει στην Αγγλία, στη Σουηδία και εν μέρει στη Δανία. Το μάθημα είναι μεν υποχρεωτικό, αλλά δεν είναι κατηχητικό, όπως το ξέρουμε εδώ. Είναι μια ουδέτερη και αντικειμενική παρουσίαση της κάθε θρησκείας με εύλογη ποσοτική έμφαση στο χριστιανισμό, μια και κυριαρχεί, ειδικότερα δε στα δόγματα εκείνα που επικρατούν σε κάθε χώρα.
γ) Το τρίτο, της προαιρετικής εκπαίδευσης, ισχύει με διάφορες παραλλαγές στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ολλανδία -εν μέρει-, Λουξεμβούργο, Γερμανία, Νορβηγία και Αυστρία). Αντίθετα με όσα ισχυρίζεται ο μητροπολίτης, το μάθημα είναι απολύτως προαιρετικό. Οι γονείς, αλλά και οι ίδιοι οι μαθητές (σε ηλικία 14-16 ετών), έχουν τη δυνατότητα να απαλλαγούν από τα "Θρησκευτικά", και μάλιστα χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν ή να δώσουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τις θρησκευτικές τους απόψεις, πράγμα που συμβαίνει σε μας και αντιτίθεται στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης."

Με ανάλογη αυστηρότητα, ο καθηγητής αντικρούει τους ισχυρισμούς του κ. Χριστόδουλου για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση: "Η διάταξη αυτή κάθε άλλο παρά έχει την έννοια που προσπαθεί να της δώσει ο μητροπολίτης. Σκοπός της διάταξης αυτής ήταν η προστασία των παιδιών από κρατικούς επηρεασμούς ως προς τη διαμόρφωση της θρησκευτικής τους συνείδησης."
Ο διάλογος είχε και συνέχεια. Ο κ. Χριστόδουλος επανήλθε στο 'Βήμα' ("Η ευρωπαϊκή πρακτική", 30/7/95), παραθέτοντας τους τίτλους κάποιων συγγραμμάτων στα οποία βάσισε το πρώτο του άρθρο. Του ανταπάντησε στην "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" ο κ. Σωτηρέλης ("Η υποχρεωτικότητα της θρησκευτικής εκπαίδευσης", 19/11/95), ο οποίος καταλήγει: "Ολες οι (ευρωπαϊκές) χώρες έχουν εγκαταλείψει πλέον τον υποχρεωτικό κατηχητισμό και σπεύδουν να συμμορφωθούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προς τις ακόλουθες δύο αρχές που πρέπει να διέπουν, κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οποιοδήποτε εκπαιδευτικό σύστημα: την απαγόρευση της δογματικής μεταφύτευσης θρησκευτικών και φιλοσοφικών αντιλήψεων και τη μετάδοση των σχετικών γνώσεων κατά τρόπο κριτικό, αντικειμενικό και πολυφωνικό."
Ο κ. Χριστόδουλος επιμένει, από τις στήλες της "Ελευθεροτυπίας" αυτή τη φορά (4/2/96): "α) Το μάθημα είναι υποχρεωτικό στα ευρωπαϊκά κράτη, β) διδάσκεται και οργανώνεται εν συνεννοήσει και με τη συμφωνία της Εκκλησίας, γ) είναι κατηχητικό, δηλαδή αναφέρεται κατά βάση σε μια θρησκεία και όχι σε πολλές (θρησκειολογία)." Κλείνοντας, μια βδομάδα αργότερα, τον άκαρπο αυτό διάλογο, ο κ. Σωτηρέλης πετά το γάντι: "Τολμάει άραγε (ο μητροπολίτης) να προτείνει στην Ιερά Σύνοδο και στο υπουργείο Παιδείας την τροποποίηση του ελληνικού συστήματος θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά τα εκεί πρότυπα; Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα." (7/2/96)


Ποιος είναι "ευρωλιγούρης";

Το συμπέρασμα από την ανταλλαγή αυτή των απόψεων μεταξύ του Ιεράρχη και του πανεπιστημιακού καθηγητή δεν θα το βγάλουμε εδώ. Οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες μπορούν να συμβουλευτούν και τα πρωτότυπα κείμενα, έτσι ώστε να έχουν μια ολοκληρωμένη προσωπική άποψη, χωρίς το δικό μας υποκειμενικό φίλτρο. Δεν είναι δυνατόν, όμως, να δεχθούμε χωρίς σχόλια την τελευταία αυτή δήλωση του Αρχιεπισκόπου, όταν ο ίδιος έχει τόσο πολύ επιμείνει να μας υποδείξει την εφαρμογή και στην Ελλάδα των ευρωπαϊκών προτύπων για το μάθημα των Θρησκευτικών. Και νιώθουμε τον πειρασμό να σημειώσουμε ότι σε μια από τις δύο περιπτώσεις ο Αρχιεπίσκοπος έσφαλε. Είτε τότε που υποστήριζε ότι όλη η Ευρώπη είναι υπέρ του κατηχητικού θρησκευτικού μαθήματος, είτε τώρα που καταγγέλλει τους "ευρωπαϊστές" ως εχθρούς του θρησκευτικού μαθήματος. Αν δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μορφή έμπρακτης αυτοκριτικής (και έμμεσης εκ των υστέρων παραδοχής όσων υποστήριζε ο κ. Σωτηρέλης), τότε πρόκειται για αυτό που ονομάζουμε στην πολιτική "οπορτουνισμό" και στην εκκλησιαστική ζωή "τροποποίηση απόψεων κατ' οικονομίαν".
Φυσικά, κατά την προσφιλή του συνήθεια, ο Αρχιεπίσκοπος στη σχετική του αρθρογραφία, ακόμα και την ώρα που επικαλείται το παράδειγμα των Δυτικών δεν παραλείπει να εγκαλεί "τους διάφορους 'φωταδιστές' μας", και να απορεί πώς δεν έχουν διδαχθεί "από την ανάδυση της Ορθοδοξίας ως μοναδικής σήμερα πνευματικής δύναμης στα Βαλκάνια." Αλλά αυτά δεν μας κάνουν πλέον εντύπωση. Οπως δεν μας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι την ίδια ώρα που ο Αρχιεπίσκοπος ξιφουλκεί εναντίον των "ευρωλιγούρηδων", εκείνο που απασχολεί την Ιεραρχία είναι η καλύτερη οργάνωση του Γραφείου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, στη Μέκκα (!) δηλαδή των "ευρωλιγούρηδων" κάθε θρησκεύματος.


