ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΥΡΟΥΣ
Κάποτε νομίζαμε ότι η σοβαρότητα συμβαδίζει με την εγκυρότητα στα μέσα ενημέρωσης. Υπάρχει, όμως, όπως φαίνεται, και ο "έγκυρος" κιτρινισμός. Κι αυτός είναι πολύ χειρότερος από το αδελφάκι του, τον γνήσιο, λαϊκό κιτρινισμό.
Τα ψέματα της εγκυρότητας
Εχουμε συνηθίσει να ακολουθούμε τη διάκριση των μέσων ενημέρωσης σε "έγκυρα" ή "σοβαρά" από τη μια μεριά και "κίτρινα" ή απλώς "λαϊκά" από την άλλη. Με βάση αυτή τη διάκριση, θεωρείται ότι οι ειδήσεις που προέρχονται από τα πρώτα είναι διασταυρωμένες και ορθές, ενώ τα ρεπορτάζ των μέσων της δεύτερης κατηγορίας είναι αναξιόπιστα, ακόμα και φτιαχτά. Μια προσεκτικότερη ματιά στα χαρακτηριστικά των δύο κατηγοριών οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ο διαχωρισμός δεν προφυλάσσει τους αναγνώστες και τους τηλεθεατές από το ψέμα, την υπερβολή, την αστήρικτη προπαγάνδα. Συμβαίνει το αντίθετο. Οταν μια είδηση προέρχεται από "λαϊκό" φύλλο, όλοι είναι προετοιμασμένοι να την υποδεχθούν με κάποια επιφύλαξη. Η ίδια είδηση σε ένα πρωτοσέλιδο "έγκυρης" εφημερίδας έχει την ισχύ της απόλυτης αλήθειας.
Αν περιοριστούμε στην εικόνα των μέσων ενημέρωσης στις ΗΠΑ, εκεί δηλαδή που πρωτοεμφανίστηκε ο όρος "κίτρινη δημοσιογραφία", διαπιστώνουμε ότι ακόμα και τα φύλλα ή τα κανάλια με το μεγαλύτερο κύρος είναι γεμάτα ανακρίβειες, υπαγορευμένες ειδήσεις, έως και ωμά ψέματα. Αυτό το αμφιλεγόμενο περιεχόμενο δεν υπονομεύει την εικόνα του κύρους, διότι κατά κανόνα μένει άγνωστο.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι τα ίδια κατευθυνόμενα ρεπορτάζ δημοσιεύονται σε όλα τα σοβαρά μέσα. Τα "ανταγωνιστικά" δηλαδή μέσα δεν έχουν κατά κανόνα συμφέρον να αποκαλύψουν τον "κιτρινισμό" του αντιπάλου τους, εφόσον φιλοξενούν ανάλογο θέμα και τα ίδια. Ας πάρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα. Στα μέσα του περασμένου Νοέμβρη δεν υπήρχε ούτε ένα σχόλιο στην "Ουάσιγκτον Ποστ", τους "Νιου Γιορκ Τάιμς", την "Γουόλ Στριτ Τζέρναλ" ή το NBC, το CBS και το ABC που να αμφισβητεί την υποχρέωση των ΗΠΑ να επιτεθούν στο Ιράκ. Προβλήθηκαν τρεις μόνο "εναλλακτικές" προτάσεις: ο βομβαρδισμός του Ιράκ, η δολοφονία του Σαντάμ και η αποστολή στρατευμάτων. Δεν υπήρξε ούτε γραμμή για τις διαμαρτυρίες των ειρηνιστών στις ΗΠΑ, δεν ακούστηκε τίποτα για τους εξόριστους Ιρακινούς που ζητούσαν να μη γίνει πόλεμος, δεν δόθηκε βήμα στους διανοούμενους που υποστήριζαν την ειρηνική λύση. Την ίδια μέρα (24.11.97) διάλεξαν τα δυο μεγάλα εβδομαδιαία περιοδικά ("Τάιμ" και "Νιούσγουικ") να κάνουν στόχο τον Σαντάμ στα εξώφυλλά τους. Και στα κύρια ρεπορτάζ τους ασχολούνταν με την προοπτική δολοφονίας του Σαντάμ. "Μήπως πρέπει απλώς να τον σκοτώσουμε;" αναρωτιέται ο Τζ. Μακάλιστερ στο "Τάιμ". Το "Νιούσγουικ" απαντά αρνητικά, μόνο και μόνο όμως για τεχνικούς λόγους: "Είναι δύσκολη υπόθεση ο βομβαρδισμός των σπιτιών του Σαντάμ. Εχει 49 κατοικίες, οι 30 χτίστηκαν μετά τον πόλεμο." Αντίστοιχα σχόλια ανακαλύπτουμε σε ολόκληρο το σοβαρό Τύπο των ημερών. "Ο Σαντάμ Χουσεϊν είναι ο λόγος που ο θεός έφτιαξε τους πυραύλους Κρουζ", γράφει ο Τόμας Φρίντμαν στους "Νιου Γιορκ Τάιμς". Και ο Ρίτσαρντ Κοέν στην "Ουάσιγκτον Ποστ" ταυτίζει τον Σαντάμ με το "απόλυτο κακό". Ενορχηστρωτής όλης αυτής της απροκάλυπτης προπαγάνδας, ένας "δικός μας", ο Τζορτζ Στεφανόπουλος, ο οποίος, ως σύμβουλος ειδήσεων του δικτύου ABC, δεν μασάει τα λόγια του: "Η δολοφονία του Σαντάμ είναι η πιο ηθική λύση".
Αλλά ακόμα και όταν κάποιο -μικρότερης εμβέλειας- μέσο τολμά να κάνει κάποια δυσάρεστη για τους κρατούντες αποκάλυψη, πέφτουν όλα τα άλλα πάνω του να το πνίξουν. Η "Σαν Χοσέ Μέρκιουρι Νιους", τον Αύγουστο του 1996, με μια σειρά άρθρων αποκάλυψε ότι η υποστήριξη που παρείχε η CIA στους Κόντρας της Νικαράγουας συνδέεται με τη μαζική εισαγωγή κοκαϊνης στις φτωχογειτονιές των μαύρων στο Λος Αντζελες. Οι τρεις μεγαλύτερες εφημερίδες της χώρας ("Ουάσιγκτον Ποστ", "Νιου Γιορκ Τάιμς" και "Λος Αντζελες Τάιμς") κάλυψαν με τη σιωπή τους την αποκάλυψη επί ένα μήνα. Και ξαφνικά τον Οκτώβριο επιτέθηκαν συντονισμένα στην "Μέρκιουρι Νιους" καταγγέλλοντας τις πηγές και τις διαπιστώσεις της. Από τη δική τους πλευρά οι "σοβαρές" εφημερίδες στηρίχθηκαν αποκλειστικά στη διάψευση της ίδιας της CIA. Ολα τα επιχειρήματά τους έφεραν τη σφραγίδα "κρατικών πηγών που είναι σε θέση να γνωρίζουν τη δραστηριότητα των υπηρεσιών ασφαλείας". Η στάση αυτή των τριών μεγάλων εφημερίδων ερμηνεύεται από το βεβαρυμένο τους παρελθόν. Στα τέλη της δεκαετίας του '80 οι "Νιου Γιορκ Τάιμς" και η "Ουάσιγκτον Ποστ" είχαν υποστηρίξει τη στρατιωτική βοήθεια στους Κόντρας, και το Φεβρουάριο του 1988 είχαν πιέσει το Κονγκρέσο να εγκρίνει την πολιτική του Ιράνγκεϊτ.
Αυτή η αναξιόπιστη δημοσιογραφία των "εγκύρων" φύλλων δεν περιορίζεται στα "εθνικά" θέματα των ΗΠΑ. Ακόμα και τα πρωτοσέλιδά τους φιλοξενούν με μεγάλη ευκολία ψέματα, ανακρίβειες, παραπληροφόρηση. Μικρό παράδειγμα από κάποιες "λεπτομέρειες" που κατέγραψαν οι αναλυτές Στιβ Ρένταλ και Τζιμ Νορέκας στα κύρια άρθρα της έγκυρης "Γουόλ Στριτ Τζέρναλ":
* Τον Οκτώβριο του 1991 η εφημερίδα, με αφορμή μια υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης αποφάνθηκε ότι η μαρτυρία της ενάγουσας δεν είναι ισχυρή και ότι "οι ανιχνευτές ψεύδους είναι αναξιόπιστοι". Λίγους μήνες αργότερα, όταν χρειάστηκε να υποστηρίξει τη μαρτυρία του πρώην υπουργού Αμυνας, ο οποίος είχε κατηγορηθεί για το Ιράν-γκεϊτ, η "Τζέρναλ" έγραφε τα ακριβώς αντίθετα: "Ο κ. Γουάινμπεργκερ είναι αθώος, εφόσον πέρασε επιτυχώς από ανιχνευτή ψεύδους."
* Οταν η BBCI πήρε τον έλεγχο της First American Bank, η εφημερίδα αποφάνθηκε ότι "ένα μάτσο Αραβες απατεώνες απέκτησαν τον έλεγχο της μεγαλύτερης τράπεζας στην Ουάσιγκτον" (28.10.94). Πέρα από τη σαφή ρατσιστική χροιά του κειμένου, ο ιδρυτής και ο διοικητής της BCCI δεν ήταν Αραβες αλλά Πακιστανοί. Οι αποδέκτες των δανείων της ήταν Ινδοί, και ο κύριος χαμένος από το σκάνδαλο ήταν ο κυβερνήτης του Ντουμπάι, μιας αραβικής δηλαδή χώρας.
* Ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Τζορτζ Μελόαν δικαιολόγησε τη δυσφήμηση του δημοσιογράφου των "Νιου Γιορκ Τάιμς" Ρέιμοντ Μπόνερ, λέγοντας ότι "είναι μαρξιστής" και ότι "κάλυψε τη σφαγή των αμάχων στο Ελ Σαλβαδόρ, χωρίς να αποκαλύψει στους αναγνώστες του ότι περιείλθε τη χώρα συνοδεύοντας τους αντάρτες". Στην πραγματικότητα ο Μπόνερ το ξεκαθάριζε σε κάθε του άρθρο. Αλλωστε η πρώτη συνέχεια του ρεπορτάζ του επιγραφόταν "Με τους αντάρτες του Σαλβαδόρ στην πρώτη γραμμή".
* Στα κύρια έρθρα της η "Τζέρναλ" αναφερόταν στον ηγέτη του αντάρτικου στην Αγκόλα Τζόνας Σαβίμπι ως "βετεράνο του αγώνα κατά της Πορτογαλίας" (8.11.79 και 30.6.89). Ηδη από το 1978 είχε αποκαλυφθεί ότι ο Σαβίμπι υπήρξε μισθοδοτούμενος πράκτορας του πορτογαλικού στρατού.
* Η εφημερίδα ενθάρρυνε τη Γαλλία να ασκήσει βία εναντίον της Greenpeace που αντιδρούσε στις πυρηνικές δοκιμές στον Ειρηνικό. "Οταν αντιμετωπίζεις φανατικούς με παράλογες απαιτήσεις δεν έχεις άλλη επιλογή από τη βία". (12.7.95)
* Σε ένα κύριο άρθρο περί εγκληματικότητας (11.2.94) η "Τζέρναλ" υποστήριζε ότι "έχει γίνει ρουτίνα για τους εγκληματίες να δολοφονούν τα θύματά τους κατά τη ληστεία για να εξαφανίζουν τα ίχνη τους". Σύμφωνα με τις στατιστικές του FBI το 99.7 των ληστειών δεν καταλήγουν σε φόνο.
Είναι αυτονόητο ότι η έγκυρη αυτή παραπληροφόρηση που συντάσσεται στις ΗΠΑ επηρεάζει -μέσω των μεγάλων πρακτορείων ειδήσεων και των συνεργασιών με τα ΜΜΕ όλου του κόσμου- την εικόνα της πραγματικότητας σ' ολόκληρο τον πλανήτη. Γι' αυτό το λόγο έχει ιδιαίτερη αξία η δημιουργία και η εξάπλωση στην ίδια την Αμερική δικτύων και ομάδων δημοσιογράφων που έχουν μοναδικό σκοπό την αποκατάσταση της αλήθειας και την ανατροπή του "έγκυρου" κιτρινισμού. Με πυρήνα μια ομάδα διανοουμένων γύρω από τον Νόαμ Τσόμσκι έχουν συγκροτηθεί αρκετές ομάδες και εκδίδονται έντυπα όπως το "Extra" (περιοδικό της οργάνωσης Fairness and Accuracy in Reporting) ή το "Lies of Our Times" (το οποίο δυστυχώς ανέστειλε την έκδοσή του). Μια καθημερινή παρακολούθηση των κιτρινισμών των σοβαρών ΜΜΕ μπορεί κανείς να έχει μέσω της σελίδας του "Προγκρέσιφ" στο Ιντερνετ (http://www.progressive.org/worst.htm) και ειδικά στη στήλη "τα χειρότερα άρθρα της εβδομάδας".
Ο Τύπος με την κίτρινη φουστανέλα
Δεν χρειάζεται να ανασύρουμε από το αρχείο μας τις κλασικές κιτρινιές των εντύπων του γνωστού συγκροτήματος (το μαγικό νερό του Καματερού, την εξόντωση του γιατρού Τσιρώνη, ή τα περί του "Γιού του αγωγιάτη"), για να υποψιαστούμε ότι και στη χώρα μας ο σοβαρός Τύπος δεν είναι καθόλου αθώος. Αρκεί μια πρόχειρη ματιά στη συγκομιδή των τελευταίων χρόνων, για να διαπιστωθεί ότι τα μυθεύματα -κατά κανόνα απότοκα της ιδεολογικοπολιτικής εμπάθειας των συντακτών τους- δεν βρίσκονται μόνο στις σελίδες του λαϊκισμού.
Την περίοδο του εθνικιστικού παροξυσμού η τερατολογία ήταν περίπου καθεστώς στα ελληνικά ΜΜΕ. Παράδειγμα κιτρινισμού αποτέλεσε και η καταμέτρηση της ελληνικής μειονότητας στα εδάφη της π.Γ.Δ. Μακεδονίας. "Στην περιοχή των Σκοπίων διαβιούν 250.000 ακραιφνείς Ελληνες", έγραφε η "Καθημερινή" (1.1.1992) βασιζόμενη σε κάποιες μυστικές αλβανικές πηγές της! Το μέγεθος του εκεί "ελληνισμού" αυξομειωνόταν για πολύ καιρό κατά πώς συνέφερε τα "εθνικά μας δίκαια". Οι έγκυροι αναλυτές που ήθελαν να "στείλουμε μερικές μεραρχίες στα Σκόπια" (και δεν εννοούμε μόνο την παρέα του κ. Παπαθεμελή), μέτραγαν σε εκατοντάδες χιλιάδες την ελληνική κοινότητα. Οι άλλοι που ήθελαν να μοιράσουν ή να αφήσουν ολόκληρο το "κρατίδιο" στα χέρια της Σερβίας, μας διαβεβαίωναν ότι ούτε ένας γνήσιος Ελληνας δεν υπάρχει εκεί. "Οι εθνότητες που συνθέτουν το πληθυσμιακό μωσαϊκό των Σκοπίων ουδέν κοινό έχουν με τον Ελληνισμό", διαπίστωνε ο τεχνικός των συρράξεων και σταθερός αναλυτής των "Νέων", Μιχάλης Δούντας (7.1.1992).
Ο προηγούμενος τραγέλαφος με τους "υπό απελευθέρωση αδελφούς μας", ωχριά μπροστά σε άλλα "έγκυρα" και πολύ περισσότερο προβεβλημένα δημοσιεύματα της εποχής: "Θέλουν τη Θεσσαλονίκη", (οι Σκοπιανοί, προφανώς!) αποκαλύπτει σε ανάλυση-σεντόνι το "Βήμα" (15.9.1991). Ομως, όσο κι αν προασπαθήσετε, άκρη δεν θα βγάλετε. "Τα μυστικά σχέδια, οι συμμαχίες και οι κινήσεις των Σκοπιανών", τελικά "τεκμαίρονται" από τις δηλώσεις, στη Θεσσαλονίκη, του προέδρου της βουλής "των εχθρών" Στόγιαν Αντοφ. Ο άνθρωπος απλώς επιδίωκε να συμφωνήσει με τις ελληνικές αρχές για την εμπορική χρήση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης! Η εθνική σκοπιμότητα υποχρέωσε και αργότερα τη ναυαρχίδα του συγκροτήματος Λαμπράκη να κιτρινίζει. "Εξοπλίζονται μυστικά τα Σκόπια. Επιθετική στρατιωτική μηχανή ετοιμάζει η κυβέρνηση Γκλιγκόροφ", μας σέρβιρε επίσης το "Βήμα" στις 7.11.1993. Διαβάζοντας, πάλι δεν βγαίνει η είδηση. Εκτός αν πιστέψουμε ότι οι 30.000 άνδρες που πάλευε να οργανώσει σε στρατό το νεοϊδρυθέν κράτος, αποτελούσαν "εθνική απειλή".
Για τον "Οικονομικό Ταχυδρόμο", η κατεξοχήν ειδησεογραφική επιτυχία της τελευταίας 10ετίας ήταν μια ακόμα "εθνική αποκάλυψη". Την 1η Ιουλίου 1993, ο Σαράντος Καργάκος ξεσκέπαζε τη συνωμοσία της Αναστασίας Καρακασίδου. Δηλαδή, τη διατριβή της θεσσαλονικιάς ερευνήτριας στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον "με θέμα τους δίγλωσσους πληθυσμούς της περιοχής". Καθώς ο ίδιος δεν είχε διαβάσει την επίμαχη μελέτη, η εκτίμησή του για το περιεχόμενό της - αλλά και για το ποιόν της συγγραφέως, που κατηγορείται ότι "παίρνει θέση στο πλευρό του εχθρού, αμειβόμενη παχυλώς για τα ιστορικά φληναφλήματά της" κι ότι "προφανώς (sic) αναπαράγει τις θεωρίες του κομιτατζή Σαντάνσκη ή του Ντάμιαν Γκρούεφ"- προέκυψε από δευτερογενείς πηγές, τις πληροφορίες κάποιου ανώνυμου "παλιού μαθητή" του αρθρογράφου, και κυρίως, από το θέμα της: "Τίτλος του διδακτορικού είναι 'Fields of wheat, hills of shrub. Agrarian development and the dialectics of ethnicity and nationality in Nothern Greece, 1913-1990' (Χωράφια σιταριού, λόφοι με χαμόδενδρα. Αγροτική ανάπτυξη και οι διάλεκτοι της εθνότητας και της εθνικότητας στη Βόρειο Ελλάδα)". Οσοι από τους αναγνώστες του κ. Καργάκου γνώριζαν στοιχειωδώς αγγλικά, θα κατάλαβαν φυσικά ότι οι "διάλεκτοι" του τίτλου στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά η "διαλεκτική" κι ότι ο εθνικόφρων μεταφραστής απλώς έπεσε θύμα της ημιμάθειάς του. Ελάχιστοι όμως θα πληροφορήθηκαν ότι, τελικά, αντικείμενο του "ανθελληνικού" έργου δεν είναι οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της ελληνικής Μακεδονίας, αλλά ένα ελληνόφωνο χωριό λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη! Χάρη στην εκστρατεία που εξαπέλυσε τις επόμενες εβδομάδες το έγκυρο περιοδικό, σπεύδοντας να αξιοποιήσει την "επιτυχία" του, και την υιοθέτησή της στη συνέχεια από τους ταγούς του εγχώριου νεοφασισμού, το βιβλίο μπόρεσε να εκδοθεί (στο εξωτερικό) μόλις την περασμένη άνοιξη.