(Ελευθεροτυπία, 11/9/1999)


http://www.iospress.gr/mikro1999/mikro19990911.htm



Καμαρωτά περνάνε τα σχολεία μας

ΜΑΘΗΤΙKEΣ ΠΑΡΕΛAΣΕΙΣ

"Καμαρωτά περνούν τα φανταράκια μας, γεμάτο λεβεντιά το ιππικό. οι πυροβολητές και τα γεράκια μας, παντού σκορπούν θανατικό". Το εμβατήριο δεν είναι πλήρες, αφού δεν περιλαμβάνει στους παρελαύνοντες και τα σχολεία, τα οποία εδώ και κάμποσες δεκαετίες συμμετέχουν στους στρατιωτικούς εορτασμούς. Υποτίθεται ότι η συμμετοχή των μαθητών είναι προαιρετική. Οσοι, όμως απουσιάζουν τιμωρούνται.

Ακόμη αναρωτιέται η κυβέρνηση αν είναι υποχρεωτική η παρουσία των μαθητών στις παρελάσεις
Προαιρετικά και με το ζόρι

Οσο κι αν μοιάζει περίεργο, μια φαινομενικά αθώα μαθητική δραστηριότητα, όπως είναι η παρέλαση στις εθνικές επετείους, προκαλεί πολλών ειδών εντάσεις. Μπορεί οι λόγοι και η έκταση των αντιπαραθέσεων να είναι κάθε φορά διαφορετικοί, η ουσία όμως παραμένει η ίδια. Πρόκειται για την αμφισβήτηση του δικαιώματος του κράτους να συμπαρατάσσει υποχρεωτικά τους μαθητές πλάι στο στρατό, τις εθνικές οργανώσεις και τα σώματα ασφαλείας, εν ονόματι μάλιστα των εκπαιδευτικών τους καθηκόντων. "Υπάρχει κανείς από μας τους παριστάμενους εδώ που να έχει σκεφτεί ότι η παρέλαση των σχολείων στους δρόμους ενδεχομένως να αποτελεί έναν πειθαναγκασμό;" είχε ρητορικά διερωτηθεί ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος σε μια επιστημονική ημερίδα (18.12.1992), δείχνοντας ότι τα πράγματα δεν είναι "αυτονόητα".
Αν δούμε την παρέλαση από τη σκοπιά των δικαιωμάτων των μαθητών, αλλά και των καθηγητών τους, η εικόνα αντιστρέφεται. Ατομικά ή συλλογικά κάποιοι δεν θεωρούν ότι μιά μιλιταριστική εκδήλωση είναι απαραιτήτως ο καλύτερος τρόπος γιορτασμού των μεγάλων στιγμών του έθνους. Αλλοι, ηπιότεροι, δεν βρίσκουν ότι το σχολικό "εν δυό" μπροστά στις πολιτικές και λοιπές αρχές αποτελεί μέρος της μαθησιακής διαδικασίας. Και κάμποσοι εκαιδευτικοί αρνούνται να σαλαγάνε τους μαθητές τους χάνοντας μεταξύ άλλων και μια επίσημη αργία. Από την πλευρά της η πολιτεία, η οποία δέχεται επικρίσεις για το "κατάντημα" που κατά καιρούς παρουσιάζει η παρελαύνουσα νεολαία μας, αγωνίζεται να αναστρέψει το κλίμα χαλάρωσης. Προφανώς δεν είναι δυνατό να επιστρατεύσει τις μεθόδους του Μεταξά ή της χούντας προκειμένου να επιτύχει τους "αρτιότερους σχηματισμούς" των μαθητικών τμημάτων.
Μια επίσκεψη στην αρμόδια Διεύθυνση Φυσικής Αγωγής του υπουργείου Παιδείας αποτυπώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο αυτές τις αντιφάσεις. "Δεν υποχρεώνουμε κανέναν μαθητή ή εκπαιδευτικό να συμμετάσχει στις παρελάσεις", μας λέει ο υπεύθυνος υπάλληλος. "Ακόμα κι αν υπάρχουν παλαιότερες σχετικές εγκύκλιοι που επιβάλλουν την υποχρεωτική συμμετοχή, έχουν ατονήσει". Ομως στην ίδια διεύθυνση ανακαλύπτουμε επείγον έγγραφο του πρώην υφυπουργού Ν. Λεβογιάννη, ο οποίος θεωρεί "αδιανόητη τη μη συμμετοχή εκπαιδευτικών" στις παρελάσεις και προβλέπει για τους συμμετασχόντες "ισόχρονη απαλλαγή από τις λοιπές εξωδιδακτικές εργασίες" (Δ2/4445/24.3.89). Στο ίδιο έγγραφο ο τότε Διευθυντής Φυσικής Αγωγής έχει προσθέσει ιδιοχείρως ότι "Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. α και β του νόμου 1566/85 είναι υποχρεωτική η συμμετοχή των μαθητών στις παρελάσεις". Ανατρέξαμε στο εν λόγω άρθρο και διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για το προοίμιο του νόμου που αναφέρεται γενικά στους σκοπούς της εκπαίδευσης και δεν περιλαμβάνει ούτε λέξη για παρέλαση ή εθνική εορτή. Η ερμηνεία του ανώτερου υπαλλήλου ήταν ασφαλώς πολύ υποκειμενική, αν όχι αυθαίρετη. Πάντως κι αυτή η εντολή δεν ισχύει πλέον κατά την εκτίμηση του γραφείου Φυσικής Αγωγής.
Αυτή η ομιχλώδης και κάπως χαλαρή εικόνα που αποκομίζει κανείς από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Παιδείας ανατρέπεται καθημερινά από τη σκληρή πειθαρχία που διέπει συχνά την εκπαιδευτική πράξη: Τα παιδιά που αρνούνται να συμμετάσχουν στις παρελάσεις -συνήθως μάρτυρες του Ιεχωβά που διαφωνούν με τον στρατιωτικό χαρακτήρα των εκδηλώσεων αυτών- υφίστανται σε πολλές περιπτώσεις όχι μόνον αυθαίρετες πειθαρχικές ποινές, αλλά και τον εντεταλμένο χλευασμό του σχολικού τους περιβάλλοντος. Του λόγου το αληθές μαρτυρεί ο εκτενής κατάλογος με τις περιπτώσεις μαθητών που τιμωρήθηκαν αυστηρά γιατί δεν θέλησαν να συμμετάσχουν στην παρέλαση. Είναι εξάλλου χαρακτηριστικό ότι το Συμβούλιο Επικρατείας απέρριψε το 1990 (απόφαση 1651) την αίτηση των Θεόδωρου και Σωτηρίας Νικολαϊδη για ακύρωση της τριήμερης αποβολής που είχε επιβληθεί στα παιδιά τους από το συμβούλιο των καθηγητών του γυμνασίου Χέρσου Κιλκίς επειδή δεν συμμετείχαν στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1988.
Σήμερα, ωστόσο, τα πράγματα εμφανίζονται διαφορετικά και η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αιτιολογήσει με σαφήνεια τις θέσεις της ενώπιον ενός ανώτατου ευρωπαϊκού οργάνου. Πράγματι, η απόφαση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης να παραπέμψει την υπόθεση Βαλσαμή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου συνιστά ρητή αναγνώριση ενός προβλήματος που χρονίζει στα ελληνικά εκπαιδευτικά πράγματα. Και ενώ αναμένεται σύντομα να οριστεί η ημερομηνία της σχετικής συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μία αντίστοιχη υπόθεση, η προσφυγή της οικογένειας Ευστρατίου, βρίσκεται στην πρώτη φάση της διερεύνησής της από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα. Το ερώτημα τίθεται πλέον με τον πιο επίσημο τρόπο: Η τιμωρία των μαθητών που αρνούνται να συμμετάσχουν στις παρελάσεις αποτελεί ή όχι παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα;
Ας θυμίσουμε συνοπτικά τα γεγονότα, όπως προκύπτουν και από τα επίσημα σχολικά έγγραφα: Η (τότε) μαθήτρια του Γυμνασίου Μελισσίων Βικτωρία Βαλσαμή, μάρτυρας του Ιεχωβά, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 1992 για λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Την επομένη, 29η Οκτωβρίου, η Βικτωρία τιμωρήθηκε από τον διευθυντή του σχολείου με αποβολή μιας ημέρας γιατί "οι μαθητές μάρτυρες του Ιεχωβά δεν απαλλάσσονται από άλλες εκδηλώσεις, ιδιαίτερα εθνικού περιεχομένου, παρά μόνον θρησκευτικού". Κατόπιν αυτών, οι γονείς της μαθήτριας Ηλίας και Μαρία, αλλά και η ίδια η Βικτωρία προσέφυγαν στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης τον Απρίλιο του 1993. Η απόπειρα της Επιτροπής να επιτύχει "φιλικό διακανονισμό" των δύο πλευρών, όπως προβλέπει η σχετική διαδικασία, απέτυχε, καθώς η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να δεχθεί ότι η παρουσία των μαθητών στις παρελάσεις μπορεί να θεωρηθεί προαιρετική και να δεσμευτεί ότι στο εξής δεν θα τιμωρούνται τα παιδιά που δεν θέλουν να συμμετάσχουν σε αυτές. Στη συνέχεια της διαδικασίας, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέτασε την υπόθεση και, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποφάσισε την παραπομπή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Στο μεταξύ, και ενώ αναμένεται η συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η διευθύντρια του 2ου Λυκείου Βριλησσίων, απαντώντας προ ημερών σε εξώδικη διαμαρτυρία της οικογένειας Βαλσαμή για το ίδιο θέμα, αφού εξηγεί πώς κατά τη γνώμη της εξασφαλίζεται πλήρως η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, σημειώνει και τα εξής: " Για τον εθνικό όμως φρονηματισμό και την τόνωση των εθνικών αξιών των μαθητών εκτός των άλλων μέσων έχει θεσπιστεί και η συμμετοχή τους στις εθνικές γιορτές και τις παρελάσεις επ' ευκαιρία των εθνικών επετείων, όπως είναι η 28η Οκτωβρίου και η 25η Μαρτίου. Η συμμετοχή όλων των μαθητών στις εθνικές εορτές είναι υποχρεωτική (εγκύκλιος 200.21/16/139240/26.11.77)".
Καθώς οι σχετικές εγκύκλιοι των διαφορετικών διευθύνσεων του υπουργείου είναι ασαφείς και αντιφατικές, αλλά και δεν προβλέπουν συγκεκριμένες πειθαρχικές κυρώσεις, η τιμωρία των μαθητών που αρνούνται να συμμετάσχουν στις παρελάσεις επαφίεται συνήθως στον πατριωτισμό των καθηγητών τους. Στην περίπτωση της φετινής μονοήμερης αποβολής τριών μαθητών από το Γυμνάσιο Σκάλας, σύμφωνη ήταν και η γνώμη των εκπροσώπων των μαθητών. "Υπαινίχθηκαν ότι λόγοι θρησκευτικοί τους εμποδίζουν να συμμετάσχουν στις παρελάσεις των εθνικών επετείων", αναφέρει το πρακτικό της συνεδρίασης. "Παρευρίσκοντο και εκπρόσωποι των μαθητικών συμβουλίων που διατύπωσαν την άποψη ότι η συμμετοχή στην παρέλαση είναι υποχρεωτική για όλους τους μαθητές. Επακολούθησε διεξοδική συζήτηση και πλειοψηφικά απεφασίσθη η αποβολή των τριών μαθητών για μια ημέρα".
Δεν πρόκειται για μεμονωμένο γεγονός. Αντίστοιχα περιστατικά έχουν σημειωθεί σε σχολεία όλης της χώρας. Μόνο το 1994, τιμωρήθηκαν μαθητές στην Καστοριά, την Κομοτηνή, τα Σέρβια κ.α. Η "ταρίφα" μοιάζει συγκεκριμένη: μία ημέρα αποβολή για κάθε παρέλαση. Αυτό δεν αποκλείει βέβαια τους αυτοσχεδιασμούς: ένας γυμνασιάρχης απειλούσε πέρσι τα παιδιά ότι θα τα μηδενίσει στο μάθημα της γυμναστικής και ότι θα τα αποβάλει για τρεις ημέρες.