Στις 27.1.1995, ήταν η σειρά των "Νέων" να ξεσκεπάσουν το ρόλο του ανταποκριτή του Γαλλικού Πρακτορείου στην Αθήνα, Αλέν Ναβαρό. Τον κατηγόρησαν επειδή έγραψε για "δήθεν κλίμα αντισημιτισμού που επικρατεί στην Ελλάδα". Αν έκανε όμως τον κόπο ο "θιγόμενος" συντάκτης -που θέλει να πιστεύει ότι δεν υπάρχει ίχνος αντισημιτισμού στη χώρα μας- να βρεί τις πηγές του κ. Ναβαρό, θα μάθαινε ότι η έρευνα (στην οποία βασίστηκε ο "κακός ξένος") είχε πραγματοποιηθεί από το Ιδρυμα Λαμπράκη, με χρήματα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η μελέτη είχε διενεργηθεί το 1993 με υπεύθυνο τον καθηγητή Κωνσταντίνο Τσουκαλά και είχε καταγράψει ότι στην Ελλάδα το 57% των πολιτών απεχθάνεται, λίγο ή πολύ, τους Εβραίους!
Μετά από αυτά τι να λέμε για τα πρωτοσέλιδα της "Καθημερινής" ότι "Τούρκοι αγοράζουν τη γή της Θράκης που εγκαταλείπουμε" (11.9.1994), για την περιπέτεια της πλαστής δήλωσης Κίσινγκερ (από το "Νέμεσις" ως την "Καθημερινή") ή για την αποκάλυψη του κ. Πρετεντέρη ("Bήμα" 16.2.1997) ότι ένας συνδικαλιστής καθηγητής έπαιρνε "ανελλιπώς" 15.000 για ιδιαίτερα μαθήματα -αλλά ο αρθρογράφος ακόμα να μπορέσει να διασταυρώσει την καταγγελία ενός ανώνυμου γονιού! Ψιλά γράμματα θα πείτε, όταν συχνά πυκνά ο ανώνυμος "Βηματοδότης" και η κουτσομπόλα "Σίβυλλα" έχουν μπάσει στα σοβαρά σαλόνια τη δημοσιογραφία του κομμωτηρίου.
3
Η φαντασία του απορρήτου
Είναι φορές που οι γκάφες των "σοβαρών" φύλλων βγάζουν πολύ γέλιο. Κυρίως γιατί η δημοσιογραφική αρλούμπα πλασάρεται με τη δέουσα οίηση, τόσο συνηθισμένη σε αυτή την κατηγορία εντύπων. Το παράδειγμα, αντλημένο από την πολυκύμαντη ιστορία της γαλλικής "Λε Μοντ", προκαλεί ακόμη ταραχή στους παλαιότερους συντάκτες του εγκυρότερου ημερήσιου φύλλου της Γαλλίας:
Στις αρχές Ιουλίου του 1972, οι αναγνώστες της "Λε Μοντ" βρέθηκαν μπροστά σε μια συγκλονιστική αποκλειστικότητα της εφημερίδας τους. Η είδηση αφορούσε το αστυνομικό δελτίο και ήταν από εκείνες που δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει αδιάφορος: Ενα ζευγάρι άφησε ένα βράδυ τα δύο παιδιά του μόνα στο σπίτι για να πάει σε κοσμικό δείπνο που διοργάνωναν φίλοι στο αριστοκρατικό προάστιο Νεγί. Το δεκάχρονο αγόρι υποσχέθηκε να βάλει νωρίς για ύπνο την τετράχρονη αδελφούλα του και να μην ανοίξει σε κανέναν την πόρτα. "Στις δέκα χτύπησε το τηλέφωνο", συνέχιζε το δημοσίευμα. "Ηταν το αγοράκι, έντρομο αλλά ανακουφισμένο: 'Μπαμπά, ήρθε ένας κλέφτης και τον σκότωσα'. 'Ερχομαι αμέσως.' (...) Ο κλέφτης είναι πράγματι εκεί, ξαπλωμένος στο χαλί του σαλονιού, μέσα σε μια λίμνη αίματος. (...) Την ώρα που ο κλέφτης έψαχνε τα συρτάρια ενός επίπλου, το παιδί πήγε και πήρε από το γραφείο του μπαμπά του το όπλο, επέστρεψε νυχοπατώντας και, όπως στο παιχνίδι ή στην τηλεόραση, πυροβόλησε τον σκυμμένο άνδρα."
Ερχεται η αστυνομία και αποκαλύπτεται ότι ο νεκρός είναι ο νεαρός γιος των φίλων που διοργάνωναν το πάρτι. Οι δύο οικογένειες αποφασίζουν με τη συνενοχή των αρχών να αποκρύψουν την αλήθεια. Η υπόθεση χώνεται στο συρτάρι, οι γονείς του κλέφτη ανακοινώνουν ότι ο γιος τους αυτοκτόνησε, ενώ ο ανήλικος δολοφόνος και οι αδελφή του φεύγουν αμέσως για διακοπές. Κατακλείδα του δημοσιεύματος, το απαραίτητο ηθικό δίδαγμα: "Πέρασαν ήδη εβδομάδες από το συμβάν, αλλά δεν ασχολήθηκε καμία άλλη εφημερίδα με αυτό. Κι όμως, πρόκειται για ένα γεγονός κυνικό και ψυχρό, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της εποχής μας."
Πανικόβλητες από την αποκάλυψη, οι αστυνομικές και ανακριτικές αρχές προσπαθούν μάταια να βρουν κάποιο στοιχείο που να τεκμηριώνει τη σοβαρή καταγγελία. Ο δαιμόνιος ρεπόρτερ αρνείται να τις βοηθήσει, επικαλούμενος το δημοσιογραφικό απόρρητο. Η λύση θα δοθεί τον Οκτώβριο του 1974, όταν η "Φρανς Σουάρ" αποφασίζει -με την απαραίτητη πάντως συναδελφική αβρότητα- να εξηγήσει ότι πριν από δύο χρόνια έκανε θραύση στις κοσμικές συντροφιές η ιστορία με ένα αγοράκι που έμεινε μόνο στο σπίτι κ.λπ. κ.λπ. Η ιστορία είχε πρωτοεμφανιστεί το 1893 και κατά καιρούς κυκλοφορούσε σαν ανέκδοτο στις παρέες.
4
Το "τοπ-τεν" της λογοκρισίας
Τη λογοκρισία που ασκούν συστηματικά τα υπεράνω πάσης υποψίας αμερικανικά μέσα ενημέρωσης παρακολουθεί εδώ και χρόνια μια ομάδα ειδικευμένων "κριτών" με έδρα το Πανεπιστήμιο της Σονόμα, μιας μικρής πόλης κοντά στο Σαν Φρανσίσκο (ομάδα "Project Censored"). Οι πανεπιστημιακοί, συγγραφείς και δημοσιογράφοι που αποτελούν την ομάδα εντοπίζουν από το 1976 τα σημαντικά ζητήματα που εξαφανίστηκαν "μυστηριωδώς" από πρωτοσέλιδα και δελτία ειδήσεων και ερμηνεύουν τους μηχανισμούς που σε κάθε περίπτωση επέβαλαν την απόκρυψη μιας συνταρακτικής είδησης. Συνέπεια της επιθυμίας τών κατά τα λοιπά "έγκυρων" μέσων να μη συγκρούονται με την πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας, η (αυτό)λογοκρισία αυτή συνιστά πλέον πάγια δημοσιογραφική πρακτική, καταδικάζοντας τους αμερικανούς πολίτες σε ελλιπή και στρεβλή ενημέρωση. Κάθε άνοιξη, η ομάδα του Πανεπιστημίου Σονόμα δίνει στη δημοσιότητα έκθεση με τις δέκα σημαντικότερες ιστορίες που λογοκρίθηκαν τη χρονιά που πέρασε. Η τελευταία, αυτή που αναφέρεται στο "Τοπ Τεν" του 1996, περιλαμβάνει τα ακόλουθα θέματα:
1. Ουδείς θεώρησε σκόπιμο να ασχοληθεί με τους κινδύνους που εγκυμονεί το νέο διαστημικό πρόγραμμα της ΝΑΣΑ, και κυρίως η αποστολή του δορυφόρου Τιτάν IV στον Κρόνο: σε περίπτωση ατυχήματος, το ουράνιο που μετέφερε ο δορυφόρος θα απειλούσε με ραδιενεργό μόλυνση ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αλλά το δίκτυο NBC συγγενεύει με την Τζένεραλ Ελέκτρικ και το CBS με την Ουεστινγκχάους. Η πρώτη προμηθεύει το 40% της παγκόσμιας πυρηνικής βιομηχανίας, ενώ η δεύτερη κατασκευάζει κινητήρες για πυρηνικούς αντιδραστήρες.
2. Η "Γουόλ Στριτ Τζέρναλ", οι "Νιου Γιορκ Τάιμς" και η "Ουάσινγκτον Ποστ" απέφυγαν επιμελώς να συνδέσουν την πετρελαϊκή εταιρεία Σελ με τα αιματηρά γεγονότα στην περιοχή του Δέλτα του Νίγηρα και τις εκτελέσεις του συγγραφέα Κεν Σάρο Ουίουα και των συντρόφων του.
3. Τα μέσα φρόντισαν να προβάλουν μόνο τις θετικές πλευρές του μισθολογικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης Κλίντον, το οποίο είχε την άμεση υποστήριξη και των Ρεπουμπλικανών. Παρέμειναν έτσι "κρυφά" τα άρθρα εκείνα που ακυρώνουν στην ουσία τις πολυδιαφημισμένες βελτιώσεις του νόμου.
4. Τα μέσα ενημέρωσης σχετίζονται στενά με τις περιβόητες εταιρείες δημόσιων σχέσεων και βασίζονται στις πληροφορίες που τους διοχετεύουν, θεωρώντας περιττό να τις ελέγξουν. Με τον τρόπο αυτό βλέπουν το φως ανακριβή ρεπορτάζ, πνίγονται ανεξάρτητες φωνές και διαφημίζονται προϊόντα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία.
5. Τηλεοράσεις και εφημερίδες επιτείνουν την τάση του υπουργείου Δικαιοσύνης να θεωρεί εγκληματικές ενέργειες μόνο τις δολοφονίες και τις ένοπλες ληστείες. Ετσι δεν διώκονται ποτέ οι βιομηχανίες, παρόλο που οι δικές τους παραβάσεις είναι κατά δέκα έως πενήντα φορές περισσότερες από την εγκληματικότητα "του δρόμου". Το κοινό δεν πληροφορήθηκε, για παράδειγμα, ότι το 1987 πέθαναν πρόωρα 50.000-70.000 εργάτες λόγω της πολύχρονης έκθεσής τους σε τοξικές ουσίες, ενώ οι δολοφονίες της ίδιας χρονιάς δεν ξεπέρασαν τις 21.000.
6. Ενώ το κοινό ενημερώνεται για τις συνεχείς συγχωνεύσεις τραπεζών, πουθενά δεν πρόκειται να διαβάσει για τις σοβαρές επιπτώσεις που θα έχει στο μέσο Αμερικανό αυτή η υπερσυγκέντρωση των τραπεζικών κεφαλαίων στα χέρια του 1% των τραπεζιτών της χώρας.
7. Τα φτωχότερα στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας γίνονται αντικείμενο της πιο αισχρής εκμετάλλευσης από γραφεία δανεισμού, ενεχυροδανειστήρια κ.ο.κ. Σε κάποια από αυτά, μια τηλεόραση τριακοσίων δολαρίων κοστίζει τελικά χίλια δολάρια. Ποτέ ωστόσο δεν γράφεται ότι πίσω από τη "βιομηχανία της φτώχειας" κρύβονται τα μεγαλύτερα ονόματα της Γουόλ Στριτ: Φορντ, Σίτιμπανκ, Αμέρικαν Εξπρές κ.ο.κ.
8. Συχνά από άγνοια, τα μέσα δεν ενημερώνουν το κοινό τους για τις εφιαλτικές εξελίξεις στον τομέα της συλλογής πληροφοριών που αφορούν τα ατομικά στοιχεία των πολιτών. Γιγαντιαίες ιδιωτικές και κρατικές βάσεις δεδομένων όχι μόνο "φακελώνουν" τους Αμερικανούς, αλλά, όπως φαίνεται, επιδίδονται και σε αλληλοσυμπληρώσεις χάρη στο ήδη διαδεδομένο κυβερνο-κουτσομπολιό τους.
9. Τα μέσα ενημέρωσης δεν ασχολήθηκαν με το γεγονός ότι για πρώτη φορά έγινε εκτεταμένη χρήση ουρανίου (σε σφαίρες και τανκς) κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου.
10. Ενώ οι οικονομικές ειδήσεις καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερη θέση στις στήλες των εφημερίδων, πενιχρή έως ανύπαρκτη είναι η αναφορά στους κινδύνους που προοιωνίζεται η συνεχής μείωση των αποθεμάτων του πλανήτη σε ρύζι και δημητριακά.
ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ
ΙΣΠΑΝΙΑ. Η παραχάραξη των ειδήσεων από έντυπα παγκοσμίου φήμης δεν είναι καθόλου πρόσφατο φρούτο. Στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, λχ, η συντηρητική διεύθυνση των "Νιου Γιορκ Τάϊμς" είχε πετσοκόψει επανειλημμένα τις -αρνητικές για τους φασίστες- ανταποκρίσεις του εξαίρετου Χέρμπερτ Μάθιους. Χαρακτηριστική έχει μείνει η παραχάραξη των τηλεγραφημάτων του για τη μάχη της Γκουανταλαχάρα (1937), την πρώτη δηλαδή μαζική συμμετοχή του ιταλικού εκστρατευτικού σώματος στο πλευρό του Φράνκο: κατά διαταγήν του βοηθού αρχισυντάκτη Ρέϊμοντ Μακόου, η εφημερίδα αντικατέστησε παντού τη λέξη "ιταλοί/ιταλικά" με το "στασιαστές/στασιαστικά". Οταν ο Μάθιους διαμαρτυρήθηκε, η διεύθυνση του εξήγησε ότι "οι Τάϊμς δε μπορούν να κάνουν έμμεση κομμουνιστική προπαγάνδα".
Β.ΙΡΛΑΝΔΙΑ. Αντιμέτωπες με ένα κατεξοχήν "εθνικό θέμα", οι κιριλέ εφημερίδες του Σίτι σπάνια διστάζουν να βάλουν νερό στο δεοντολογικό κρασί τους. Δυο παραδείγματα είναι αρκετά. Το καλοκαίρι του 1978 ο "Ομπσέρβερ" πολτοποίησε ολόκληρο το ένθετο περιοδικό του, τυπωμένο πριν από το καθεαυτό φύλλο της εφημερίδας, όταν ο αρχισυντάκτης της τελευταίας έκρινε "υπερβολικά τολμηρό" ένα άρθρο της ανταποκρίτριάς του στο Ντέρι, Μέρι Χόλαντ. Το ένθετο ξανατυπώθηκε με το άρθρο "ευπρεπισμένο", χωρίς η συντάκτριά του να ενημερωθεί σχετικά. Μια δεκαετία αργότερα, το Μάϊο του 1988, οι "Σάντεϊ Τάϊμς" παραχάραξαν χονδροειδώς τα ρεπορτάζ τριών δημοσιογράφων τους από το Γιβραλτάρ, προκειμένου να "διαψεύσουν" τις αποκαλύψεις της Thames TV (που, επιπλέον, ανήκε σε ανταγωνιστικό συγκρότημα) σχετικά με το φόνο τριών μελών του IRA από τους κομάντος της SAS.
ΙΡΑΝ. Οι τακτικοί αναγνώστες του "Νιούσγιουϊκ" μάλλον θα ένοιωσαν κάπως παράξενα όταν το Νοέμβριο του 1978 άρχισαν οι αποκαλύψεις για τα "μυστικά κονδύλια" του Σάχη. Σύμφωνα με τον πρώην διευθυντή της υπηρεσίας πρωτοκόλλου του ιρανικού Γραφείου Τύπου, Σιαμάκ Ζάντ, ο επικεφαλής του γραφείου του περιοδικού στην Τεχεράνη, Αρνό ντε Μπογκρέϊβ, είχε τσεπώσει κατά καιρούς διάφορα "φακελάκια" έναντι των υπηρεσιών που προσέφερε με τα δημοσιεύματά του στο αιμοσταγές καθεστώς του απόλυτου μονάρχη. Αλλοι παραλήπτες τέτοιων "δώρων" ήταν ο πολύς Ζεράρ ντε Βιλιέ, ο ακροδεξιός Ρόμπερτ Μός της "Ντέϊλι Μέϊλ" κι ένας ευκαιριακός αναλυτής της διεθνούς επικαιρότητας στους λονδρέζικους "Τάϊμς".
ΝΟΜΠΕΛ. Αξιοσημείωτες επισημάνσεις του περιοδικού Lies of Our Times (12/1992) για το πώς χειρίστηκαν τα "έγκυρα" έντυπα των ΗΠΑ τη βράβευση της ινδιάνας Ριγκομπέρτα Μεντσού από τη Γουατεμάλα με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 1992, σε σύγκριση με την κάλυψη της βράβευσης του Λεχ Βαλέσα (Πολωνία) και της Αούνγκ Σαν (Βιρμανία): "Η "Γουόλ Στρίτ Τζέρναλ", που είχε αφιερώσει μια στήλη κι ένα κύριο άρθρο υμνώντας την Αούνγκ και το Βαλέσα, παραχώρησε μόλις 44 λέξεις για το βραβείο του 1992. Το "Νιούσγουϊκ", που είχε αφιερώσει σελίδες στην `ατρόμητη', `φλογερή' Αούνγκ και την `ηθική δύναμη' του Βαλέσα, έκρινε πως η Μεντσού άξιζε ένα κομματάκι 81 λέξεων, με τον τίτλο `Πάρτα Κολόμβε!'". Οπως και οι "Νιου Γιορκ Τάϊμς", τα δυο έντυπα έδωσαν επίσης έμφαση στις κατηγορίες της γουατεμαλέζικης χούντας κατά της Μεντσού και αποσιώπησαν πλήρως τους αγώνες της τελευταίας, πράγμα αδιανόητο στις προηγούμενες περιπτώσεις.
ΝΕΦΟΣ. Με τον πρωτοσέλιδο τίτλο "Χωρίς φοβερά μέτρα, η Ν.Υόρκη ανακαλύπτει πως ο αέρας της είναι καθαρότερος", ο "Νιου Γιορκ Τάϊμς" παρουσίασαν στις 13/11/92 τα αποτελέσματα μιας έρευνας σχετικά με τα επίπεδα μόλυνσης της αμερικανικής μεγαλούπολης. Το άρθρο έδινε μεγάλη έκταση στο γεγονός της μείωσης του μονοξειδίου του άνθρακα, αποσιωπώντας πλήρως ότι το νέφος της Ν.Υόρκης οφείλεται κατά 80% σε άλλες ουσίες, το επίπεδο των οποίων κάθε άλλο παρά είχε μειωθεί. Εξίσου παραπειστικά ήταν τα γραφήματα που συνόδευαν το άρθρο και τα οποία ταύτιζαν το μονοξείδιο του άνθρακα με το νέφος. Οι ρίζες της παραχάραξης μπορούν να αναζητηθούν στην εκστρατεία του λόμπι των κατασκευαστικών εταιριών για "απελευθέρωση" των κονδυλίων που προορίζονται για κατασκευή δρόμων στην πόλη και, λόγω ρύπανσης, έχουν "παγώσει" κάτω από την πίεση των οικολογικών οργανώσεων.
ΔΙΟΞΙΝΗ. Aκόμα πιο παραπλανητική είναι η στάση της ναυαρχίδας του αμερικανικού τύπου στο πρόβλημα της διοξίνης. Παρουσιάζοντας λχ τα συμπεράσματα μιας 4ήμερης συνεδρίασης της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (ΕΡΑ) για το θέμα, οι "Νιου Γιορκ Τάϊμς" κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσουν πως "η διοξίνη δεν αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για καρκίνο, εκτός από τις περιπτώσεις υπερβολικής έκθεσης σ' αυτήν, μέσα σε εργοστάσια ή σε περίπτωση ατυχήματος" (26/9/92). Στην πραγματικότητα, τα συμπεράσματα της ΕΡΑ κινούνταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό που υπαγόρευσε τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας από την έγκυρη εφημερίδα ήταν οι επενδύσεις της μητρικής της εταιρίας στη χαρτοβιομηχανία, τον κλάδο δηλαδή που κατεξοχήν θίγεται από τη λήψη των προτεινόμενων μέτρων.
ΒΑΛΚΑΝΙΑ. Ηταν 20/1/1992 όταν από τις στήλες της λονδρέζικης "Γκάρντιαν" ο διεθνολόγος Τζόναθαν Αϊαλ εγκαινίαζε τη χορεία των δημοσιευμάτων που επέκριναν την τότε ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια: "Η Μακεδονία είναι απομονωμένη και η δυστυχία των Αλβανών στη Σερβία δύσκολα θα μπορούσε να είναι χειρότερη. Ο Σέρβος πρόεδρος είναι βέβαιος ότι θα μπορέσει να ελέγξει το νότο με τη συνεργασία της Ελλάδας. Απέχοντας πολύ από την προώθηση της σταθερότητας, η Ελλάδα, το μοναδικό κράτος της ΕΟΚ στα Βαλκάνια, είναι τώρα με τη θέλησή της συμμέτοχος σ' αυτά τα παιχνίδια". Υστερα από μια επίσκεψή του στην Αθήνα λίγο αργότερα, ωστόσο, ο ίδιος αναλυτής άλλαξε πλήρως απόψεις. Τα επόμενα χρόνια, ως αρθρογράφος της "Γκάρντιαν" και της "Ιντεπέντεντ", ασχολήθηκε κυρίως με την προβολή των ελληνικών δικαίων -αλλά και με την υπεράσπιση των Σέρβων αδελφών μας απέναντι στην "αδικαιολόγητη" δυτική εχθρότητα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Philip Knightley "The first casualty. From Crimea to Vietnam: the war correspondent as hero, propagandist and myth-maker" (Λονδίνο 1975, εκδ. Quartet). Η ιστορία της δημοσιογραφικής κάλυψης των πολέμων του τελευταίου ενάμιση αιώνα, με έμφαση στους λόγους που κάθε φορά υπαγόρευσαν την αποσιώπηση ή την αποκάλυψη των πραγματικών περιστατικών από τα ΜΜΕ του αναπτυγμένου κόσμου. Το συμπέρασμα που προκύπτει από τη λεπτομερειακή ανάλυση 11 συρράξεων και την εμπεριστατωμένη αναφορά σε άλλες 6 είναι σαφές: χάρη στις "υψηλές" διασυνδέεις τους, οι "έγκυρες" εφημερίδες είναι εκείνες που συνήθως "ανακαλύπτουν" τελευταίες τι πραγματικά συμβαίνει...
Mark Achbar "Κατασκευάζοντας συναίνεση. Ο Νόαμ Τσόμσκυ και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας" (εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996). Το υλικό της ομώνυμης ταινίας περιλαμβάνει ειδικά κεφάλαια για τη συγκρότηση των ΜΜΕ κύρους και τις μεθόδους παραπληροφόρησης που χρησιμοποιούν.
The Progressive. Αριστερό φιλελεύθερο αμερικάνικο περιοδικό με μόνιμες στήλες παρακολούθησης και ελέγχου των μεγάλων ΜΜΕ.
Z Magazine. Το περιοδικό του Νόαμ Τσόμσκι με συχνές αναφορές στα ΜΜΕ και τις μεθόδους παραπληροφόρησης.
Carl Jensen "20 Years of Censored News" (εκδ. Seven Stories Press, Νέα Υόρκη 1997). Απολογισμός 20 ετών λογοκρισίας στα μεγάλα ΜΜΕ από έναν ειδικευμένο μελετητή.
ΔΕΙΤΕ
Σαλβαδόρ (Salvador) του Ολιβερ Στόουν (1985). Ο αιματηρότερος από τους εμφυλίους πολέμους της περασμένης δεκαετίας στην Κεντρική Αμερική, μέσα από τη ματιά ενός αρχικά αμέριμνου βορειοαμερικανού free-lancer. Σαρκαστική η καταγγελία της αδιαφορίας των απεσταλμένων των "έγκυρων" ΜΜΕ ("Γουόλ Στριτ Τζέρναλ", τηλεοπτικά κανάλια) να αναζητήσουν τα πραγματικά γεγονότα, πέρα από τις προκατασκευασμένες "αλήθειες" των επίσημων πηγών.
Το δέντρο, ο δήμαρχος και η βιντεοθήκη (L' arbre, le maire et la mediatheque) του Ερίκ Ρομέρ (1994). Εκπληκτική παρουσίαση των -συχνά αντίρροπων- διαπλοκών ανάμεσα στα ΜΜΕ, τους δημοσιογράφους και τα δημόσια πρόσωπα που αποτελούν το αντικείμενο κάποιου ρεπορτάζ. Κι όλα αυτά, δοσμένα με το γνωστό ανάλαφρο τρόπο του αγέραστου γάλλου δημιουργού!
(Ελευθεροτυπία, 1/2/1998)
http://www.iospress.gr/ios1998/ios19980201a.htm
Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011
Τα "κομμένα" του 2004
Το νέο πρόσωπο της λογοκρισίας
Σημαντικές ειδήσεις που δεν έχουν ελπίδα να περάσουν στα βασικά αμερικανικά μίντια, τεκμηριωμένα ρεπορτάζ που ρίχνονται σιωπηρά στον κάλαθο των αχρήστων: η σύγχρονη αμερικανική λογοκρισία μετατρέπει εφημερίδες και κανάλια σε μέσα χαζοχαρούμενης ψυχαγωγίας και παραπληροφόρησης.
Οι νέες μορφές της αμερικανικής λογοκρισίας εικονογραφούνται με τον πλέον πειστικό τρόπο στον φετινό τόμο του «Project Censored», ετήσιας έκδοσης στην οποία περιλαμβάνονται τα σημαντικότερα «απαγορευμένα» ρεπορτάζ της χρονιάς που πέρασε. Πρόκειται για δημοσιογραφικές έρευνες οι οποίες, παρά το ενδιαφέρον και την τεκμηρίωσή τους, κόπηκαν από τα «έγκυρα» αμερικανικά μίντια και υποχρεώθηκαν να αρκεστούν στο περιορισμένο κοινό κάποιων εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης.
Το ανθολόγιο των σημαντικότερων λογοκριμένων δημοσιογραφικών ερευνών της χρονιάς αποτελεί μία από τις σοβαρότερες προσπάθειες αντίστασης στο κλίμα που έχει δημιουργήσει η μονοπωλιακή διαχείριση της ενημέρωσης από εταιρείες-κολοσσούς, οι οποίες διατηρούν προνομιακούς δεσμούς με την πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας.
Κάθε χρόνο, επί είκοσι οκτώ ήδη χρόνια, η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Σονόμα (Σαν Φρανσίσκο) εξετάζει χίλια περίπου ρεπορτάζ που κρίθηκαν «ακατάλληλα» να απασχολήσουν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης της χώρας. Στη συνέχεια, τα είκοσι πέντε καλύτερα από τα χίλια αυτά άρθρα υποβάλλονται σε επιτροπή κριτών (ανάμεσά τους ο Νόαμ Τσόμσκι, η Σούζαν Φαλούντι κ.ά.), η οποία τα ταξινομεί βάσει της ποιότητας αλλά και της σημασίας τους.
Παλιός γνώριμος της στήλης, ο επικεφαλής του προγράμματος καθηγητής Πίτερ Φίλιπς του Πανεπιστημίου της Σονόμα μας παραχώρησε την άδεια προδημοσίευσης από τον φετινό τόμο του «Project Censored», ο οποίος θα δοθεί στη δημοσιότητα το ερχόμενο Σάββατο. Επιλέγουμε να παρουσιάσουμε έξι από τις είκοσι πέντε έρευνες του τόμου, πιστεύοντας ότι συνιστούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους της δημοσιογραφίας που αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό διωγμό στις Ηνωμένες Πολιτείες.
1. Ατιμωρησία
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Τζον Ασκροφτ απεργάζεται την άμεση κατάργηση ενός από τους αρχαιότερους νόμους που έχουν θεσπιστεί για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων: πρόκειται για τον Allen Torts Claim Act (ATCA), σύμφωνα με τον οποίο κυβερνητικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, καθώς και στελέχη εταιρειών, είναι δυνατόν να κληθούν να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη για παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων που σημειώθηκαν σε χώρες του εξωτερικού.
Εννέα μόλις μήνες μετά την απόφαση αμερικανικού εφετείου, το οποίο έκρινε πως η εταιρεία Unocal μπορεί να κριθεί υπεύθυνη για την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των κατοίκων περιοχής της Βιρμανίας όπου κατασκεύασε αγωγό πετρελαίου, η πρόθεση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης να καταργήσει τον παμπάλαιο νόμο έχει ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών από το Παρατηρητήριο των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις.
Η ιστορία του ATCA ξεκινά το 1789, όταν ο Τζορτζ Ουάσιγκτον αποφάσισε να δώσει σε ξένους πολίτες τη δυνατότητα να καταφύγουν στα αμερικανικά δικαστήρια καταγγέλλοντας παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Αν και κατά τα πρώτα διακόσια χρόνια της ύπαρξής του ο νόμος παρέμεινε σχεδόν ανενεργός, από το 1980 και εξής έχει λειτουργήσει ως νομικό έρεισμα σε περισσότερες από εκατό περιπτώσεις. Τη χρονιά εκείνη, αμερικανικό δικαστήριο επιδίκασε δέκα εκατομμύρια δολάρια σε μια γυναίκα από την Παραγουάη, της οποίας ο αδελφός βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από αξιωματούχο της παραγουανής αστυνομίας που ζούσε παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκτοτε άνοιξε ο δρόμος για την προσφυγή ξένων πολιτών στα αμερικανικά δικαστήρια.
Την κατάργηση του νόμου επιδιώκουν από καιρό πανίσχυρα επιχειρηματικά συμφέροντα, υποστηρίζοντας ότι οι ασχολούμενοι με υποθέσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων δικηγόροι αλλά και ορισμένα δικαστήρια υιοθετούν μια εξαιρετικά διασταλτική ερμηνεία της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Τη θέση αυτή συμμερίζεται και η κυβέρνηση Μπους, με το πρόσθετο επιχείρημα ότι ο εν λόγω νόμος επεμβαίνει σε ευαίσθητα θέματα εξωτερικής πολιτικής, καθώς επιτρέπει σε πολίτες ξένων κρατών να καταθέτουν μηνύσεις για ζητήματα που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τις καλές σχέσεις της Ουάσιγκτον με χώρες των οποίων είναι απαραίτητη η συνεργασία στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατάργηση του νόμου επιχειρείται σιωπηρά, ενώ εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας δημοσιεύουν συχνά διαφημίσεις που επιτίθενται εμμέσως πλην σαφώς στον ATCA και υπογράφονται από ένα συνασπισμό πολυεθνικών εταιρειών. Στα τέλη πάντως του περασμένου Μαρτίου, ομοσπονδιακός δικαστής στο Σαν Φρανσίσκο αρνήθηκε να απορρίψει καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες η Chevron-Texaco ενδέχεται να ευθύνεται για παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε περιοχή της Νιγηρίας, όπου θυγατρική εταιρεία της κατασκεύασε πλατφόρμα πετρελαίου. Αντίστοιχες μηνύσεις αντιμετωπίζουν και οι Unocal και Exxon Mobil.
2. Μαύρη Λίστα
Σύμφωνα με στοιχεία τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, η κυβέρνηση Μπους λογοκρίνει και χειραγωγεί την επιστημονική πληροφόρηση προκειμένου να προωθήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις της πολιτικής αυτής στο περιβάλλον. Στην Ουάσιγκτον, εξήντα κορυφαίοι επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και είκοσι κάτοχοι του βραβείου Νόμπελ, εξέδωσαν τον περασμένο Φεβρουάριο ανακοίνωση, με την οποία κατήγγελλαν την κυβέρνηση για συνειδητή παραχάραξη των επιστημονικών πορισμάτων και ζητούσαν τη θέσπιση νομοθετικών ρυθμίσεων που να διασφαλίζουν το σεβασμό της επιστημονικής έρευνας στη χάραξη της ομοσπονδιακής πολιτικής.
Οπως έγινε πρόσφατα γνωστό, η τρέχουσα διοίκηση της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (ΕΡΑ) έχει συγκροτήσει μια άτυπη μαύρη λίστα στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι επιστήμονες που θα μπορούσαν να θέσουν προσκόμματα στην άσκηση μιας πολιτικής υπαγορευμένης από τα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Τα σχετικά παραδείγματα αφθονούν: όταν μια ομάδα βιολόγων που δούλευε για την ΕΡΑ εντόπισε παραβιάσεις της νομοθεσίας για την προστασία των ειδών υπό εξαφάνιση αντικαταστάθηκε αυτόματα από μια άλλη ομάδα, πρόθυμη να χειριστεί με «κατανόηση» το πρόβλημα που είχε ανακύψει. Εκτός αυτού, εκπρόσωποι της ΕΡΑ διέταξαν έναν έγκριτο βιολόγο, τον δόκτορα Τζέιμς Ζαν, να μη δημοσιεύσει μελέτη στην οποία εντόπιζε την ύπαρξη ενός επικίνδυνου για την υγεία βακτηρίου στα βιομηχανικά χοιροστάσια. Η ίδια πάντοτε υπηρεσία αλλοίωσε έκθεση για τις σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον από εργασίες της εταιρείας Halliburton, η οποία, ως γνωστόν, ανήκε στον Ντικ Τσένι.
Τον Δεκέμβριο του 2002, η ΕΡΑ «αλάφρυνε» την ισχύουσα νομοθεσία, ώστε οι μονάδες που χρησιμοποιούν άνθρακα να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών τους χωρίς να υποχρεωθούν να υποβληθούν σε πρόσθετους περιβαλλοντικούς ελέγχους. Οι νέες ρυθμίσεις καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την πρόσβαση του κοινού σε δεδομένα που αφορούν την επιβάρυνση του περιβάλλοντος από τη βιομηχανία. Μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της ΕΡΑ εντόπισε υψηλές ποσότητες καρκινογόνου ουσίας στο πόσιμο νερό. Μόλις έγιναν γνωστά τα πορίσματα της μελέτης, η συνέχιση της έρευνας ανατέθηκε σε ελβετική εταιρεία.
Οπως έχει αποκαλυφθεί, η κυβέρνηση Μπους διορίζει στα αρμόδια συμβούλια προστασίας του περιβάλλοντος ανειδίκευτους επιστήμονες που διατηρούν στενές σχέσεις με τη βιομηχανία. Ενας από αυτούς δήλωσε πρόσφατα ότι τα επίπεδα του μολύβδου είναι ασφαλή για τα παιδιά, ακόμη κι αν φθάσουν στο επταπλάσιο του σημερινού επιτρεπόμενου ορίου.
3. Ραδιενέργεια παντού
Ο άμαχος πληθυσμός του Αφγανιστάν και του Ιράκ αλλά και τα στρατεύματα κατοχής έχουν μολυνθεί με τρομακτικές ποσότητες ραδιενεργού -απεμπλουτισμένου και μη- ουρανίου. Παρόμοια τύχη έχει επιφυλαχθεί κατά τους επιστήμονες και στις γειτονικές χώρες. Το 2003, ερευνητές του Ιατρικού Κέντρου Ερευνας Ουρανίου διαπίστωσαν ότι όλα ανεξαιρέτως τα δείγματα ούρων αφγανών πολιτών από έξι διαφορετικές περιοχές περιείχαν μη απεμπλουτισμένο ουράνιο από 400% έως 2000% υψηλότερο από τα φυσιολογικά επίπεδα. Τα δείγματα συγκεντρώθηκαν τέσσερις μόλις μήνες μετά την αμερικανική επίθεση.
Το μη απεμπλουτισμένο ουράνιο είναι περισσότερο ραδιενεργό από το απεμπλουτισμένο, το οποίο ήδη θεωρείται υπεύθυνο για τους πολλούς καρκίνους και τη γέννηση παιδιών με γενετικές ανωμαλίες που σημειώθηκαν στο Ιράκ τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι βέβαιο ότι σκόνη ουρανίου φέρουν πια στο σώμα τους και οι αμερικανοί στρατιώτες που επιστρέφουν από τον πόλεμο. Κατά τον έλεγχο εννέα στρατιωτών της 442ης μονάδας της Στρατιωτικής Αστυνομίας που υπηρέτησαν στο Ιράκ διαπιστώθηκε τον Δεκέμβριο του 2003 ότι οι τέσσερις έχουν μολυνθεί με υψηλά επίπεδα απεμπλουτισμένου ουρανίου, προφανώς επειδή εισέπνευσαν τη σκόνη από χειροβομβίδες απεμπλουτισμένου ουρανίου που χρησιμοποιούσαν τα αμερικανικά στρατεύματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία και έξοδα νεοϋορκέζικης εφημερίδας. Η είδηση κίνησε το ενδιαφέρον της γερουσιαστού Χίλαρι Κλίντον, η οποία όμως δεν δέχθηκε να έρθει αντιμέτωπη στην τηλεόραση με τον Ασάφ Ντουράκοβιτς που είχε διενεργήσει τον έλεγχο.
Μεγάλες ποσότητες ουρανίου περιέχουν πλέον τα περισσότερα αμερικανικά όπλα («έξυπνες» και μη βόμβες, σφαίρες, χειροβομβίδες, πύραυλοι κ.ο.κ.). Τα όπλα αυτά, κατά την εκπυρσοκρότησή τους, εκλύουν ραδιενεργό σκόνη η οποία μπαίνει στο σώμα μέσω της αναπνευστικής οδού και παραμένει εκεί για πάντα. Το ουράνιο έχει ημιζωή 4,5 δισεκατομμυρίων ετών. Με τον αέρα ή το νερό μολύνει το περιβάλλον σε μεγάλη ακτίνα.
Οι άνθρωποι του Ιατρικού Κέντρου Ερευνας Ουρανίου βρήκαν εκατοντάδες Αφγανούς με οξύτατα συμπτώματα δηλητηρίασης από την ακτινοβολία συνοδευόμενα από χρόνια προβλήματα από εσωτερική μόλυνση με ουράνιο, καθώς και σοβαρές γενετικές ανωμαλίες σε νεογέννητα. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν πόνους στη σπονδυλική στήλη, στους ώμους και τον αυχένα, ενοχλήσεις στην πλάτη και τα νεφρά, αδυναμία στις αρθρώσεις, δυσκολίες στον ύπνο, πονοκέφαλο, προβλήματα μνήμης και δυσχέρεια προσανατολισμού.