Στο δικτάτορα Μεταξά οφείλουμε τη θεσμοθέτηση των μαθητικών παρελάσεων
Πότε άρχισε να χαίρεται ο κόσμος

Η παράδοση των μαθητικών παρελάσεων είναι πολύ παλιά στη χώρα μας. Οι ρίζες της φθάνουν στον προηγούμενο αιώνα. Οι πρώτοι που παρέλαυναν ήταν οι φοιτητές σε στιγμές εθνικής κινητοποίησης. Τα σχολεία εμφανίζονται παραταγμένα στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου 1924, ημέρα που συνέπιπτε με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Τα επόμενα χρόνια ανφέρονται μόνο πρόσκοποι και μαθητές στρατιωτικών σχολών που πλαισιώνουν τη στρατιωτική παρέλαση. Το 1932 στην Αθήνα τα σχολεία συμμετέχουν μαζί με τους προσκόπους, τη "φρουρά της πόλης" και τις "εθνικιστικές οργανώσεις" σε παρέλαση ενώπιον επισήμων στον Αγνωστο Στρατιώτη.
Ομως για πρώτη φορά η μαθητική παρέλαση παίρνει χαρακτήρα επίσημο και συμπληρωματικό ως προς τη στρατιωτική, από το 1936. Το Μάρτιο της χρονιάς αυτής παρελαύνουν τα σχολεία επικεφαλής της πομπής, μπροστά στον Μεταξά και τον Βασιλιά. "Πρώτον παρήλασαν τα σχολεία, άι οργανώσεις, οι τροχιοδρομικοί, αντιπροσωπεία χωρικών Μακεδόνων με τας εθνικάς των ενδυμασίας, οι παλαιοί πολεμισταί", διαβάζουμε στο 'Εθνος' της 25.3.36. Ακολούθησε το στράτευμα. Ηταν μια πρώτη δοκιμή για τον επίδοξο δικτάτορα. Λίγους μήνες αργότερα, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της στρατιωτικής συνείδησης της νεολαίας και θα χρησιμοποιήσει γιορτές και παρελάσεις ως όργανα για την επίτευξη των σκοπών της. Το φασιστικό μοντέλο που θαύμαζε ο δικτάτορας πρόβλεπε κάθετη στρατιωτική οργάνωση της νεολαίας και έδινε ιδιαίτερο βάρος στις "γυμναστικές επιδείξεις", στις "παρατάξεις", στις "παρελάσεις" και στις "λαμπαδηφορίες". Η ελληνική μίμηση δεν έφτασε βέβαια την εφιαλτική επιβλητικότητα των γιορτών που οργάνωνε ο Μουσολίνι ή ο Χίτλερ , αλλά ακολουθούσε πιστά τη συνταγή τους. Στο διάστημα αυτό, η προσοχή δόθηκε κυρίως στην οργάνωση της ΕΟΝ, και δια μέσου αυτής επιβάλλονταν στα σχολεία οι επιδιωκόμενοι καταναγκασμοί.
Ο ίδιος ο Μεταξάς σημειώνει στο Ημερολόγιό του στις 25 Μαρτίου 1938: "Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα! -Χθες στο πεδίον του Αρεως με την Εθνική Νεολαία. Το έργον μου! Εργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά από Αθήνας και Πειραιά, περίχωρα και από πολλές επαρχίες. Φάλαγξ "Ι.Μεταξά" Πατρών! (...) -Σήμερα. Τελετή. Ενθουσιασμός. Αποθέωσις. Παρέλασις στρατού θαυμασία. Απόγευμα παρέλασις Σχολείων Προσκόπων κτλ. και Εθνικής Νεολαίας με τα Τάγματα εις την ουράν. Αι φάλαγγες της ΕΟΝ ατέλειωτοι! Ολοι ντυμένοι! Περίπου 12-14 χιλιάδες! Εντύπωσις εις τον κόσμον καταπληκτική!"
Σε μια από τις δεκάδες παρελάσεις μαθητών-φαλαγγιτών που οργάνωσε η 4η Αυγούστου στο Παναθηναϊκό Στάδιο, ο Μεταξάς απευθύνθηκε προς τον Γεώργιο Γλίξμπουργκ: "-Ιδού, Μεγαλειότατε, ο στρατός σας, εις τον οποίον και μόνον πρέπει να στηρίζεσθε." Ο Βασιλιάς θυμόταν το μάθημά του. Και στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1941 συνεχάρη με ημερήσια διαταγή του την ΕΟΝ, η οποία "με πλήρη συνείδησιν της μεγάλης ημέρας, παρήλασεν ενώπιόν μου εις αρτίους σχηματισμούς και παρετάχθη κατά την δοξολογίαν με υπερηφάνειαν και κατανόησιν (...) Δια της τοιαύτης εμφανίσεώς της, ελάμπρυνε την ημέραν της Εθνικής μας Εορτής, αναπληρώσασα τον Στρατόν μας, όστις γενναίως μάχεται δια την τιμήν και Ελευθερίαν της Πατρίδος."