Στη Διάσκεψη για τα Οπλα Ουρανίου που πραγματοποιήθηκε στο Αμβούργο τον Οκτώβριο του 2003, ανεξάρτητοι επιστήμονες από όλο τον κόσμο συσχέτισαν τη χρήση του ουρανίου με τη ραγδαία αύξηση καρκίνων και τη γέννηση παιδιών με σοβαρές γενετικές ανωμαλίες. Στην ίδια διάσκεψη, ο καθηγητής Κατσούμα Γιαγκασάκι από την Οκινάουα υπολόγισε ότι οι 800 τόνοι απεμπλουτισμένου ουρανίου που χρησιμοποιήθηκαν στο Αφγανιστάν συνιστούν το ραδιενεργό ισοδύναμο 83.000 βομβών του Ναγκασάκι, ενώ η ποσότητα ουρανίου που ρίχτηκε στο Ιράκ αντιστοιχεί με 250.000 βόμβες του Ναγκασάκι.
4. Ναι στην παραχάραξη
Τον Φεβρουάριο του 2003, εφετείο της Φλόριντα δέχθηκε ομόφωνα ισχυρισμό του ειδησεογραφικού δικτύου Fox News, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει διάταξη που να απαγορεύει την παραποίηση των ειδήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες!
Ολα ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 1996, όταν το Fox προσέλαβε την Τζέιν Εικερ και τον άντρα της Στιβ Ουίλσον ως μέλη της «ερευνητικής» ομάδας του. Το 1997, η δημοσιογραφική αυτή ομάδα ασχολήθηκε με το θέμα της αυξητικής ορμόνης των βοοειδών, μιας αμφιλεγόμενης ουσίας που παρασκευάζεται από την εταιρεία Monsanto. Οι δύο δημοσιογράφοι ετοίμασαν ένα ρεπορτάζ σε τέσσερις συνέχειες, στο οποίο αποκάλυπταν ότι η ορμόνη των βοοειδών είναι επικίνδυνη για την υγεία, καθώς και ότι οι υπεραγορές τροφίμων της Φλόριντα, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τους, δεν αποφεύγουν να πωλούν στους καταναλωτές γάλα από αγελάδες που είχαν πάρει αυξητική ορμόνη.
Οταν άρχισε να μεταδίδεται το ρεπορτάζ, οι υπεύθυνοι του δικτύου και οι δικηγόροι του ζήτησαν από τους δύο δημοσιογράφους να ενσωματώσουν στη δουλειά τους δηλώσεις εκπροσώπων της Monsanto, παρόλο που γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς, αλλά και να «επιδιορθώσουν» την ιστορία τους περιλαμβάνοντας «πληροφορίες» οι οποίες έρχονταν σε κατάφωρη αντίθεση με τα γεγονότα.
Οι Εικερ και Ουίλσον αρνήθηκαν να υπακούσουν με αποτέλεσμα να απολυθούν. Οι δύο δημοσιογράφοι μήνυσαν το Fox και τον Αύγουστο του 2003 δικαστήριο της Φλόριντα δικαίωσε την Εικερ και, αποδεχόμενο ότι δεν έπρεπε να αποδεχθεί τη μετάδοση «ψευδών και παραχαραγμένων στοιχείων», της επιδίκασε αποζημίωση 425.000 δολαρίων. Το Fox άσκησε έφεση και τον Φεβρουάριο του 2003 εφετείο της Φλόριντα ανέτρεψε την πρωτοβάθμια απόφαση, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει «νόμος, κανόνας ή ρύθμιση» που να παραβιάστηκε από τους υπεύθυνους του δικτύου, το οποίο έχει το δικαίωμα να κρίνει το αν και κατά πόσον επιθυμεί να μεταδίδει ψευδείς ειδήσεις. Το δικαστήριο αποδέχθηκε την επιχειρηματολογία των δικηγόρων του Fox, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν ότι οι δημοσιογράφοι δέχθηκαν πιέσεις, αλλά υποστήριξαν ότι οι υπεύθυνοι του δικτύου είχαν το δικαίωμα να συμπεριφερθούν στους υπαλλήλους τους κατ' αυτόν τον τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλευρό του Fox βρέθηκαν πέντε κολοσσοί της ενημέρωσης, δηλώνοντας ότι το δίκτυο ενήργησε σωστά, αφού επιδίωξε να ενημερώσει σωστά και ισορροπημένα το κοινό και να αποφύγει ενδεχόμενη αγωγή από την ενδιαφερόμενη εταιρεία. Αποτέλεσμα; Σήμερα, το Fox ζητά από την Εικερ και τον Ουίλσον αποζημίωση 1,7 εκατομμυρίων δολαρίων...
5. Παραίτηση με το ζόρι
Στις 29 Φεβρουαρίου 2004, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωνε ότι ο Ζαν Μπερτράν Αριστίντ παραιτήθηκε από την προεδρία της Αϊτής και ότι οι ΗΠΑ τον διευκόλυναν να εγκαταλείψει σώος τη χώρα. Η είδηση αναμεταδόθηκε μέσα σε ελάχιστες ώρες από τα μεγαλύτερα αμερικανικά δίκτυα, ενώ την επομένη φιγουράριζε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Το απόγευμα, ωστόσο, της 29ης Φεβρουαρίου, το δίκτυο Pacifica News είχε μεταδώσει ζωντανά συνεντεύξεις δημοσιογράφων που ζουν στην Αϊτή, οι οποίοι διατείνονταν ότι ο Αριστίντ αναγκάστηκε να παραιτηθεί ύστερα από αμερικανικές πιέσεις και ότι ένοπλοι αμερικανοί πεζοναύτες τον είχαν απαγάγει από το προεδρικό μέγαρο. Το πρωί της επομένης, στο δελτίο ειδήσεων του Democracy Now!, η Μαξίν Γουότερς, μέλος του κογκρέσου, ισχυρίστηκε ότι στις 9 το πρωί είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Αριστίντ, ο οποίος της διέψευσε τα περί παραίτησής του και υποστήριξε ότι είχε απαχθεί από αμερικανούς και γάλλους στρατιώτες. Ο Αριστίντ τηλεφώνησε και σε άλλους, οι οποίοι επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα της Γουότερς.
Είναι προφανές ότι τα «έγκυρα» μέσα ενημέρωσης αντιμετώπιζαν πλέον σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας για τον τρόπο με τον οποίο είχαν χειριστεί την είδηση. Στο σημείο αυτό, η αντίδρασή τους διαφοροποιήθηκε: ορισμένα προτίμησαν να αγνοήσουν παντελώς την πληροφορία περί απαγωγής, ενώ κάποια άλλα φρόντισαν να τη στριμώξουν σε ένα μονοστηλάκι στις εσωτερικές τους σελίδες. Αλλα πάλι, επέλεξαν να την παρουσιάσουν μέσα από τη διάψευσή της από τις επίσημες αμερικανικές αρχές. Οπως και να έχει, όμως, όλα απέδειξαν ότι δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να ερευνήσουν, ως όφειλαν, την υπόθεση: να ψάξουν για αυτόπτες μάρτυρες, να ελέγξουν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και να ενημερώσουν θεατές και αναγνώστες για το τι ακριβώς είχε συμβεί.
6. Κάλπες με άποψη
Η εισαγωγή των ηλεκτρονικών μηχανών ψηφοφορίας δεν άφησε το χρόνο που πέρασε αδιάφορα τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Καθώς στις εκλογές του Νοεμβρίου αναμένεται ότι πενήντα εκατομμύρια ψηφοφόροι θα ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας, ο βαθμός ασφάλειας του συστήματος υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης από αρκετές μεριές. Η κριτική, ωστόσο, περιορίστηκε αυστηρά στην τεχνική πλευρά του ζητήματος. Τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης αρνήθηκαν να ασχοληθούν με μια άλλη, ιδιαίτερα σκοτεινή, πλευρά του: το γεγονός, δηλαδή, ότι οι κύριοι προμηθευτές των μηχανών ψηφοφορίας συνδέονται στενά με βασικά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Τρεις εταιρείες ευθύνονται κατά κύριο λόγο για την εγκατάσταση του νέου -και συχνά προβληματικού- ηλεκτρονικού εξοπλισμού στα εκλογικά κέντρα της χώρας: η ES&S (Election Systems & Software), η Diebold και η Sequoia. Και οι τρεις διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την κυβέρνηση Μπους και διάφορους ρεπουμπλικάνους πολιτικούς. Οι ES&S και Diebold, ιδιοκτησίας των αδελφών Μπομπ και Τοντ Γιουρόσεβιτς, θα καταμετρήσουν το 80% των ψήφων στις εκλογές του Νοεμβρίου.
Και οι τρεις εταιρείες βαρύνονται με οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα: το 1999, το υπουργείο Δικαιοσύνης έβαλε στο αρχείο καταγγελίες ομοσπονδιακών υπαλλήλων κατά της Sequoia, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία είχε ξοδέψει σε δωροδοκίες οκτώ εκατομμύρια δολάρια. Ο Μάικελ Μακκάρθι της ES&S χρημάτισε επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του γερουσιαστή Τσακ Χέιτζελ το 1996 και το 2002. Ο γερουσιαστής διαθέτει μετοχές της μητρικής εταιρείας της ES&S. Τόσο το 1996 όσο και το 2002, το 80% των ψήφων του καταμετρήθηκε από την ES&S.
H Diebold, η πιο γνωστή από τις τρεις εταιρείες, ελέγχεται αυτή τη στιγμή σχετικά με ένα υπόμνημα το οποίο στάλθηκε από υπεύθυνό της ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου, υποσχόμενο στον Τζορτζ Μπους τις ψήφους του Οχάιο. Εκτός αυτού, εσωτερικά σημειώματα της εταιρείας κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο, σύμφωνα με τα οποία οι υπάλληλοί της φαίνεται να γνωρίζουν ότι το ηλεκτρονικό σύστημα που διαθέτει η εταιρεία είναι επισφαλές και ενδέχεται να παραβιαστεί από χάκερ.
Η Diebold ανέθεσε τον τελευταίο καιρό στην εταιρεία SAIC την ασφάλεια του λογισμικού της. Η πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου της νέας αυτής εταιρείας αποτελείται από πρώην στελέχη του Πενταγώνου και της CIA, συνήθως στενούς φίλους του υπουργού Αμυνας Ράμσφελντ. Εκτός αυτού, εναντίον της SAIC εκκρεμούν σοβαρές καταγγελίες για μόλυνση του περιβάλλοντος και κατάχρηση κονδυλίων κατά την αγορά μαχητικών F-16. Τέλος, μεγαλομέτοχοι των εταιρειών ES&S, Diebold και Sequoia συγκαταλέγονται στους πλέον γενναιόδωρους χορηγούς της προεκλογικής εκστρατείας του ρεπουμπλικανικού κόμματος.
Το νέο πρόσωπο της λογοκρισίας
Σύμφωνα με την ενδιαφέρουσα ανάλυση του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Σονόμα (Σαν Φρανσίσκο) Πίτερ Φίλιπς, η αμερικανική λογοκρισία εμφανίζεται πλέον με ένα νέο πρόσωπο: δεν πρόκειται πια -ή, μάλλον, δεν πρόκειται μόνο- για τη συνειδητή απόκρυψη κάποιων ανεπιθύμητων ειδήσεων. Στη νέα της εκδοχή, η λογοκρισία σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο οργάνωσης των κολοσσιαίων εταιρειών ενημέρωσης και την απόλυτη εναρμόνισή τους με τις «ειδήσεις» που τους διοχετεύουν συστηματικά κυβερνητικές και επιχειρηματικές πηγές. Στη συνέχεια, παραθέτουμε αποσπάσματα της πρόσφατης δουλειάς του καθηγητή Φίλιπς, τα οποία έθεσε στη διάθεσή μας ο ίδιος:
«Στις μέρες μας, η λογοκρισία στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετίζεται περισσότερο με τους τρόπους οργάνωσης των μέσων ενημέρωσης και λιγότερο με τη συνειδητή παρεμπόδιση κάποιων ρεπορτάζ. Εδώ και πολύ καιρό γνωρίζαμε ότι τα μονοπωλιακά μέσα ενημέρωσης έχουν την τάση να μην καλύπτουν την ειδησεογραφία που θα μπορούσε να βλάψει τους βασικούς διαφημιζόμενούς τους. Αντιληφθήκαμε στη συνέχεια πως στο εσωτερικό των συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης καλλιεργείται ένα κλίμα που αποθαρρύνει την κάλυψη ορισμένων ειδήσεων οι οποίες θα έθιγαν ενδεχομένως τα (επιχειρηματικά) συμφέροντα των διευθυντικών στελεχών τους. Μολαταύτα, δεν ερμηνεύσαμε ακόμη ικανοποιητικά πώς η προϊούσα παγίωση των μέσων αυτών δημιουργεί μια εξάρτησή τους από εξίσου παγιωμένες πηγές ειδήσεων και πώς η εξάρτηση αυτή διαμορφώνει τη νέα αμερικανική λογοκρισία.
Η κάλυψη της κρίσης στην Αϊτή αποκαλύπτει πώς ακριβώς λειτουργεί η νέα αυτή λογοκρισία. (Σημ.: βλέπε διπλανές στήλες.) Αν οι ειδήσεις διαψεύδουν τις επίσημες πηγές πληροφόρησης, τότε η τάση είναι να υποτιμηθούν ή να αγνοηθούν. Εξαρτώντας το περιεχόμενο των ειδήσεών τους από κυβερνητικές και επιχειρηματικές πηγές, τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης αποδεικνύονται όλο και περισσότερο απρόθυμα να βγάλουν στον αέρα ή να δημοσιεύσουν ειδήσεις που θα απειλούσαν τις σχέσεις τους με τις επίσημες πηγές.
Με την έννοια αυτή, η ελευθερία της ενημέρωσης και η πρόσβαση των πολιτών στην πληροφόρηση συρρικνώνονται όλο και περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τις υποκαθιστά ένα πολύπλοκο ειδησεογραφικό σύστημα προσανατολισμένο στην ψυχαγωγία, το οποίο αυτοπροστατεύεται υπηρετώντας πιστά το ισχυρότερο στρατιωτικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα του κόσμου. Πέρασε πια ο καιρός που η ερευνητική δημοσιογραφία τολμούσε να αμφισβητήσει τους ισχυρούς. Στις νέες συνθήκες, κατά την ενημέρωση του Τύπου, οι δημοσιογράφοι θυμίζουν περισσότερο στενογράφους και λιγότερο ερευνητές.
Τα εικοσιτετράωρα δελτία ειδήσεων του MSNBC, του Fox και του CNN συνδέονται στενά με ποικίλες κυβερνητικές και επιχειρηματικές πηγές ειδήσεων. Η επιβίωση των συνεχών αυτών ειδησεογραφικών σόου απαιτεί τη σταθερή τροφοδότησή τους από ένα ψυχαγωγικού τύπου απόθεμα εντυπωσιακών «ειδήσεων». Το σύστημα βασίζεται σε διαφημίσεις προϊόντων μαζικής κατανάλωσης, ενώ οι προαποφασισμένες πηγές πληροφόρησης αποδεικνύονται ζωτικής σημασίας κατά την παγκοσμιοποιημένη αυτή διαδικασία παραγωγής ειδήσεων. Τα ποσοστά θέασης απαιτούν τη συστηματική συνεργασία με ποικίλες πηγές για συνεχή δελτία καιρού, πολέμων, αθλητικών, οικονομικών και τοπικών νέων.
Η προετοιμασία και διεξαγωγή πολέμων, καθώς και τα νέα για την τρομοκρατία, ταιριάζουν απολύτως με το σύστημα των προκατασκευασμένων ειδήσεων. Εύγλωττο δείγμα συνιστά στο σημείο αυτό η οργάνωση της πληροφόρησης κατά τον πόλεμο του Ιράκ από το Πεντάγωνο, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ουάσιγκτον: προσχεδιασμένες ανακοινώσεις για τις πολεμικές εξελίξεις διανέμονταν σε επίλεκτες ομάδες συλλεκτών των ειδήσεων (δημοσιογράφων), οι οποίοι στη συνέχεια τις προωθούσαν μέσω των μονοπωλιακών μίντια.
Οι δημοσιογράφοι που δούλευαν έξω από το εγκεκριμένο αυτό σύστημα ενημέρωσης είχαν να αντιμετωπίσουν αυξανόμενους κινδύνους από πολεμικά 'ατυχήματα' αλλά και απόλυση από τα μονοπωλιακά μίντια. [...]
Οι μεγάλες εταιρείες που κυριαρχούν σήμερα στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ανήκουν κατά κύριο λόγο στο χώρο της ψυχαγωγίας. Με την έννοια αυτή, όπως εύστοχα έχει διαπιστωθεί, οι Αμερικανοί είναι σήμερα οι καλύτερα ψυχαγωγημένοι και χειρότερα ενημερωμένοι άνθρωποι στον κόσμο.»
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Carl Jensen
«20 Years of Censored News»
(Εκδ. Seven Stories Press, Νέα Υόρκη 1997)
Απολογισμός είκοσι χρόνων λογοκρισίας των ειδήσεων στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης.
Danny Schechter
«The more you watch, the less you know»
(Εκδ. Seven Stories Press, Νέα Υόρκη 1997)
Κριτική στη βιομηχανία των μέσων ενημέρωσης, τη μετατροπή των ειδήσεων σε «σόου», την υποκατάσταση του ρεπορτάζ από τα δελτία Τύπου κ.ο.κ.
Noam Chomsky
«Ο έλεγχος των ΜΜΕ. Τα θεαματικά επιτεύγματα της προπαγάνδας»
(Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 1994)
Διάλεξη με θέμα το «ξεδιάλεγμα» των διεθνών ειδήσεων από τα κυρίαρχα μίντια.
"Ο κύριος με τα κίτρινα" (1/2/1998)
και "Μικρές αλήθειες, μεγάλα ψέματα" (28/6/1998)
Παλαιότερες έρευνες του "Ιού" με αναφορές στη λογοκρισία στα ΜΜΕ.
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
http://www.projectcensored.org
Η ιστοσελίδα του «Project Censored», της ομάδας του Πανεπιστημίου της Σονόμα που επιλέγει τα περισσότερο λογοκριμένα ρεπορτάζ του αμερικανικού Τύπου: πληροφορίες για τα λογοκριμένα κείμενα, αναλύσεις για τις σημερινές μορφές της λογοκρισίας, συνδέσεις με δίκτυα εναλλακτικής ενημέρωσης κ.ο.κ.
http://www.blackboxvoting.org
Η ιστοσελίδα της Μπεβ Χάρις, η οποία ειδικεύεται σε θέματα ηλεκτρονικών μηχανών ψηφοφορίας και έχει δημοσιεύσει σχετική μελέτη με τίτλο «Black Box Voting».
http://www.foxbghsuit.com
Η ιστοσελίδα της Τζέιν Εικερ και του Στιβ Ουίλσον, των δημοσιογράφων που μήνυσαν το Fox που τους απέλυσε για να πληροφορηθούν στο δικαστήριο ότι δεν υπάρχει νόμος που να απαγορεύει τη συνειδητή παραποίηση των ειδήσεων.
(Ελευθεροτυπία, 17/10/2004)
http://www.iospress.gr/ios2004/ios20041017b.htm
Σημαντικές ειδήσεις που δεν έχουν ελπίδα να περάσουν στα βασικά αμερικανικά μίντια, τεκμηριωμένα ρεπορτάζ που ρίχνονται σιωπηρά στον κάλαθο των αχρήστων: η σύγχρονη αμερικανική λογοκρισία μετατρέπει εφημερίδες και κανάλια σε μέσα χαζοχαρούμενης ψυχαγωγίας και παραπληροφόρησης.