Από τότε η σχολική παρέλαση συνδέθηκε απόλυτα με τη στρατιωτική, και η απουσία των μαθητών θεωρήθηκε αξιόποινη πράξη, ισοδύναμη με την παράβαση στρατιωτικού καθήκοντος. Η εμφυλιοπολεμική περίοδος δεν βελτίωσε φυσικά τις συνθήκες. Η δικτατορία δε χρειάστηκε να κάνει τίποτα περισσότερο απ' το να κοντύνει λίγο τα μαλλιά των αγοριών και να μακρύνει τις φούστες των κοριτσιών. Ηδη στην πρώτη παρέλαση της επταετίας, ο τότε "αντιπρόεδρος" Σπαντιδάκης δήλωνε πολύ ευχαριστημένος: "Είμαι άπολύτως ικανοποιημένος από την εν γένει εμφάνισιν των παρελασάντων τμημάτων (sic) της μαθητιώσης νεολαίας Θεσσαλονίκης. Κατεδείχθη, ότι οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί, ενστενισθέντες τας αρχάς της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου, δίδουν ιδιαιτέραν προσοχήν εις την εκπαίδευσιν και μόρφωσιν της μαθητιώσης νεολαίας, της οποία το φρόνημα και το ήθος είναι λίαν υψηλά σήμερα."
Και οι κυβερνήσεις της μεταπόλίτευσης δεν διανοήθηκαν να αμφισβητήσουν την αναγκαιότητα των υποχρεωτικών μαθητικών παρελάσεων. Φρόντισαν μόνο να απαλύνουν τις ακρότητες του στρατιωτικού καθεστώτος και να προσαρμόσουν τον καταναγκασμό στα "δημοκρατικά ήθη". Αλλωστε και η Αριστερά που είχε απήχηση εκείνη την εποχή δεν ζήτησε ποτέ να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις. Απαίτησε μόνο να συμπεριληφθούν στους παρελαύνοντες και τα σωματεία των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης.
Για μία και μόνο φορά ετέθη θέμα κατάργησης των μαθητικών παρελάσεων ως αναχρονιστικού θεσμού, αλλά αμέσως η ιδέα απερρίφθη κατηγορηματικά. Ηταν τον Φεβρουάριο του 1984, όταν δημοσιεύθηκε η είδηση. Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα "Ειδήσεις" επιδοκίμασε την απόφαση: "Αξια για κάθε έπαινο η πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας να θέσει τέρμα στις παρελάσεις των μαθητών. Το ολοκληρωτικής νοοτροπίας έθιμο της στρατιωτικοποίησης των νέων, ακόμα και των εξάχρονων παιδιών, με τη 'ζύγιση' και τη 'στοίχιση', με την 'κεφαλή δεξιά', με την απόδοση τιμών στον υπουργό, στο νομάρχη ή στο δεσπότη, δεν συναντάται στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Οχι πάντως στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Γιατί καλλιεργεί στη νεά γενιά ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας, τέτοια που ελάχιστα συμβάλλει στη διαμόρφωση ελεύθερων κι ανεξάρτητων συνειδήσεων."
Η εφημερίδα καλά τα έλεγε. Μόνο που την ίδια μέρα, ο τότε υπουργός Παιδείας Απόστολος Κακλαμάνης έσπευδε να διαψεύσει την είδηση, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι ούτε απόφαση ούτε καν παρόμοια σκέψη δεν υπήρχε. Από τότε κανείς υπουργός δεν διανοήθηκε να αναρωτηθεί για τη σχέση μιας στρατιωτικής επίδειξης με τη διαδικασία της εκπαίδευσης.