Οι νέες μορφές της αμερικανικής λογοκρισίας εικονογραφούνται με τον πλέον πειστικό τρόπο στον φετινό τόμο του «Project Censored», ετήσιας έκδοσης στην οποία περιλαμβάνονται τα σημαντικότερα «απαγορευμένα» ρεπορτάζ της χρονιάς που πέρασε. Πρόκειται για δημοσιογραφικές έρευνες οι οποίες, παρά το ενδιαφέρον και την τεκμηρίωσή τους, κόπηκαν από τα «έγκυρα» αμερικανικά μίντια και υποχρεώθηκαν να αρκεστούν στο περιορισμένο κοινό κάποιων εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης.
Το ανθολόγιο των σημαντικότερων λογοκριμένων δημοσιογραφικών ερευνών της χρονιάς αποτελεί μία από τις σοβαρότερες προσπάθειες αντίστασης στο κλίμα που έχει δημιουργήσει η μονοπωλιακή διαχείριση της ενημέρωσης από εταιρείες-κολοσσούς, οι οποίες διατηρούν προνομιακούς δεσμούς με την πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας.
Κάθε χρόνο, επί είκοσι οκτώ ήδη χρόνια, η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Σονόμα (Σαν Φρανσίσκο) εξετάζει χίλια περίπου ρεπορτάζ που κρίθηκαν «ακατάλληλα» να απασχολήσουν τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης της χώρας. Στη συνέχεια, τα είκοσι πέντε καλύτερα από τα χίλια αυτά άρθρα υποβάλλονται σε επιτροπή κριτών (ανάμεσά τους ο Νόαμ Τσόμσκι, η Σούζαν Φαλούντι κ.ά.), η οποία τα ταξινομεί βάσει της ποιότητας αλλά και της σημασίας τους.
Παλιός γνώριμος της στήλης, ο επικεφαλής του προγράμματος καθηγητής Πίτερ Φίλιπς του Πανεπιστημίου της Σονόμα μας παραχώρησε την άδεια προδημοσίευσης από τον φετινό τόμο του «Project Censored», ο οποίος θα δοθεί στη δημοσιότητα το ερχόμενο Σάββατο. Επιλέγουμε να παρουσιάσουμε έξι από τις είκοσι πέντε έρευνες του τόμου, πιστεύοντας ότι συνιστούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους της δημοσιογραφίας που αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό διωγμό στις Ηνωμένες Πολιτείες.
1. Ατιμωρησία
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Τζον Ασκροφτ απεργάζεται την άμεση κατάργηση ενός από τους αρχαιότερους νόμους που έχουν θεσπιστεί για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων: πρόκειται για τον Allen Torts Claim Act (ATCA), σύμφωνα με τον οποίο κυβερνητικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, καθώς και στελέχη εταιρειών, είναι δυνατόν να κληθούν να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη για παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων που σημειώθηκαν σε χώρες του εξωτερικού.
Εννέα μόλις μήνες μετά την απόφαση αμερικανικού εφετείου, το οποίο έκρινε πως η εταιρεία Unocal μπορεί να κριθεί υπεύθυνη για την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των κατοίκων περιοχής της Βιρμανίας όπου κατασκεύασε αγωγό πετρελαίου, η πρόθεση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης να καταργήσει τον παμπάλαιο νόμο έχει ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών από το Παρατηρητήριο των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις.
Η ιστορία του ATCA ξεκινά το 1789, όταν ο Τζορτζ Ουάσιγκτον αποφάσισε να δώσει σε ξένους πολίτες τη δυνατότητα να καταφύγουν στα αμερικανικά δικαστήρια καταγγέλλοντας παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Αν και κατά τα πρώτα διακόσια χρόνια της ύπαρξής του ο νόμος παρέμεινε σχεδόν ανενεργός, από το 1980 και εξής έχει λειτουργήσει ως νομικό έρεισμα σε περισσότερες από εκατό περιπτώσεις. Τη χρονιά εκείνη, αμερικανικό δικαστήριο επιδίκασε δέκα εκατομμύρια δολάρια σε μια γυναίκα από την Παραγουάη, της οποίας ο αδελφός βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από αξιωματούχο της παραγουανής αστυνομίας που ζούσε παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκτοτε άνοιξε ο δρόμος για την προσφυγή ξένων πολιτών στα αμερικανικά δικαστήρια.
Την κατάργηση του νόμου επιδιώκουν από καιρό πανίσχυρα επιχειρηματικά συμφέροντα, υποστηρίζοντας ότι οι ασχολούμενοι με υποθέσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων δικηγόροι αλλά και ορισμένα δικαστήρια υιοθετούν μια εξαιρετικά διασταλτική ερμηνεία της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Τη θέση αυτή συμμερίζεται και η κυβέρνηση Μπους, με το πρόσθετο επιχείρημα ότι ο εν λόγω νόμος επεμβαίνει σε ευαίσθητα θέματα εξωτερικής πολιτικής, καθώς επιτρέπει σε πολίτες ξένων κρατών να καταθέτουν μηνύσεις για ζητήματα που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τις καλές σχέσεις της Ουάσιγκτον με χώρες των οποίων είναι απαραίτητη η συνεργασία στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατάργηση του νόμου επιχειρείται σιωπηρά, ενώ εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας δημοσιεύουν συχνά διαφημίσεις που επιτίθενται εμμέσως πλην σαφώς στον ATCA και υπογράφονται από ένα συνασπισμό πολυεθνικών εταιρειών. Στα τέλη πάντως του περασμένου Μαρτίου, ομοσπονδιακός δικαστής στο Σαν Φρανσίσκο αρνήθηκε να απορρίψει καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες η Chevron-Texaco ενδέχεται να ευθύνεται για παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε περιοχή της Νιγηρίας, όπου θυγατρική εταιρεία της κατασκεύασε πλατφόρμα πετρελαίου. Αντίστοιχες μηνύσεις αντιμετωπίζουν και οι Unocal και Exxon Mobil.
2. Μαύρη Λίστα
Σύμφωνα με στοιχεία τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, η κυβέρνηση Μπους λογοκρίνει και χειραγωγεί την επιστημονική πληροφόρηση προκειμένου να προωθήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις της πολιτικής αυτής στο περιβάλλον. Στην Ουάσιγκτον, εξήντα κορυφαίοι επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και είκοσι κάτοχοι του βραβείου Νόμπελ, εξέδωσαν τον περασμένο Φεβρουάριο ανακοίνωση, με την οποία κατήγγελλαν την κυβέρνηση για συνειδητή παραχάραξη των επιστημονικών πορισμάτων και ζητούσαν τη θέσπιση νομοθετικών ρυθμίσεων που να διασφαλίζουν το σεβασμό της επιστημονικής έρευνας στη χάραξη της ομοσπονδιακής πολιτικής.
Οπως έγινε πρόσφατα γνωστό, η τρέχουσα διοίκηση της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (ΕΡΑ) έχει συγκροτήσει μια άτυπη μαύρη λίστα στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι επιστήμονες που θα μπορούσαν να θέσουν προσκόμματα στην άσκηση μιας πολιτικής υπαγορευμένης από τα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Τα σχετικά παραδείγματα αφθονούν: όταν μια ομάδα βιολόγων που δούλευε για την ΕΡΑ εντόπισε παραβιάσεις της νομοθεσίας για την προστασία των ειδών υπό εξαφάνιση αντικαταστάθηκε αυτόματα από μια άλλη ομάδα, πρόθυμη να χειριστεί με «κατανόηση» το πρόβλημα που είχε ανακύψει. Εκτός αυτού, εκπρόσωποι της ΕΡΑ διέταξαν έναν έγκριτο βιολόγο, τον δόκτορα Τζέιμς Ζαν, να μη δημοσιεύσει μελέτη στην οποία εντόπιζε την ύπαρξη ενός επικίνδυνου για την υγεία βακτηρίου στα βιομηχανικά χοιροστάσια. Η ίδια πάντοτε υπηρεσία αλλοίωσε έκθεση για τις σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον από εργασίες της εταιρείας Halliburton, η οποία, ως γνωστόν, ανήκε στον Ντικ Τσένι.
Τον Δεκέμβριο του 2002, η ΕΡΑ «αλάφρυνε» την ισχύουσα νομοθεσία, ώστε οι μονάδες που χρησιμοποιούν άνθρακα να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών τους χωρίς να υποχρεωθούν να υποβληθούν σε πρόσθετους περιβαλλοντικούς ελέγχους. Οι νέες ρυθμίσεις καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την πρόσβαση του κοινού σε δεδομένα που αφορούν την επιβάρυνση του περιβάλλοντος από τη βιομηχανία. Μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της ΕΡΑ εντόπισε υψηλές ποσότητες καρκινογόνου ουσίας στο πόσιμο νερό. Μόλις έγιναν γνωστά τα πορίσματα της μελέτης, η συνέχιση της έρευνας ανατέθηκε σε ελβετική εταιρεία.
Οπως έχει αποκαλυφθεί, η κυβέρνηση Μπους διορίζει στα αρμόδια συμβούλια προστασίας του περιβάλλοντος ανειδίκευτους επιστήμονες που διατηρούν στενές σχέσεις με τη βιομηχανία. Ενας από αυτούς δήλωσε πρόσφατα ότι τα επίπεδα του μολύβδου είναι ασφαλή για τα παιδιά, ακόμη κι αν φθάσουν στο επταπλάσιο του σημερινού επιτρεπόμενου ορίου.
3. Ραδιενέργεια παντού
Ο άμαχος πληθυσμός του Αφγανιστάν και του Ιράκ αλλά και τα στρατεύματα κατοχής έχουν μολυνθεί με τρομακτικές ποσότητες ραδιενεργού -απεμπλουτισμένου και μη- ουρανίου. Παρόμοια τύχη έχει επιφυλαχθεί κατά τους επιστήμονες και στις γειτονικές χώρες. Το 2003, ερευνητές του Ιατρικού Κέντρου Ερευνας Ουρανίου διαπίστωσαν ότι όλα ανεξαιρέτως τα δείγματα ούρων αφγανών πολιτών από έξι διαφορετικές περιοχές περιείχαν μη απεμπλουτισμένο ουράνιο από 400% έως 2000% υψηλότερο από τα φυσιολογικά επίπεδα. Τα δείγματα συγκεντρώθηκαν τέσσερις μόλις μήνες μετά την αμερικανική επίθεση.
Το μη απεμπλουτισμένο ουράνιο είναι περισσότερο ραδιενεργό από το απεμπλουτισμένο, το οποίο ήδη θεωρείται υπεύθυνο για τους πολλούς καρκίνους και τη γέννηση παιδιών με γενετικές ανωμαλίες που σημειώθηκαν στο Ιράκ τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι βέβαιο ότι σκόνη ουρανίου φέρουν πια στο σώμα τους και οι αμερικανοί στρατιώτες που επιστρέφουν από τον πόλεμο. Κατά τον έλεγχο εννέα στρατιωτών της 442ης μονάδας της Στρατιωτικής Αστυνομίας που υπηρέτησαν στο Ιράκ διαπιστώθηκε τον Δεκέμβριο του 2003 ότι οι τέσσερις έχουν μολυνθεί με υψηλά επίπεδα απεμπλουτισμένου ουρανίου, προφανώς επειδή εισέπνευσαν τη σκόνη από χειροβομβίδες απεμπλουτισμένου ουρανίου που χρησιμοποιούσαν τα αμερικανικά στρατεύματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία και έξοδα νεοϋορκέζικης εφημερίδας. Η είδηση κίνησε το ενδιαφέρον της γερουσιαστού Χίλαρι Κλίντον, η οποία όμως δεν δέχθηκε να έρθει αντιμέτωπη στην τηλεόραση με τον Ασάφ Ντουράκοβιτς που είχε διενεργήσει τον έλεγχο.
Μεγάλες ποσότητες ουρανίου περιέχουν πλέον τα περισσότερα αμερικανικά όπλα («έξυπνες» και μη βόμβες, σφαίρες, χειροβομβίδες, πύραυλοι κ.ο.κ.). Τα όπλα αυτά, κατά την εκπυρσοκρότησή τους, εκλύουν ραδιενεργό σκόνη η οποία μπαίνει στο σώμα μέσω της αναπνευστικής οδού και παραμένει εκεί για πάντα. Το ουράνιο έχει ημιζωή 4,5 δισεκατομμυρίων ετών. Με τον αέρα ή το νερό μολύνει το περιβάλλον σε μεγάλη ακτίνα.
Οι άνθρωποι του Ιατρικού Κέντρου Ερευνας Ουρανίου βρήκαν εκατοντάδες Αφγανούς με οξύτατα συμπτώματα δηλητηρίασης από την ακτινοβολία συνοδευόμενα από χρόνια προβλήματα από εσωτερική μόλυνση με ουράνιο, καθώς και σοβαρές γενετικές ανωμαλίες σε νεογέννητα. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν πόνους στη σπονδυλική στήλη, στους ώμους και τον αυχένα, ενοχλήσεις στην πλάτη και τα νεφρά, αδυναμία στις αρθρώσεις, δυσκολίες στον ύπνο, πονοκέφαλο, προβλήματα μνήμης και δυσχέρεια προσανατολισμού.
Στη Διάσκεψη για τα Οπλα Ουρανίου που πραγματοποιήθηκε στο Αμβούργο τον Οκτώβριο του 2003, ανεξάρτητοι επιστήμονες από όλο τον κόσμο συσχέτισαν τη χρήση του ουρανίου με τη ραγδαία αύξηση καρκίνων και τη γέννηση παιδιών με σοβαρές γενετικές ανωμαλίες. Στην ίδια διάσκεψη, ο καθηγητής Κατσούμα Γιαγκασάκι από την Οκινάουα υπολόγισε ότι οι 800 τόνοι απεμπλουτισμένου ουρανίου που χρησιμοποιήθηκαν στο Αφγανιστάν συνιστούν το ραδιενεργό ισοδύναμο 83.000 βομβών του Ναγκασάκι, ενώ η ποσότητα ουρανίου που ρίχτηκε στο Ιράκ αντιστοιχεί με 250.000 βόμβες του Ναγκασάκι.
4. Ναι στην παραχάραξη
Τον Φεβρουάριο του 2003, εφετείο της Φλόριντα δέχθηκε ομόφωνα ισχυρισμό του ειδησεογραφικού δικτύου Fox News, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει διάταξη που να απαγορεύει την παραποίηση των ειδήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες!
Ολα ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 1996, όταν το Fox προσέλαβε την Τζέιν Εικερ και τον άντρα της Στιβ Ουίλσον ως μέλη της «ερευνητικής» ομάδας του. Το 1997, η δημοσιογραφική αυτή ομάδα ασχολήθηκε με το θέμα της αυξητικής ορμόνης των βοοειδών, μιας αμφιλεγόμενης ουσίας που παρασκευάζεται από την εταιρεία Monsanto. Οι δύο δημοσιογράφοι ετοίμασαν ένα ρεπορτάζ σε τέσσερις συνέχειες, στο οποίο αποκάλυπταν ότι η ορμόνη των βοοειδών είναι επικίνδυνη για την υγεία, καθώς και ότι οι υπεραγορές τροφίμων της Φλόριντα, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τους, δεν αποφεύγουν να πωλούν στους καταναλωτές γάλα από αγελάδες που είχαν πάρει αυξητική ορμόνη.
Οταν άρχισε να μεταδίδεται το ρεπορτάζ, οι υπεύθυνοι του δικτύου και οι δικηγόροι του ζήτησαν από τους δύο δημοσιογράφους να ενσωματώσουν στη δουλειά τους δηλώσεις εκπροσώπων της Monsanto, παρόλο που γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς, αλλά και να «επιδιορθώσουν» την ιστορία τους περιλαμβάνοντας «πληροφορίες» οι οποίες έρχονταν σε κατάφωρη αντίθεση με τα γεγονότα.
Οι Εικερ και Ουίλσον αρνήθηκαν να υπακούσουν με αποτέλεσμα να απολυθούν. Οι δύο δημοσιογράφοι μήνυσαν το Fox και τον Αύγουστο του 2003 δικαστήριο της Φλόριντα δικαίωσε την Εικερ και, αποδεχόμενο ότι δεν έπρεπε να αποδεχθεί τη μετάδοση «ψευδών και παραχαραγμένων στοιχείων», της επιδίκασε αποζημίωση 425.000 δολαρίων. Το Fox άσκησε έφεση και τον Φεβρουάριο του 2003 εφετείο της Φλόριντα ανέτρεψε την πρωτοβάθμια απόφαση, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει «νόμος, κανόνας ή ρύθμιση» που να παραβιάστηκε από τους υπεύθυνους του δικτύου, το οποίο έχει το δικαίωμα να κρίνει το αν και κατά πόσον επιθυμεί να μεταδίδει ψευδείς ειδήσεις. Το δικαστήριο αποδέχθηκε την επιχειρηματολογία των δικηγόρων του Fox, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν ότι οι δημοσιογράφοι δέχθηκαν πιέσεις, αλλά υποστήριξαν ότι οι υπεύθυνοι του δικτύου είχαν το δικαίωμα να συμπεριφερθούν στους υπαλλήλους τους κατ' αυτόν τον τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλευρό του Fox βρέθηκαν πέντε κολοσσοί της ενημέρωσης, δηλώνοντας ότι το δίκτυο ενήργησε σωστά, αφού επιδίωξε να ενημερώσει σωστά και ισορροπημένα το κοινό και να αποφύγει ενδεχόμενη αγωγή από την ενδιαφερόμενη εταιρεία. Αποτέλεσμα; Σήμερα, το Fox ζητά από την Εικερ και τον Ουίλσον αποζημίωση 1,7 εκατομμυρίων δολαρίων...
5. Παραίτηση με το ζόρι
Στις 29 Φεβρουαρίου 2004, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωνε ότι ο Ζαν Μπερτράν Αριστίντ παραιτήθηκε από την προεδρία της Αϊτής και ότι οι ΗΠΑ τον διευκόλυναν να εγκαταλείψει σώος τη χώρα. Η είδηση αναμεταδόθηκε μέσα σε ελάχιστες ώρες από τα μεγαλύτερα αμερικανικά δίκτυα, ενώ την επομένη φιγουράριζε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Το απόγευμα, ωστόσο, της 29ης Φεβρουαρίου, το δίκτυο Pacifica News είχε μεταδώσει ζωντανά συνεντεύξεις δημοσιογράφων που ζουν στην Αϊτή, οι οποίοι διατείνονταν ότι ο Αριστίντ αναγκάστηκε να παραιτηθεί ύστερα από αμερικανικές πιέσεις και ότι ένοπλοι αμερικανοί πεζοναύτες τον είχαν απαγάγει από το προεδρικό μέγαρο. Το πρωί της επομένης, στο δελτίο ειδήσεων του Democracy Now!, η Μαξίν Γουότερς, μέλος του κογκρέσου, ισχυρίστηκε ότι στις 9 το πρωί είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Αριστίντ, ο οποίος της διέψευσε τα περί παραίτησής του και υποστήριξε ότι είχε απαχθεί από αμερικανούς και γάλλους στρατιώτες. Ο Αριστίντ τηλεφώνησε και σε άλλους, οι οποίοι επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα της Γουότερς.
Είναι προφανές ότι τα «έγκυρα» μέσα ενημέρωσης αντιμετώπιζαν πλέον σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας για τον τρόπο με τον οποίο είχαν χειριστεί την είδηση. Στο σημείο αυτό, η αντίδρασή τους διαφοροποιήθηκε: ορισμένα προτίμησαν να αγνοήσουν παντελώς την πληροφορία περί απαγωγής, ενώ κάποια άλλα φρόντισαν να τη στριμώξουν σε ένα μονοστηλάκι στις εσωτερικές τους σελίδες. Αλλα πάλι, επέλεξαν να την παρουσιάσουν μέσα από τη διάψευσή της από τις επίσημες αμερικανικές αρχές. Οπως και να έχει, όμως, όλα απέδειξαν ότι δεν είχαν την παραμικρή διάθεση να ερευνήσουν, ως όφειλαν, την υπόθεση: να ψάξουν για αυτόπτες μάρτυρες, να ελέγξουν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και να ενημερώσουν θεατές και αναγνώστες για το τι ακριβώς είχε συμβεί.
6. Κάλπες με άποψη
Η εισαγωγή των ηλεκτρονικών μηχανών ψηφοφορίας δεν άφησε το χρόνο που πέρασε αδιάφορα τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Καθώς στις εκλογές του Νοεμβρίου αναμένεται ότι πενήντα εκατομμύρια ψηφοφόροι θα ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας, ο βαθμός ασφάλειας του συστήματος υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης από αρκετές μεριές. Η κριτική, ωστόσο, περιορίστηκε αυστηρά στην τεχνική πλευρά του ζητήματος. Τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης αρνήθηκαν να ασχοληθούν με μια άλλη, ιδιαίτερα σκοτεινή, πλευρά του: το γεγονός, δηλαδή, ότι οι κύριοι προμηθευτές των μηχανών ψηφοφορίας συνδέονται στενά με βασικά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Τρεις εταιρείες ευθύνονται κατά κύριο λόγο για την εγκατάσταση του νέου -και συχνά προβληματικού- ηλεκτρονικού εξοπλισμού στα εκλογικά κέντρα της χώρας: η ES&S (Election Systems & Software), η Diebold και η Sequoia. Και οι τρεις διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την κυβέρνηση Μπους και διάφορους ρεπουμπλικάνους πολιτικούς. Οι ES&S και Diebold, ιδιοκτησίας των αδελφών Μπομπ και Τοντ Γιουρόσεβιτς, θα καταμετρήσουν το 80% των ψήφων στις εκλογές του Νοεμβρίου.
Και οι τρεις εταιρείες βαρύνονται με οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα: το 1999, το υπουργείο Δικαιοσύνης έβαλε στο αρχείο καταγγελίες ομοσπονδιακών υπαλλήλων κατά της Sequoia, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία είχε ξοδέψει σε δωροδοκίες οκτώ εκατομμύρια δολάρια. Ο Μάικελ Μακκάρθι της ES&S χρημάτισε επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του γερουσιαστή Τσακ Χέιτζελ το 1996 και το 2002. Ο γερουσιαστής διαθέτει μετοχές της μητρικής εταιρείας της ES&S. Τόσο το 1996 όσο και το 2002, το 80% των ψήφων του καταμετρήθηκε από την ES&S.
H Diebold, η πιο γνωστή από τις τρεις εταιρείες, ελέγχεται αυτή τη στιγμή σχετικά με ένα υπόμνημα το οποίο στάλθηκε από υπεύθυνό της ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου, υποσχόμενο στον Τζορτζ Μπους τις ψήφους του Οχάιο. Εκτός αυτού, εσωτερικά σημειώματα της εταιρείας κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο, σύμφωνα με τα οποία οι υπάλληλοί της φαίνεται να γνωρίζουν ότι το ηλεκτρονικό σύστημα που διαθέτει η εταιρεία είναι επισφαλές και ενδέχεται να παραβιαστεί από χάκερ.
Η Diebold ανέθεσε τον τελευταίο καιρό στην εταιρεία SAIC την ασφάλεια του λογισμικού της. Η πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου της νέας αυτής εταιρείας αποτελείται από πρώην στελέχη του Πενταγώνου και της CIA, συνήθως στενούς φίλους του υπουργού Αμυνας Ράμσφελντ. Εκτός αυτού, εναντίον της SAIC εκκρεμούν σοβαρές καταγγελίες για μόλυνση του περιβάλλοντος και κατάχρηση κονδυλίων κατά την αγορά μαχητικών F-16. Τέλος, μεγαλομέτοχοι των εταιρειών ES&S, Diebold και Sequoia συγκαταλέγονται στους πλέον γενναιόδωρους χορηγούς της προεκλογικής εκστρατείας του ρεπουμπλικανικού κόμματος.
Το νέο πρόσωπο της λογοκρισίας
Σύμφωνα με την ενδιαφέρουσα ανάλυση του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Σονόμα (Σαν Φρανσίσκο) Πίτερ Φίλιπς, η αμερικανική λογοκρισία εμφανίζεται πλέον με ένα νέο πρόσωπο: δεν πρόκειται πια -ή, μάλλον, δεν πρόκειται μόνο- για τη συνειδητή απόκρυψη κάποιων ανεπιθύμητων ειδήσεων. Στη νέα της εκδοχή, η λογοκρισία σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο οργάνωσης των κολοσσιαίων εταιρειών ενημέρωσης και την απόλυτη εναρμόνισή τους με τις «ειδήσεις» που τους διοχετεύουν συστηματικά κυβερνητικές και επιχειρηματικές πηγές. Στη συνέχεια, παραθέτουμε αποσπάσματα της πρόσφατης δουλειάς του καθηγητή Φίλιπς, τα οποία έθεσε στη διάθεσή μας ο ίδιος:
«Στις μέρες μας, η λογοκρισία στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετίζεται περισσότερο με τους τρόπους οργάνωσης των μέσων ενημέρωσης και λιγότερο με τη συνειδητή παρεμπόδιση κάποιων ρεπορτάζ. Εδώ και πολύ καιρό γνωρίζαμε ότι τα μονοπωλιακά μέσα ενημέρωσης έχουν την τάση να μην καλύπτουν την ειδησεογραφία που θα μπορούσε να βλάψει τους βασικούς διαφημιζόμενούς τους. Αντιληφθήκαμε στη συνέχεια πως στο εσωτερικό των συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης καλλιεργείται ένα κλίμα που αποθαρρύνει την κάλυψη ορισμένων ειδήσεων οι οποίες θα έθιγαν ενδεχομένως τα (επιχειρηματικά) συμφέροντα των διευθυντικών στελεχών τους. Μολαταύτα, δεν ερμηνεύσαμε ακόμη ικανοποιητικά πώς η προϊούσα παγίωση των μέσων αυτών δημιουργεί μια εξάρτησή τους από εξίσου παγιωμένες πηγές ειδήσεων και πώς η εξάρτηση αυτή διαμορφώνει τη νέα αμερικανική λογοκρισία.
Η κάλυψη της κρίσης στην Αϊτή αποκαλύπτει πώς ακριβώς λειτουργεί η νέα αυτή λογοκρισία. (Σημ.: βλέπε διπλανές στήλες.) Αν οι ειδήσεις διαψεύδουν τις επίσημες πηγές πληροφόρησης, τότε η τάση είναι να υποτιμηθούν ή να αγνοηθούν. Εξαρτώντας το περιεχόμενο των ειδήσεών τους από κυβερνητικές και επιχειρηματικές πηγές, τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης αποδεικνύονται όλο και περισσότερο απρόθυμα να βγάλουν στον αέρα ή να δημοσιεύσουν ειδήσεις που θα απειλούσαν τις σχέσεις τους με τις επίσημες πηγές.
Με την έννοια αυτή, η ελευθερία της ενημέρωσης και η πρόσβαση των πολιτών στην πληροφόρηση συρρικνώνονται όλο και περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τις υποκαθιστά ένα πολύπλοκο ειδησεογραφικό σύστημα προσανατολισμένο στην ψυχαγωγία, το οποίο αυτοπροστατεύεται υπηρετώντας πιστά το ισχυρότερο στρατιωτικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα του κόσμου. Πέρασε πια ο καιρός που η ερευνητική δημοσιογραφία τολμούσε να αμφισβητήσει τους ισχυρούς. Στις νέες συνθήκες, κατά την ενημέρωση του Τύπου, οι δημοσιογράφοι θυμίζουν περισσότερο στενογράφους και λιγότερο ερευνητές.
Τα εικοσιτετράωρα δελτία ειδήσεων του MSNBC, του Fox και του CNN συνδέονται στενά με ποικίλες κυβερνητικές και επιχειρηματικές πηγές ειδήσεων. Η επιβίωση των συνεχών αυτών ειδησεογραφικών σόου απαιτεί τη σταθερή τροφοδότησή τους από ένα ψυχαγωγικού τύπου απόθεμα εντυπωσιακών «ειδήσεων». Το σύστημα βασίζεται σε διαφημίσεις προϊόντων μαζικής κατανάλωσης, ενώ οι προαποφασισμένες πηγές πληροφόρησης αποδεικνύονται ζωτικής σημασίας κατά την παγκοσμιοποιημένη αυτή διαδικασία παραγωγής ειδήσεων. Τα ποσοστά θέασης απαιτούν τη συστηματική συνεργασία με ποικίλες πηγές για συνεχή δελτία καιρού, πολέμων, αθλητικών, οικονομικών και τοπικών νέων.
Η προετοιμασία και διεξαγωγή πολέμων, καθώς και τα νέα για την τρομοκρατία, ταιριάζουν απολύτως με το σύστημα των προκατασκευασμένων ειδήσεων. Εύγλωττο δείγμα συνιστά στο σημείο αυτό η οργάνωση της πληροφόρησης κατά τον πόλεμο του Ιράκ από το Πεντάγωνο, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ουάσιγκτον: προσχεδιασμένες ανακοινώσεις για τις πολεμικές εξελίξεις διανέμονταν σε επίλεκτες ομάδες συλλεκτών των ειδήσεων (δημοσιογράφων), οι οποίοι στη συνέχεια τις προωθούσαν μέσω των μονοπωλιακών μίντια.
Οι δημοσιογράφοι που δούλευαν έξω από το εγκεκριμένο αυτό σύστημα ενημέρωσης είχαν να αντιμετωπίσουν αυξανόμενους κινδύνους από πολεμικά 'ατυχήματα' αλλά και απόλυση από τα μονοπωλιακά μίντια. [...]
Οι μεγάλες εταιρείες που κυριαρχούν σήμερα στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ανήκουν κατά κύριο λόγο στο χώρο της ψυχαγωγίας. Με την έννοια αυτή, όπως εύστοχα έχει διαπιστωθεί, οι Αμερικανοί είναι σήμερα οι καλύτερα ψυχαγωγημένοι και χειρότερα ενημερωμένοι άνθρωποι στον κόσμο.»
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Carl Jensen
«20 Years of Censored News»
(Εκδ. Seven Stories Press, Νέα Υόρκη 1997)
Απολογισμός είκοσι χρόνων λογοκρισίας των ειδήσεων στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης.
Danny Schechter
«The more you watch, the less you know»
(Εκδ. Seven Stories Press, Νέα Υόρκη 1997)
Κριτική στη βιομηχανία των μέσων ενημέρωσης, τη μετατροπή των ειδήσεων σε «σόου», την υποκατάσταση του ρεπορτάζ από τα δελτία Τύπου κ.ο.κ.
Noam Chomsky
«Ο έλεγχος των ΜΜΕ. Τα θεαματικά επιτεύγματα της προπαγάνδας»
(Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 1994)
Διάλεξη με θέμα το «ξεδιάλεγμα» των διεθνών ειδήσεων από τα κυρίαρχα μίντια.
"Ο κύριος με τα κίτρινα" (1/2/1998)
και "Μικρές αλήθειες, μεγάλα ψέματα" (28/6/1998)
Παλαιότερες έρευνες του "Ιού" με αναφορές στη λογοκρισία στα ΜΜΕ.
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ
http://www.projectcensored.org
Η ιστοσελίδα του «Project Censored», της ομάδας του Πανεπιστημίου της Σονόμα που επιλέγει τα περισσότερο λογοκριμένα ρεπορτάζ του αμερικανικού Τύπου: πληροφορίες για τα λογοκριμένα κείμενα, αναλύσεις για τις σημερινές μορφές της λογοκρισίας, συνδέσεις με δίκτυα εναλλακτικής ενημέρωσης κ.ο.κ.
http://www.blackboxvoting.org
Η ιστοσελίδα της Μπεβ Χάρις, η οποία ειδικεύεται σε θέματα ηλεκτρονικών μηχανών ψηφοφορίας και έχει δημοσιεύσει σχετική μελέτη με τίτλο «Black Box Voting».
http://www.foxbghsuit.com
Η ιστοσελίδα της Τζέιν Εικερ και του Στιβ Ουίλσον, των δημοσιογράφων που μήνυσαν το Fox που τους απέλυσε για να πληροφορηθούν στο δικαστήριο ότι δεν υπάρχει νόμος που να απαγορεύει τη συνειδητή παραποίηση των ειδήσεων.
(Ελευθεροτυπία, 17/10/2004)
http://www.iospress.gr/ios2004/ios20041017b.htm
Οι «απαγορευμένες» ειδήσεις
Τα αμερικανικά μίντια συνεχίζουν να λογοκρίνουν τα ρεπορτάζ που κρίνονται ανεπιθύμητα
Για ακόμη μία χρονιά, αποκαλυπτικά ρεπορτάζ που θίγουν «ευαίσθητες» πτυχές της αμερικανικής πολιτικής δεν μπόρεσαν να διαπεράσουν το τείχος που ορθώνουν γύρω τους τα επίσημα μέσα ενημέρωσης της χώρας, έντυπα και ηλεκτρονικά.
Η στήλη έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με τις νέες μορφές λογοκρισίας των ΜΜΕ που τείνουν να παγιωθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις σύγχρονες αυτές εκδοχές της, η λογοκρισία ταυτίζεται με την υποβάθμιση ή/και απόκρυψη των «ανεπιθύμητων» ειδήσεων και επιτυγχάνεται μέσω της μονοπωλιακής διαχείρισης της ενημέρωσης από εταιρείες-κολοσσούς που διατηρούν εξαιρετικά στενούς δεσμούς με την πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας. Σημαντικές ειδήσεις «χάνονται» έτσι στις σελίδες κάποιου εναλλακτικού μέσου χωρίς την ελπίδα να γίνουν γνωστές στο ευρύ κοινό.
Στο ζοφερό αυτό κλίμα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ετήσια δημοσίευση του «Project Censored», του τόμου που συγκεντρώνει τις πιο ενδιαφέρουσες αλλά και καλύτερα τεκμηριωμένες δημοσιογραφικές έρευνες που λογοκρίθηκαν τη χρονιά που πέρασε. Εδώ και είκοσι εννέα ήδη χρόνια, η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Σονόμα (Σαν Φρανσίσκο) ξεχωρίζει είκοσι πέντε από χίλια «απαγορευμένα» ρεπορτάζ και αναθέτει σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων την ταξινόμησή τους βάσει της ποιότητας και του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν για την πολιτική ζωή της χώρας. (Βλ. σχετικά, «Τα "κομμένα" του 2004», Ιός 17/10/2004). Ο επικεφαλής του «Project Censored», καθηγητής Πίτερ Φίλιπς, μάς παραχώρησε την άδεια να δημοσιεύσουμε τα λογοκριμένα ρεπορτάζ του 2004-2005, από τα οποία επιλέγουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα.
1. Απόλυτη αδιαφάνεια: Η κυβέρνηση Μπους ξηλώνει συστηματικά το θεσμικό πλαίσιο που εξασφάλιζε την πρόσβαση όχι μόνο των πολιτών αλλά και του ίδιου του Κογκρέσου στα κυβερνητικά πεπραγμένα. Εκθεση του βουλευτή Χένρι Ουάξμαν που δόθηκε στη δημοσιότητα το φθινόπωρο του 2004 αποδεικνύει ότι περιορίζεται πλέον δραστικά η εφαρμογή των νόμων που σχετίζονται με το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Την ίδια στιγμή προκρίνεται μια όλο και πιο διασταλτική ερμηνεία των νόμων που εμποδίζουν την πρόσβαση σε ορισμένα δεδομένα, ενώ δημιουργούνται νέες κατηγορίες «απόρρητων» πληροφοριών και ολόκληρα τμήματα της διοίκησης εξαιρούνται από τον δημόσιο έλεγχο.
Στο στόχαστρο βρίσκεται κυρίως ο νόμος για την ελευθερία της πληροφόρησης (FOIA), ο οποίος δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να ζητήσουν σαφή πληροφόρηση από κάποια κυβερνητική υπηρεσία και να καταφύγουν στο ομοσπονδιακό δικαστήριο αν η συγκεκριμένη υπηρεσία αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Η απαξίωση του νόμου ξεκίνησε από την εποχή της κυβέρνησης Ρίγκαν, αλλά επί Μπους το κακό παράγινε: χρησιμοποιώντας κατά αυθαίρετο τρόπο τις εξαιρέσεις που ορίζει ο νόμος, οι υπηρεσίες ταξινομούν πλέον ως απόρρητες όλο και περισσότερες κατηγορίες πληροφοριών, αρνούμενες να αποκαλύψουν δεδομένα ακόμη και στις επιτροπές του Κογκρέσου. Διόλου τυχαία, στα έγγραφα που θεωρήθηκαν απόρρητα περιλαμβάνονται στοιχεία για τις επαφές μεταξύ ορισμένων εταιρειών ενέργειας και του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι, μνημόνια του Λευκού Οίκου αναφερόμενα στα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν εκθέσεις για τα βασανιστήρια στο Αμπού Γκράιμπ. Τον Μάρτιο του 2002, η κυβέρνηση Μπους απαγόρευσε την πληροφόρηση σχετικά με τα «όπλα μαζικής καταστροφής», συμπληρώνοντας ότι δεν πρέπει να παρέχονται πληροφορίες, η κακή χρήση των οποίων «ενδέχεται να βλάψει την ασφάλεια του έθνους μας και την ασφάλεια του λαού μας». Ερμηνεύοντας κατά το δοκούν την ασαφή αυτή διάταξη, οι υπηρεσίες αρνούνται πλέον κάθε πληροφόρηση των πολιτών στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας».
2. Δολοφονίες αμάχων στο Ιράκ: Ομάδα Αμερικανών επιστημόνων σε συνεργασία με Ιρακινούς συναδέλφους τους μελέτησαν συστηματικά το πρόβλημα της θνησιμότητας στο Ιράκ. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, τα οποία δημοσιεύτηκαν στο έγκυρο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «Λάνσετ» («Lancet», 29/10/04), οι θάνατοι αμάχων που συνδέονται με την εισβολή και την κατοχή του Ιράκ ανέρχονται τουλάχιστον σε 100.000, χωρίς να αποκλείεται να είναι κατά πολύ περισσότεροι. Το 95% των θανάτων αυτών προκλήθηκαν από αεροπορικούς βομβαρδισμούς και η πλειονότητα των θυμάτων ήταν γυναίκες και παιδιά.
Η έρευνα ολοκληρώθηκε πριν από τη δεύτερη επίθεση στη Φαλούτζα το φθινόπωρο του 2004. Το 83% των κατοίκων της εγκατέλειψαν την πόλη, ενώ οι 50.000 που παρέμειναν εγκλωβίστηκαν από τις δυνάμεις του Συνασπισμού και υπέστησαν την πιο απάνθρωπη μεταχείριση. Στερήθηκαν νερό, φαγητό και φάρμακα, ενώ οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους πυροβολούσαν αδιακρίτως όποιον τολμούσε να βγει από το σπίτι του και εκτελούσαν ολόκληρες οικογένειες που, ανεμίζοντας άσπρη σημαία, προσπαθούσαν να φύγουν από την πόλη. Αμερικανοί στρατιώτες επιτέθηκαν σε ασθενοφόρα, σκότωσαν ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν αγγλικά, πέρασαν με τανκς πάνω από τραυματίες και άφησαν νεκρούς άταφους να τους τρώνε τα σκυλιά στους δρόμους. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 είχαν σκοτωθεί τουλάχιστον 6.000 Ιρακινοί στη Φαλούτζα και είχε καταστραφεί το ένα τρίτο της πόλης.