Ζητούνται άριοι σημαιοφόροι

Δεν έφταναν οι τόσες διαταγές για τη σύνθεση των τμημάτων της σπουδάζουσας νεολαίας και ιδιαίτερα τα περίπλοκα κριτήρια για την επιλογή των σημαιοφόρων και των παραστατών, ήρθε και η φετινή εξωφρενική ντιρεκτίβα του διευθυντή της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης να αποτελειώσει τον καμβά. Σύμφωνα μ' αυτήν οι σημαιοφόροι και οι παραστάτες πιτσιρικάδες επιλέγονται και με βάση την φυλετική τους καθαρότητα! Πρέπει να είναι έλληνες υπήκοοι, γράφει το επείγον έγγραφο του κ. Γούση (Φ.10/3/Γ1/13, 4.1.95).
Πιθανότατα ο διευθυντής να ήθελε να αντιμετωπίσει με "εθνικό τρόπο" την πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια ιδίως στον μαθητικό πληθυσμό των Δημοτικών. Προνοητικός ο άνθρωπος, έβλεπε να έρχεται η στιγμή κατά την οποία τα επιμελή αραπάκια και τα φιλιππινεζάκια θα ετίθεντο επικεφαλής στις παρελάσεις κρατώντας την τιμημένη γαλανόλευκη ενώπιον των επισήμων. Αλλωστε, ο Γ. Παπανδρέου πριν λίγες βδομάδες "ενέδωσε" στις πιέσεις των αντιρατσιστικών οργανώσεων και επέτρεψε άνευ όρων στα παιδιά των μεταναστών να σπουδάζουν στα δημόσια σχολεία, αυξάνοντας τους φόβους των οπαδών της καθαρότητας της φυλής. Αλλά η έμπνευση του ...φιλότιμου εκπαιδευτικού προσέκρουσε σε ένα άλλο ζήτημα που προφανώς δεν είχε σκεφτεί. Στις 5 Οκτωβρίου, ο "Αδ. Τύπος" εντόπισε το έγγραφό του και τον ξεφώνισε. "Χωρίζει τους Ελληνες μαθητές σε δυο κατηγορίες και απαγορεύει σε Βορειηπειρώτες, Ποντίους και Ομογενείς του εξωτερικού να κρατούν την ελληνική σημαία", γράφει η εθνικά ευαίσθητη εφημερίδα. Δύο μέρες μετά ακολούθησε καταγγελία με το ίδιο περιεχόμενο του βουλευτή Ιωαννίνων της Ν.Δ Γιώργου Χαραλαμπόπουλου και αναμενόταν πλέον η απόσυρση της επίμαχης εντολής από τον υπουργό Παιδείας.



Ούτε η βροχή δεν μας σώζει!