3. Ενδείξεις νοθείας: Τον Νοέμβριο του 2004 ο Μπους πήρε τρία εκατομμύρια ψήφους περισσότερες από τον Κέρι, για τον οποίο, ως γνωστόν, τα έξιτ πολ προέβλεπαν ότι θα νικούσε με διαφορά πέντε εκατομμυρίων ψήφων. Η διαφορά αυτή των οκτώ συνολικά εκατομμυρίων ψήφων υπερβαίνει κατά πολύ το περιθώριο λάθους που θεωρείται λογικό για τις μετρήσεις αυτού του τύπου (λιγότερο από 1%). Αναλυτές των δεδομένων που συγκέντρωσαν οι δύο εταιρείες έξιτ πολ θεωρούν ότι, στατιστικά, οι πιθανότητες ενός λάθους της τάξης του 5%, όπως αυτό που σημειώθηκε στις συγκεκριμένες εκλογές, έχει μία πιθανότητα στις 100.000 να συμβεί, γεγονός που προκαλεί υπόνοιες νοθείας. Σύμφωνα με τους καθηγητές Στιβ Φρίμαν και Τζος Μίτελντορφ, τα έξιτ πολ υπήρξαν σχετικά ακριβή μόνο σε εκλογικές περιφέρειες όπου ήταν ακόμη σε χρήση η παλιά μέθοδος καταμέτρησης των ψηφοδελτίων με το χέρι. Αντιθέτως, η απόσταση ανάμεσα στα έξιτ πολ και τα αποτελέσματα υπήρξε σαφώς μεγαλύτερη στις κρίσιμες, αμφιταλαντευόμενες, πολιτείες. Εκτός αυτού, στα προπύργια των Ρεπουμπλικανών, ο Κέρι έλαβε μόνο τα δύο τρίτα των ψήφων που του έδιναν τα έξιτ πολ και ο Μπους κατά πολύ περισσότερα (10%), ενώ στα προπύργια των Δημοκρατικών τα αποτελέσματα των εκλογών επαλήθευσαν σχεδόν επακριβώς τις προβλέψεις των έξιτ πολ. Οι δύο εταιρείες δημοσκοπήσεων (Edison Media Research και Mitofski International) υποστήριξαν στην τελική τους ανακοίνωση ότι οι ψηφοφόροι του Κέρι συμμετείχαν στα έξιτ πολ σε μεγαλύτερα ποσοστά από τους ψηφοφόρους του Μπους. Στην αρχική έκθεσή τους, ωστόσο, σημειωνόταν μεγαλύτερη προθυμία των ψηφοφόρων του Μπους να απαντούν στα έξιτ πολ.
4. Στρατιωτικές χρήσεις του τσουνάμι: Οπως συνέβη παντού, έτσι και στις Ηνωμένες Πολιτείες οι πολίτες κατέβαλαν ιδιαίτερες προσπάθειες για να συγκεντρώσουν χρήματα, τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα για τους κατοίκους των περιοχών που χτυπήθηκαν από το φονικό τσουνάμι του περσινού Δεκεμβρίου. Αντιθέτως, η βοήθεια των δεκαπέντε εκατομμυρίων δολαρίων που αποφάσισε να προσφέρει η κυβέρνηση Μπους υπήρξε αναλογικά πολύ μικρότερη από εκείνη άλλων, λιγότερο πλούσιων, χωρών. Σοβαρότερο ωστόσο είναι το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την καταστροφή που προκάλεσε το τσουνάμι για να προωθήσει τα στρατηγικά της σχέδια στην περιοχή: με πρόφαση τη διανομή βοήθειας, φροντίζει ήδη να ενισχύσει τις στρατιωτικές της συμμαχίες και να επεκτείνει τις βάσεις της στην περιοχή του Ινδικού, επιδιώκοντας τη βελτίωση των θέσεών της έναντι της ανερχόμενης κινεζικής δύναμης.
Με πρόφαση τις αλλεπάλληλες «ανθρωπιστικές» αποστολές, οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν να ενεργοποιήσουν τις συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας με την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, ενώ αμερικανικά πολεμικά σκάφη κατέπλευσαν στη Σιγκαπούρη. Πεζοναύτες και πολεμικά πλοία έφτασαν στη Σρι Λάνκα παρά τους αρχικούς δισταγμούς της κυβέρνησης του νησιού να επιτρέψει την είσοδό τους. Τον Φεβρουάριο του 2005, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναθέρμανε τους δεσμούς του με τον ινδονησιακό στρατό, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες ανθρωπιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατήγγειλαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Ινδονησίας απέκλεισαν συστηματικά από τη βοήθεια πολίτες ύποπτους για σχέσεις με τους αντάρτες. Σύμφωνα με δηλώσεις του πρώην υπουργού Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ, η αμερικανική βοήθεια για τα θύματα του τσουνάμι πρόκειται να ενισχύσει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και «να εισαγάγει τις αμερικανικές αξίες στην περιοχή».
5. Ο θάνατος του πολεμικού ρεπορτάζ: Ο πόλεμος του Ιράκ υπήρξε ο πιο αιματηρός πόλεμος για τους ρεπόρτερ από τότε που η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων διατηρεί σχετικά αρχεία: ως σήμερα, σαράντα εννέα εργαζόμενοι σε μίντια έχασαν τη ζωή τους στο Ιράκ. Αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι δόθηκε κάποια ρητή διαταγή να χτυπηθεί δημοσιογράφος, μαρτυρίες υποδεικνύουν τη σιωπηρή συνενοχή του Πενταγώνου στις δολοφονίες αυτές, γεγονός που πρέπει να συσχετιστεί με την πρωτόγνωρη προπαγανδιστική εκστρατεία κατά του δικαιώματος των ανταποκριτών να κινούνται ελεύθερα και με μια έστω υποτυπώδη ασφάλεια στην εμπόλεμη ζώνη. Ακόμη και μετά την εγκατάσταση της μεταβατικής κατοχικής κυβέρνησης στο Ιράκ, ασφαλείς υπήρξαν μόνον οι «ενσωματωμένοι» στις αμερικανικές δυνάμεις ρεπόρτερ, με τα γνωστά αποτελέσματα στο -ελεγχόμενο- προϊόν της δουλειάς τους. Το Πεντάγωνο αρνήθηκε σθεναρά να δώσει εγγυήσεις για την ασφάλεια των μη «ενσωματωμένων» δημοσιογράφων, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του «Ρόιτερς» και δημοσιογραφικών ενώσεων. Εκτός αυτού, οι αμερικανικές αρχές απέφυγαν να ελέγξουν πειθαρχικά έστω και έναν αξιωματικό ή στρατιώτη που ενέχεται στη δολοφονία δημοσιογράφου, όπως αποδείχθηκε στην περίπτωση του Ξενοδοχείου Παλαιστίνη, για την οποία οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα συνέλεξαν πολλά ενοχοποιητικά για τις αμερικανικές δυνάμεις στοιχεία.
(Ελευθεροτυπία, 24/9/2005)
http://www.iospress.gr/mikro2005/mikro20050924.htm
Για ακόμη μία χρονιά, αποκαλυπτικά ρεπορτάζ που θίγουν «ευαίσθητες» πτυχές της αμερικανικής πολιτικής δεν μπόρεσαν να διαπεράσουν το τείχος που ορθώνουν γύρω τους τα επίσημα μέσα ενημέρωσης της χώρας, έντυπα και ηλεκτρονικά.
Η στήλη έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με τις νέες μορφές λογοκρισίας των ΜΜΕ που τείνουν να παγιωθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις σύγχρονες αυτές εκδοχές της, η λογοκρισία ταυτίζεται με την υποβάθμιση ή/και απόκρυψη των «ανεπιθύμητων» ειδήσεων και επιτυγχάνεται μέσω της μονοπωλιακής διαχείρισης της ενημέρωσης από εταιρείες-κολοσσούς που διατηρούν εξαιρετικά στενούς δεσμούς με την πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας. Σημαντικές ειδήσεις «χάνονται» έτσι στις σελίδες κάποιου εναλλακτικού μέσου χωρίς την ελπίδα να γίνουν γνωστές στο ευρύ κοινό.
Στο ζοφερό αυτό κλίμα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ετήσια δημοσίευση του «Project Censored», του τόμου που συγκεντρώνει τις πιο ενδιαφέρουσες αλλά και καλύτερα τεκμηριωμένες δημοσιογραφικές έρευνες που λογοκρίθηκαν τη χρονιά που πέρασε. Εδώ και είκοσι εννέα ήδη χρόνια, η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Σονόμα (Σαν Φρανσίσκο) ξεχωρίζει είκοσι πέντε από χίλια «απαγορευμένα» ρεπορτάζ και αναθέτει σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων την ταξινόμησή τους βάσει της ποιότητας και του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν για την πολιτική ζωή της χώρας. (Βλ. σχετικά, «Τα "κομμένα" του 2004», Ιός 17/10/2004). Ο επικεφαλής του «Project Censored», καθηγητής Πίτερ Φίλιπς, μάς παραχώρησε την άδεια να δημοσιεύσουμε τα λογοκριμένα ρεπορτάζ του 2004-2005, από τα οποία επιλέγουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα.
1. Απόλυτη αδιαφάνεια: Η κυβέρνηση Μπους ξηλώνει συστηματικά το θεσμικό πλαίσιο που εξασφάλιζε την πρόσβαση όχι μόνο των πολιτών αλλά και του ίδιου του Κογκρέσου στα κυβερνητικά πεπραγμένα. Εκθεση του βουλευτή Χένρι Ουάξμαν που δόθηκε στη δημοσιότητα το φθινόπωρο του 2004 αποδεικνύει ότι περιορίζεται πλέον δραστικά η εφαρμογή των νόμων που σχετίζονται με το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Την ίδια στιγμή προκρίνεται μια όλο και πιο διασταλτική ερμηνεία των νόμων που εμποδίζουν την πρόσβαση σε ορισμένα δεδομένα, ενώ δημιουργούνται νέες κατηγορίες «απόρρητων» πληροφοριών και ολόκληρα τμήματα της διοίκησης εξαιρούνται από τον δημόσιο έλεγχο.
Στο στόχαστρο βρίσκεται κυρίως ο νόμος για την ελευθερία της πληροφόρησης (FOIA), ο οποίος δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να ζητήσουν σαφή πληροφόρηση από κάποια κυβερνητική υπηρεσία και να καταφύγουν στο ομοσπονδιακό δικαστήριο αν η συγκεκριμένη υπηρεσία αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Η απαξίωση του νόμου ξεκίνησε από την εποχή της κυβέρνησης Ρίγκαν, αλλά επί Μπους το κακό παράγινε: χρησιμοποιώντας κατά αυθαίρετο τρόπο τις εξαιρέσεις που ορίζει ο νόμος, οι υπηρεσίες ταξινομούν πλέον ως απόρρητες όλο και περισσότερες κατηγορίες πληροφοριών, αρνούμενες να αποκαλύψουν δεδομένα ακόμη και στις επιτροπές του Κογκρέσου. Διόλου τυχαία, στα έγγραφα που θεωρήθηκαν απόρρητα περιλαμβάνονται στοιχεία για τις επαφές μεταξύ ορισμένων εταιρειών ενέργειας και του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι, μνημόνια του Λευκού Οίκου αναφερόμενα στα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν εκθέσεις για τα βασανιστήρια στο Αμπού Γκράιμπ. Τον Μάρτιο του 2002, η κυβέρνηση Μπους απαγόρευσε την πληροφόρηση σχετικά με τα «όπλα μαζικής καταστροφής», συμπληρώνοντας ότι δεν πρέπει να παρέχονται πληροφορίες, η κακή χρήση των οποίων «ενδέχεται να βλάψει την ασφάλεια του έθνους μας και την ασφάλεια του λαού μας». Ερμηνεύοντας κατά το δοκούν την ασαφή αυτή διάταξη, οι υπηρεσίες αρνούνται πλέον κάθε πληροφόρηση των πολιτών στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας».
2. Δολοφονίες αμάχων στο Ιράκ: Ομάδα Αμερικανών επιστημόνων σε συνεργασία με Ιρακινούς συναδέλφους τους μελέτησαν συστηματικά το πρόβλημα της θνησιμότητας στο Ιράκ. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, τα οποία δημοσιεύτηκαν στο έγκυρο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «Λάνσετ» («Lancet», 29/10/04), οι θάνατοι αμάχων που συνδέονται με την εισβολή και την κατοχή του Ιράκ ανέρχονται τουλάχιστον σε 100.000, χωρίς να αποκλείεται να είναι κατά πολύ περισσότεροι. Το 95% των θανάτων αυτών προκλήθηκαν από αεροπορικούς βομβαρδισμούς και η πλειονότητα των θυμάτων ήταν γυναίκες και παιδιά.
Η έρευνα ολοκληρώθηκε πριν από τη δεύτερη επίθεση στη Φαλούτζα το φθινόπωρο του 2004. Το 83% των κατοίκων της εγκατέλειψαν την πόλη, ενώ οι 50.000 που παρέμειναν εγκλωβίστηκαν από τις δυνάμεις του Συνασπισμού και υπέστησαν την πιο απάνθρωπη μεταχείριση. Στερήθηκαν νερό, φαγητό και φάρμακα, ενώ οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους πυροβολούσαν αδιακρίτως όποιον τολμούσε να βγει από το σπίτι του και εκτελούσαν ολόκληρες οικογένειες που, ανεμίζοντας άσπρη σημαία, προσπαθούσαν να φύγουν από την πόλη. Αμερικανοί στρατιώτες επιτέθηκαν σε ασθενοφόρα, σκότωσαν ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν αγγλικά, πέρασαν με τανκς πάνω από τραυματίες και άφησαν νεκρούς άταφους να τους τρώνε τα σκυλιά στους δρόμους. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 είχαν σκοτωθεί τουλάχιστον 6.000 Ιρακινοί στη Φαλούτζα και είχε καταστραφεί το ένα τρίτο της πόλης.
3. Ενδείξεις νοθείας: Τον Νοέμβριο του 2004 ο Μπους πήρε τρία εκατομμύρια ψήφους περισσότερες από τον Κέρι, για τον οποίο, ως γνωστόν, τα έξιτ πολ προέβλεπαν ότι θα νικούσε με διαφορά πέντε εκατομμυρίων ψήφων. Η διαφορά αυτή των οκτώ συνολικά εκατομμυρίων ψήφων υπερβαίνει κατά πολύ το περιθώριο λάθους που θεωρείται λογικό για τις μετρήσεις αυτού του τύπου (λιγότερο από 1%). Αναλυτές των δεδομένων που συγκέντρωσαν οι δύο εταιρείες έξιτ πολ θεωρούν ότι, στατιστικά, οι πιθανότητες ενός λάθους της τάξης του 5%, όπως αυτό που σημειώθηκε στις συγκεκριμένες εκλογές, έχει μία πιθανότητα στις 100.000 να συμβεί, γεγονός που προκαλεί υπόνοιες νοθείας. Σύμφωνα με τους καθηγητές Στιβ Φρίμαν και Τζος Μίτελντορφ, τα έξιτ πολ υπήρξαν σχετικά ακριβή μόνο σε εκλογικές περιφέρειες όπου ήταν ακόμη σε χρήση η παλιά μέθοδος καταμέτρησης των ψηφοδελτίων με το χέρι. Αντιθέτως, η απόσταση ανάμεσα στα έξιτ πολ και τα αποτελέσματα υπήρξε σαφώς μεγαλύτερη στις κρίσιμες, αμφιταλαντευόμενες, πολιτείες. Εκτός αυτού, στα προπύργια των Ρεπουμπλικανών, ο Κέρι έλαβε μόνο τα δύο τρίτα των ψήφων που του έδιναν τα έξιτ πολ και ο Μπους κατά πολύ περισσότερα (10%), ενώ στα προπύργια των Δημοκρατικών τα αποτελέσματα των εκλογών επαλήθευσαν σχεδόν επακριβώς τις προβλέψεις των έξιτ πολ. Οι δύο εταιρείες δημοσκοπήσεων (Edison Media Research και Mitofski International) υποστήριξαν στην τελική τους ανακοίνωση ότι οι ψηφοφόροι του Κέρι συμμετείχαν στα έξιτ πολ σε μεγαλύτερα ποσοστά από τους ψηφοφόρους του Μπους. Στην αρχική έκθεσή τους, ωστόσο, σημειωνόταν μεγαλύτερη προθυμία των ψηφοφόρων του Μπους να απαντούν στα έξιτ πολ.
4. Στρατιωτικές χρήσεις του τσουνάμι: Οπως συνέβη παντού, έτσι και στις Ηνωμένες Πολιτείες οι πολίτες κατέβαλαν ιδιαίτερες προσπάθειες για να συγκεντρώσουν χρήματα, τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα για τους κατοίκους των περιοχών που χτυπήθηκαν από το φονικό τσουνάμι του περσινού Δεκεμβρίου. Αντιθέτως, η βοήθεια των δεκαπέντε εκατομμυρίων δολαρίων που αποφάσισε να προσφέρει η κυβέρνηση Μπους υπήρξε αναλογικά πολύ μικρότερη από εκείνη άλλων, λιγότερο πλούσιων, χωρών. Σοβαρότερο ωστόσο είναι το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την καταστροφή που προκάλεσε το τσουνάμι για να προωθήσει τα στρατηγικά της σχέδια στην περιοχή: με πρόφαση τη διανομή βοήθειας, φροντίζει ήδη να ενισχύσει τις στρατιωτικές της συμμαχίες και να επεκτείνει τις βάσεις της στην περιοχή του Ινδικού, επιδιώκοντας τη βελτίωση των θέσεών της έναντι της ανερχόμενης κινεζικής δύναμης.
Με πρόφαση τις αλλεπάλληλες «ανθρωπιστικές» αποστολές, οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν να ενεργοποιήσουν τις συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας με την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, ενώ αμερικανικά πολεμικά σκάφη κατέπλευσαν στη Σιγκαπούρη. Πεζοναύτες και πολεμικά πλοία έφτασαν στη Σρι Λάνκα παρά τους αρχικούς δισταγμούς της κυβέρνησης του νησιού να επιτρέψει την είσοδό τους. Τον Φεβρουάριο του 2005, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναθέρμανε τους δεσμούς του με τον ινδονησιακό στρατό, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες ανθρωπιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατήγγειλαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Ινδονησίας απέκλεισαν συστηματικά από τη βοήθεια πολίτες ύποπτους για σχέσεις με τους αντάρτες. Σύμφωνα με δηλώσεις του πρώην υπουργού Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ, η αμερικανική βοήθεια για τα θύματα του τσουνάμι πρόκειται να ενισχύσει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και «να εισαγάγει τις αμερικανικές αξίες στην περιοχή».