Ο αναγνώστης του Ημερολογίου του Μεταξά είναι συνηθισμένος να διαβάζει δακρύβρεχτες περιγραφές για τις παρελάσεις της "νεολαίας του". Εξαίρεση αποτελεί η 25η Μαρτίου 1939. Γράφει ο δικτάτορας: "25 Μαρτίου, Σάββατον: Εκκλησία. Παρέλασις στρατού. Απόγευμα παρέλασις Νεολαίας, βροχή κρουνηδόν. Να ιδούμε τι αποτέλεσμα θα έχη." Στεγνή διατύπωση. Ούτε επιφωνήματα, ούτε ενθουσιασμοί. Τι συνέβη άραγε;
Τη λύση στο γρίφο μας τη δίνει ο Σπύρος Λιναρδάτος στο βιβλίο του '4η Αυγούστου': "Μια φανφαρόνικη -κατά τα μουσολινικά πρότυπα- επίδειξη της ΕΟΝ ήταν η περίφημη παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1939 στην Αθήνα, όπου πήραν μέρος υποχρεωτικά 50.000 νέοι και παιδιά της περιοχής πρωτευούσης. Στη διάρκεια της παρέλασης έπιασε ραγδαία βροχή που κράτησε πολλές ώρες. Δημιουργήθηκε πανικός, οι βαθμοφόροι τόβαλαν στα πόδια για να γλιτώσουν, ενώ τα σπίτια στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και τους γύρω δρόμους γέμισαν από μουσκεμένα ως το κόκαλο παιδιά που ζητούσαν προστασία. Πολλά παιδάκια τσαλαπατήθηκαν, άλλα πλευρίτωσαν. Επί ώρες και μέρες ακόμα οι γονείς απ' τους πιο μακρινούς συνοικισμούς και τα περίχωρα της Αθήνας και του Πειραιά, έξαλλοι από την αγωνία, έψαχναν να βρουν τα παιδιά τους, που οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ τάχαν εγκαταλείψει στην τύχη τους." (σελ. 175-6).
Εντρομος ο Μεταξάς, σημειώνει την επομένη στο Ημερολόγιό του: "26 Μαρτίου, Κυριακή. Ακόμα αμφιβάλλω δι' αποτέλεσμα χθεσινής βροχής." Η αγωνία του όμως κρατά μόνο μόνο μια μέρα. Ο κυκλοθυμικός του χαρακτήρας υπερισχύει: "27 Μαρτίου, Δευτέρα. Οχι, όχι, τα παιδιά είναι περίφημα, γεμάτα χαρά και υπερηφάνεια."
Ο λογοκρινόμενος Τύπος της εποχής δεν μπορούσε φυσικά να κρύψει τη νεροποντή, αλλά έδωσε εξαρχής τη δική του εικόνα. Διαβάζουμε στο 'Εθνος':
"Η καταρρακτώδης βροχή του απογεύματος του προχθές Σαββάτου δεν ήρκεσεν όχι να ματαιώση, αλλ' ούτε καν να μειώση την λαμπρότητα της παρελάσεως των τμημάτων της Εθνικής Οργανώσεως της Νεολαίας ενώπιον της Α.Μ. του Βασιλέως, του Πρωθυπουργού και των επισήμων. Καίτοι βρεχόμενοι διαρκώς, φαλαγγίται και φαλαγγίτισσαι διετήρησαν τους ωραίους σχηματισμούς των και παρήλασαν υπερήφανοι, με πτερωτόν βήμα, με υπέροχον παράστασιν, με ακτινοβολούντα πρόσωπα, μια ζωντανή εικών της Νέας Ελλάδος, την οποίαν τίποτε δεν μπορεί να καταβάλη. Τα παιδιά της ΕΟΝ απέδειξαν έτσι ότι έχουν ανωτέραν επίγνωσιν του καθήκοντος, βαθύ το αίσθημα της πειθαρχίας και ενθουσιασμόν που δεν ψυχραίνεται από καμμίαν εναντιότητα. Εμπνεόμενα από το παράδειγμα των μελών της Φάλαγγος και των επισήμων, οι οποίοι ασκεπείς παρηκολούθησαν την αλησμόνητον παρέλασιν, και τα πλήθη που συνέρρευσαν διά να καμαρώσουν την ελληνικήν νεότητα έμειναν εις τας θέσεις των, ενούντα τας ενθουσιώδεις επευφημίας των με τας εκδηλώσεις αυτής προς τον Ανακτά και προς τον Κυβερνήτην, και πείθοντα ούτως ότι σήμερον όλαι αι καρδίαι δονούνται με τον ίδιον πατριωτικόν παλμόν." (27.3.1939).

Α-Ω

Από τη Μυτιλήνη η ενδιαφέρουσα πρόταση για την απαλλαγή των μαθητικών παρελάσεων από τον στρατιωτικό τους χαρακτήρα: Οπως έγραψε ο Στρατής Μπαλάσκας στην "Ε" (12.10.95), ο δημοτικός σύμβουλος Λευτέρης Τατάς πρότεινε "να σταματήσουμε να κάνουμε αυτά που μάθαμε (...) επειδή έτσι έκαναν ο Οθωνας και ο Γλίξμπουργκ. Οι εθνικές επέτειοι δεν είναι μιλιταριστικά πανηγύρια, αλλά γιορτές χαράς και περηφάνιας".

Εχει αναρωτηθεί κανείς πόσα κέρματα εκσφενδονίζονται και γιατί, από τα πεζοδρόμια εναντίον των μαθητών την ώρα που αυτοί πασχίζουν να ικανοποιήσουν τα πατριωτικά αισθήματα επισήμων και λαού; Απόψεις κατά καιρούς έχουν εκφραστεί, συμπέρασμα όμως δεν έχει εξαχθεί. Και πώς να βγεί συμπέρασμα, όταν οι αιτίες του χλευασμού είναι άφθονες και διαφορετικές μεταξύ τους.

Η χούντα είχε βάλει πολλή δουλειά στους εκαιδευτικούς ενόψει των παρελάσεων. Δεν έφτανε η πολυήμερη εξαντλητική εκγύμναση των μαθητών και τα σεμινάρια εθνικής διαπαιδαγώγησης που τη συνόδευαν, έπρεπε να χωριστούν και τα "κεφάλια" σύμφωνα με τις ευρύτερες ανάγκες των στρατοκρατών. Εκτός των άψογων σχολικών τμημάτων τα σχολεία όφειλαν να αιμοδοτήσουν και τα παραστατιωτικά τμήματα των Αλκίμων, των Εθνικών Σωματείων χωρίς να "ρίχνουν" και τους πρόσκοπους.

Μαρτυρία της Μαρίας Τζαννέτου που ως μάρτυρας του Ιεχωβά αρνιόταν στις αρχές της δεκαετίας του '70 να συμμετάσχει στην παρέλαση: "Την επόμενη από την παρέλαση έτρωγα πάντα πάρα πολύ ξύλο, ανεβασμένη ψηλά σε ένα μέρος για να με κοιτάζουν όλα τα παιδιά. Μετά το ξύλο και το πρήξιμο των χεριών έτρωγα αποβολή για τρείς ημέρες".

Οι μαθητές δυό Λυκείων της Θεσσαλονίκης, του 1ου και 5ου της περιοχής Καλαμαριάς, παρέλασαν στις 28.10.1991, χωρίς καθοδήγηση, φροντισμένες στολές και σημαίες. Ο λόγος; οι καταλήψεις των προηγουμένων ημερών και η κάπως εκδικητική απόφαση των λυκειαρχών να μην εμπιστευτούν τις σχολικές σημαίες στους μαθητές, επειδή δεν είχαν προλάβει να τους προπονήσουν ούτε είχαν επιλέξει τους σημαιοφόρους και τους παραστάτες. Οι μαθητές τριών άλλων σχολείων με το ίδιο πρόβλημα δεν άσχολήθηκαν ...με το δικαίωμα στην παρέλαση.

Σε καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν γίνονται μαθητικές παρελάσεις, όπως σημείωνε ο Φ. Βεγλερής στην Ενωση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: "Σε ποιά πόλη, σε ποια χώρα της Ευρώπης έχετε δεί τους μαθητές να παρελαύνουν στους δρόμους; Παρελαύνουν μόνο οι εκκλησίες, τα παπαδοπαίδια ή άμα θέλει το παιδί σου να κρατάει το εξαπτέρυγο και να περπατήσει".

Τον Κυβερνητικό επίτροπο της ΕΟΝ υμνούσαν οι παρελαύνοντες μικροί φαλαγγίτες: "Οι φάλαγγες περνούν σε θεία θάμπη/ κι ως πας μπροστά αγέρωχος κι απλός/ στραφτοκοπάει γόνιμα και λάμπει/ στα χέρια Σου ο πέλεκυς διπλός."

Υπό απόλυση βρέθηκαν τις παραμονές του γιορτασμού του "Οχι" το 1991 οι εργαζόμενοι στην ΕΒΟ Αιγίου και σκέφτηκαν να "αμαυρώσουν" την καθιερωμένη παρέλαση στην αχαική πρωτεύουσα. Με μαύρες σημαίες και αντικυβερνητικά πανώ προσπάθησαν να διεισδύσουν στην παρέλαση της λεωφόρου Αγ. Ανδρέα των Πατρών. Οι εθνικές δυνάμεις, στην περίπτωσή μας τα ΜΑΤ, αντέδρασαν με βιαιότητα. Οι απώλειες δεν επεκτάθηκαν στα τμήματα των μαθητών.

Ως "νότα ομορφιάς και ελπίδας" θεωρήθηκε από το σύνολο του τύπου η παρουσία μαζορετών από την Κέρκυρα στην αθηναϊκή μαθητική παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1986. Περιέργως, την 28η Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς τα πολύχρωμα κορίτσια έπαψαν να αρέσουν. Για "καρναβαλοποίηση" μίλησε η αντιπολίτευση και οι προσκείμενές της εφημερίδες, και όπως ήταν επόμενο ο νεωτερισμός τέλειωσε: Μαθητές! Κλείνατε επί Δεξιά!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Commission Europeenne des droits de l' homme, "Requete No 21787/93. Elias, Maria et Victoria Valsamis contre Grece. Rapport de la Commission, adopte le 6 juillet 1995"
. Η έκθεση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την υπόθεση Βαλσαμή, η οποία παραπέμπει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπου θα κριθεί το κατά πόσον η αποβολή μιας μαθήτριας επειδή απουσίασε από την παρέλαση συνιστά παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. "Αντίρρηση Συνείδησης και Ελληνικό Σύνταγμα" (Εκδοση του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης, Αθήνα 1993). Σχολιαμός των μαθητικών παρελάσεων από τους καθηγητές Φ. Βεγλερή και Ν. Αλιβιζάτο.


"Δευτέρα Διάσκεψις περιφερειακών διοικητών και διοικητριών Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας Ελλάδος" (Πρακτικά, τ. Α', εκδ. ΕΟΝ, 1940). Περιλαμβάνεται ομιλία του δικτάτορα Μεταξά για τις εθνικές εορτές και τη νεολαία.


Renato Marzolo, "Αι οργανώσεις της νεολαίας εις την Ιταλίαν" (εκδ. Novissima, Ρώμη 1939). Το ιταλικό πρότυπο της μεταξικής οργάνωσης νεολαίας. Ελένης Μαχαίρα, "Η νεολαία της 4ης Αυγούστου. Φωτογραφές" (εκδ. Ιστορικό Αρχείο Ελλην. Νεολαίς, Αθήνα 1987. Ανάλυση των απεικονίσεων της μεταξικής νεολαίας. Ειδική μνεία στη σημασία που απέδιδε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου στις μαθητικές παρελάσεις.


ΔΕΙΤΕ

Η δίκη της χούντας
του Θεοδόση Θεοδοσόπουλου (1981). Απαγορευμένο από την τότε νεοδημοκρατική λογοκρισία ντοκυμαντέρ, για τη γενεαλογία της μεταπολεμικής εθνικοφροσύνης. Σκηνές παρελάσεων, από το μεταξικό Νέον Κράτος μέχρι τη χουντική Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών.

Ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1975). Οι παρελάσεις και τα θούρια της ΕΟΝ δε θα μπορούσαν να λείπουν από την κλασική αυτή περιδιάβαση στην επαναστατική δεκαπενταετία 1938-52.

Αμαρκόρντ ( Amarcord) του Φεντερίκο Φελίνι (1974). Παιδικές αναμνήσεις από τη μουσολινική Ιταλία. Αναφορά στον κούφιο σχολικό πατριωτισμό της παράτας και της δασκαλίστικης μεγαλοστομίας.




(Ελευθεροτυπία, 29/10/1995)


http://www.iospress.gr/ios1995/ios19951029b.htm