5. Ο θάνατος του πολεμικού ρεπορτάζ: Ο πόλεμος του Ιράκ υπήρξε ο πιο αιματηρός πόλεμος για τους ρεπόρτερ από τότε που η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων διατηρεί σχετικά αρχεία: ως σήμερα, σαράντα εννέα εργαζόμενοι σε μίντια έχασαν τη ζωή τους στο Ιράκ. Αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι δόθηκε κάποια ρητή διαταγή να χτυπηθεί δημοσιογράφος, μαρτυρίες υποδεικνύουν τη σιωπηρή συνενοχή του Πενταγώνου στις δολοφονίες αυτές, γεγονός που πρέπει να συσχετιστεί με την πρωτόγνωρη προπαγανδιστική εκστρατεία κατά του δικαιώματος των ανταποκριτών να κινούνται ελεύθερα και με μια έστω υποτυπώδη ασφάλεια στην εμπόλεμη ζώνη. Ακόμη και μετά την εγκατάσταση της μεταβατικής κατοχικής κυβέρνησης στο Ιράκ, ασφαλείς υπήρξαν μόνον οι «ενσωματωμένοι» στις αμερικανικές δυνάμεις ρεπόρτερ, με τα γνωστά αποτελέσματα στο -ελεγχόμενο- προϊόν της δουλειάς τους. Το Πεντάγωνο αρνήθηκε σθεναρά να δώσει εγγυήσεις για την ασφάλεια των μη «ενσωματωμένων» δημοσιογράφων, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του «Ρόιτερς» και δημοσιογραφικών ενώσεων. Εκτός αυτού, οι αμερικανικές αρχές απέφυγαν να ελέγξουν πειθαρχικά έστω και έναν αξιωματικό ή στρατιώτη που ενέχεται στη δολοφονία δημοσιογράφου, όπως αποδείχθηκε στην περίπτωση του Ξενοδοχείου Παλαιστίνη, για την οποία οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα συνέλεξαν πολλά ενοχοποιητικά για τις αμερικανικές δυνάμεις στοιχεία.
(Ελευθεροτυπία, 24/9/2005)
http://www.iospress.gr/mikro2005/mikro20050924.htm
Το εγχειρίδιο του καλού βασανιστή
Ο επιστημονικός δάκτυλος
Πολύ κακώς ξαφνιάστηκε η υφήλιος με τις αποκαλύψεις για τα αμερικανικά βασανιστήρια στο Ιράκ. Αν μη τι άλλο, οι επίσημες οδηγίες της CIA περί "καταναγκαστικής ανάκρισης" των συλλαμβανόμενων "αντικειμένων", έχουν αποχαρακτηριστεί εδώ κι εφτά ολόκληρα χρόνια.
Ενάμιση μήνα μετά την αποκάλυψη των συστηματικών βασανιστηρίων που διαπράττονται από τον αμερικανικό στρατό και τους "συμβεβλημένους ιδιώτες" της CIA στις ιρακινές φυλακές, μια "παράπλευρη διαρροή" από τα αμερικανικά αρχεία μάς επιτρέπει να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα του όλου συστήματος.
Πρόκειται για δύο αναλυτικές οδηγίες του Λάνγκλεϊ, σχετικά με τον τρόπο διενέργειας των ανακρίσεων, που αποχαρακτηρίστηκαν το 1997 ύστερα από επίμονες προσπάθειες δημοσιογράφων της εφημερίδας Baltimore Sun. Εδώ κι ένα μήνα είναι προσπελάσιμες στο σύνολό τους, σε μορφή PDF, στο δικτυακό τόπο του μη κυβερνητικού οργανισμού National Security Archive.
Το πρώτο ντοκουμέντο είναι ένα 128σέλιδο απόρρητο εγχειρίδιο, συνταγμένο τον Ιούλιο του 1963, με τίτλο "Ανακρίσεις Αντικατασκοπίας" (Counterintelligence Interrogation). Ως συντάκτης του φέρεται μια μυστηριώδης ακροστοιχίδα (KUBARK), η οποία στην πραγματικότητα είναι ένα από τα "υπηρεσιακά" ψευδώνυμα της CIA.
Η ύλη του καλύπτει όλη τη διαδικασία, από την προπαρασκευή της ανάκρισης (ψυχογράφημα της "πηγής", συλλογή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, προετοιμασία του χώρου) μέχρι τους δύο βασικούς τύπους ανακριτικής διαδικασίας: "μη καταναγκαστική" (non coercive) και "καταναγκαστική" (coercive).
Το αντίτυπο που δόθηκε στη δημοσιότητα έχει υποστεί συνολικά 48 μικρές ή μεγάλες περικοπές, για λόγους "εθνικής ασφαλείας" και "προστασίας των πηγών" της υπηρεσίας. Μεταξύ άλλων, έχουν απαλειφθεί 4 από τις 50 ερωτήσεις που κάθε ανακριτής οφείλει να θέτει (ως "υπενθύμιση") στον εαυτό του, καθώς κι ένα μέρος της βιβλιογραφίας. Το κεφάλαιο ωστόσο που ασχολείται με την "καταναγκαστική ανάκριση αντιστεκόμενων πηγών" (σ.82-104), και θα μας απασχολήσει κατά κύριο λόγο εδώ, έχει αποχαρακτηριστεί σχεδόν στο σύνολό του.
Το δεύτερο ντοκουμέντο απέχει από το πρώτο μια ολόκληρη δεκαετία, αλλά στην ουσία το αντιγράφει. Ο τίτλος του είναι "Εκπαιδευτικό εγχειρίδιο εκμετάλλευσης ανθρώπινων πόρων" (Human Resource Exploitation Training Manual -1983) και χρησιμοποιήθηκε στη δεκαετία του '80 για την εκπαίδευση ανακριτών από τις ίδιες τις ΗΠΑ ή από διάφορες "συμμαχικές" χώρες (ανάμεσά τους, ουκ ολίγες τριτοκοσμικές δικτατορίες).
Το περιεχόμενό του αναπαράγει εκτενώς τις αντίστοιχες διατυπώσεις του προηγούμενου εγχειριδίου. Τυπικά, πρόκειται για αντιγραφή του αδιαβάθμητου "Project Χ" του αμερικανικού στρατού. Το τελευταίο αφορούσε "την ανάπτυξη ενός εξαγώγιμου εκπαιδευτικού πακέτου συλλογής πληροφοριών, για την παροχή σε λατινοαμερικανικές χώρες των τεχνικών καταπολέμησης των εξεγέρσεων που μάθαμε στο Βιετνάμ" και, σύμφωνα με μια έκθεση του 1991 προς τον τότε υπουργό Aμυνας Ντικ Τσένι, αντέγραφε σε μεγάλο βαθμό το προϋπάρχον απόρρητο εγχειρίδιο FM 30-18. Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι αυτό το τελευταίο και το "KUBARK" του 1963 ταυτίζονται, εν όλω ή εν μέρει.
Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά στο "μητρικό" ντοκουμέντο που καθόρισε την ανακριτική πολιτική των αμερικανικών υπηρεσιών (και των δορυφόρων τους) για κάμποσες δεκαετίες. Οπως διαπιστώνουμε, παρά την προσθήκη κάποιων (χειρόγραφων!) "διορθώσεων" μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου Ιράν-Κόντρας, οι βασικές συνταγές του εξακολουθούν λίγο πολύ να εφαρμόζονται μέχρι σήμερα -κι όχι μόνο στο Ιράκ. Aρα, μάλλον δεν χρειάζεται να περιμένουμε άλλα σαράντα χρόνια, μέχρις ότου δημοσιοποιηθούν οι κανονισμοί του Αμπού Γκράιμπ και του Γκουαντανάμο, για να καταλάβουμε πώς ακριβώς διεξάγεται ο παγκόσμιος "αντιτρομοκρατικός" πόλεμος της κυβέρνησης Μπους!
Αποδόμηση προσωπικότητας
Τι ακριβώς προβλέπουν αυτά τα εγχειρίδια; Το πιο εντυπωσιακό, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι η εξουσιοδότηση προς τους ανακριτές για χρησιμοποίηση βίας, προκειμένου να αποσπάσουν τις επιθυμητές ομολογίες και καταθέσεις. Είναι η εξονυχιστική πρόβλεψη (και προετοιμασία) όλων εκείνων των μικρολεπτομερειών που αποσκοπούν στο ψυχολογικό "σπάσιμο" του "υπόπτου", από τη σύλληψή του μέχρι την ολοκλήρωση της ανάκρισης.
Διαβάζοντας τις υπηρεσιακές οδηγίες, διαπιστώνεις πως η φωτογραφημένη φρικαλεότητα των κατοχικών φυλακών του Ιράκ δεν είναι καθόλου τυχαία, ούτε απλό υποπροϊόν μιας κτηνώδους αποικιακής εκστρατείας. Τα πάντα είναι μελετημένα, έτσι ώστε το πρώτο θύμα να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπόσταση των συλληφθέντων.
Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. "Ο τρόπος και το τάιμινγκ της σύλληψης μπορούν να συνεισφέρουν ουσιαστικά στους σκοπούς του ανακριτή", ξεκαθαρίζει το εγχειρίδιο του 1963. "Αυτό στο οποίο αποβλέπουμε, είναι να εξασφαλίσουμε πως ο τρόπος της σύλληψης επιφέρει, ει δυνατόν, έκπληξη κι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διανοητική δυσφορία". Ο ύποπτος πρέπει να συλληφθεί "σε στιγμή που το περιμένει ελάχιστα κι όταν η πνευματική και φυσική αντίστασή του βρίσκεται στο ναδίρ". Ως ιδανικός χρόνος υποδεικνύονται οι μεταμεσονύκτιες ώρες ή, εναλλακτικά, το βραδάκι (σ.85).
Ελέω λογοκρισίας, το πρώτο ντοκουμέντο δεν μας δίνει άλλες λεπτομέρειες. Αυτό του 1983, ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι "είναι σημαντικό, αυτοί που κάνουν τη σύλληψη να συμπεριφερθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να εντυπωσιάσουν το αντικείμενο με την αποτελεσματικότητά τους. Το αντικείμενο πρέπει να αφυπνιστεί βάναυσα κι αμέσως να του δεθούν τα μάτια και να του περαστούν χειροπέδες" (§ F1). Οι σκηνές των πάνοπλων Ράμπο που μπουκάρουν νυχτιάτικα σε σπίτια, δένουν πισθάγκωνα και κουκουλώνουν με τσουβάλια τους συλληφθέντες, δεν αποσκοπούν λοιπόν μονάχα στην τρομοκράτηση των θεατών. Υλοποιούν, ταυτόχρονα, το πρώτο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας.
Εξίσου καλά υπολογισμένα είναι όσα έπονται. Οι συλληφθέντες "πρέπει να παραμείνουν σιωπηλοί όλη την ώρα. Δεν πρέπει ποτέ να τους επιτραπεί να μιλήσουν μεταξύ τους". Το ίδιο και οι συλλαμβάνοντες, που "πρέπει να έχουν εκπαιδευτεί να μιλάνε στους φυλακισμένους μονάχα όταν αυτό είναι αναγκαίο" (§ F4). "Το αντικείμενο μεταφέρεται στις εγκαταστάσεις [της ανάκρισης] με χειροπέδες και δεμένα τα μάτια, και πρέπει να παραμείνει έτσι σε όλη τη διαδικασία" (§ F9). Μοναδική εξαίρεση προβλέπεται κατά τη φωτογράφησή του -αλλά και τότε ακόμη, συνιστάται "προσοχή κατά την απομάκρυνση του δεσίματος των ματιών" (§ F13).
Ακολουθεί γδύσιμο και ντους, με τα μάτια πάντα δεμένα. Κατόπιν, "στο αντικείμενο παρέχεται εξονυχιστική ιατρική εξέταση, συμπεριλαμβανόμενων όλων των κοιλοτήτων του σώματος, από το γιατρό ή το νοσοκόμο των εγκαταστάσεων" (§ F14). Διαπιστώνουμε, έτσι, ότι ο Σαντάμ μάλλον την έβγαλε φτηνά στον επικοινωνιακό εξευτελισμό του: το βίντεο που είδαμε στις οθόνες μας, περιορίστηκε στην εξέταση της στοματικής του "κοιλότητας" -και μόνον αυτής...
Το αποφασιστικό στάδιο για την αποδόμηση της προσωπικότητας του κρατούμενου έρχεται αμέσως μετά. "Η συνθήκες κράτησης πρέπει να ρυθμιστούν έτσι ώστε να ενισχυθεί στο αντικείμενο η αίσθηση ότι έχει αποκοπεί από όσα γνωρίζει και του προκαλούν ασφάλεια, κι ότι έχει καταβυθιστεί μέσα στο αλλόκοτο", εξηγεί το εγχειρίδιο του 1963. "Το ζήτημα είναι ότι η αίσθηση ταυτότητας του ανθρώπου εξαρτάται από μια συνέχεια όσον αφορά το περιβάλλον, τις συνήθειες, την εμφάνιση, τις ενέργειες, τις σχέσεις του με τους άλλους κλπ. Η κράτηση επιτρέπει στον ανακριτή να κόψει αυτούς τους δεσμούς" (σ.86).
Η αποκοπή ξεκινά με την εξωτερική εμφάνιση του συλληφθέντος: "Τα ρούχα του αφαιρούνται αμέσως, επειδή ο οικείος ρουχισμός ενισχύει την ταυτότητα και ως εκ τούτου την ικανότητα αντίστασης. Αν ο ανακρινόμενος είναι ιδιαίτερα περήφανος ή καλοβαλμένος, ίσως είναι χρήσιμο να του χορηγηθεί μια στολή που του πέφτει υπερβολικά μεγάλη και να μην του δοθεί ζώνη, έτσι ώστε να χρειάζεται να κρατά με το χέρι τo παντελόνι του" (σ.86).
Προβλεπόμενη είναι και η απουσία τουαλέτας στο χώρο κράτησης, ούτως ώστε "το αντικείμενο να είναι υποχρεωμένο να ζητά, προκειμένου ν' ανακουφιστεί. Θα πρέπει τότε να του δίνεται ένα δοχείο ή να συνοδεύεται από τον φρουρό στο μπάνιο. Ο φρουρός στέκεται δίπλα του, όλη την ώρα που βρίσκεται στο μπάνιο" (§ Ε27).
Πρόβλημα συνιστά, όμως, "η αντικατάσταση της μιας ρουτίνας με μiα άλλη", που θα επέτρεπε την ανασυγκρότηση της προσωπικότητας του κρατούμενου σε νέα βάση: "Η απάθεια μπορεί να είναι μια πολύ αποτελεσματική άμυνα στη διάρκεια της ανάκρισης". Δουλειά του ανακριτή, συνεπώς, είναι ο "έλεγχος του περιβάλλοντος" του "αντικειμένου", με "καθορισμό της δίαιτας, του ύπνου και άλλων βασικών λειτουργιών" του με σκοπό τον "αποπροσανατολισμό" του και τη "δημιουργία αισθημάτων φόβου κι ανημπόριας" (σ.87).
Πονηρές εξομολογήσεις
Ειδικό κεφάλαιο -και μάλιστα αγρίως λογοκριμένο- είναι αφιερωμένο στην εξονυχιστική εξέταση (screening) του ανακρινόμενου από ψυχολόγο ή άλλο ειδικευμένο υπάλληλο της υπηρεσίας, πριν ξεκινήσει αυτή καθεαυτή η ανάκριση. Σκοπός της προκαταρκτικής αυτής "συνέντευξης" είναι η σκιαγράφηση της ψυχολογίας του θύματος, έτσι ώστε να αποκαλυφθούν τα τρωτά σημεία του και να προβλεφθεί η παραπέρα στάση του: "Μια εκτίμηση για το αν ο ανακρινόμενος θα είναι συνεργάσιμος ή ατίθασος είναι ουσιώδης στο σχεδιασμό, γιατί πολύ διαφορετικές μέθοδοι χρησιμοποιούνται στο χειρισμό αυτών των δύο τύπων" (σ.33). Η συνέντευξη θεωρείται περιττή μονάχα αν "η ανάκριση είναι ελάσσονος σημασίας ή ο ανακρινόμενος είναι απόλυτα συνεργάσιμος" (σ.30).
Ενδιαφέρουσες είναι εδώ οι πρακτικές συμβουλές του εγχειριδίου: "Ο εξεταστής ενδιαφέρεται να κάνει το αντικείμενο να μιλήσει για τον εαυτό του. Αφ' ής στιγμής αρχίσει η ροή, ο εξεταστής πρέπει να προσπαθήσει να μην την διακόπτει με ερωτήσεις, χειρονομίες ή άλλες διακοπές, μέχρις ότου συγκεντρωθούν αρκετές πληροφορίες που να επιτρέπουν ένα χοντρικό καθορισμό του ανθρώπινου τύπου. Το αντικείμενο είναι πιθανότερο να μιλήσει ελεύθερα, αν οι τρόποι του εξεταστή είναι φιλικοί και υπομονετικοί. [...] Η συμπαράταξη με το αντικείμενο εναντίον των εχθρών του, και σχόλια όπως 'Αυτό ήταν άδικο. Δεν είχαν δικαίωμα να σου φερθούν έτσι', θα προσθέσουν ψυχοσυναισθηματική επαφή και θα προωθήσουν περαιτέρω αποκαλύψεις" (σ.32).
Οι πληροφορίες που ενδιαφέρουν δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της κύριας ανάκρισης, αλλά με τα βιώματα εκείνα που θεωρούνται καθοριστικά για την προσωπικότητα του "αντικειμένου": παιδικά χρόνια, σχολικό κι εργασιακό περιβάλλον, σχέση του με τους "ηγέτες της ομάδας". Και, φυσικά, προσωπικές αδυναμίες: "Αν κάποιος απεχθάνεται τις κατσαρίδες", εξηγεί χαρακτηριστικά στη Baltimore Sun (28.1.97) ένας λατινοαμερικάνος στρατιωτικός που το 1983 παρακολούθησε αυτά τα σεμινάρια της CIA, "τότε μπορεί να είναι πολύ πιο συνεργάσιμος αν υπάρχουν κατσαρίδες να γυροφέρνουν μέσα στο δωμάτιό του".
Στην περίπτωση δε των ανδροκρατικών αραβικών κοινωνιών, υποθέτουμε εμείς, τη θέση των κατσαρίδων μπορεί άνετα να πάρει ο σεξουαλικός εξευτελισμός των (αρσενικών) κρατουμένων από τις στρατιωτίνες των ΗΠΑ...
Φόβος, εξασθένιση, πόνος
Εξαιρετικά μεγάλη σημασία, οι οδηγίες της CIA αποδίδουν στην τρομοκράτηση του ανακρινόμενου. "Η απειλή καταναγκασμού συνήθως εξασθενεί ή καταστρέφει την αντίσταση πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι ο ίδιος ο καταναγκασμός", σημειώνει χαρακτηριστικά το εγχειρίδιο του 1963 (σ.90). Με ιδιαίτερη έμφαση επισημαίνεται η ανάγκη ψυχραιμίας του ανακριτή κατά τη διατύπωση των απειλών, αλλά και παροχής στον ανακρινόμενο του αναγκαίου χρόνου για να το ξανασκεφτεί -και να υποκύψει (σ.91). Εξίσου σημαντική θεωρείται η υποβολή μιας "λογικής δικαιολογίας" γι' αυτή τη συνθηκολόγηση: "Η απειλή, όπως και όλες οι άλλες τεχνικές καταναγκασμού, είναι κατεξοχήν αποτελεσματική όταν συνοδεύεται από την υποβολή μιας διεξόδου από το δίλημμα, ένα εξορθολογισμό αποδεκτό από τον ανακρινόμενο" (σ.91).
Το εγχειρίδιο του 1983 φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι, "αν το αντικείμενο αρνείται να συμμορφωθεί μετά τη διατύπωση της απειλής, αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί. Αν δεν πραγματοποιηθεί, τότε και οι επόμενες απειλές θα αποδειχθούν αναποτελεσματικές" (§ L11). Και τα δύο συμφωνούν, πάντως, ότι οι απειλές θανάτωσης είναι κατά κανόνα αντιπαραγωγικές: οι ευαίσθητοι κρατούμενοι καταρρέουν ολοκληρωτικά, ενώ οι ψύχραιμοι απλώς συνειδητοποιούν πως "αν σιωπήσουν για πάντα, τότε ο ανακριτής έχει αποτύχει" (σ.92).
Η εξασθένιση του ανακρινόμενου συνιστά ένα άλλο κεφάλαιο της όλης μεθοδολογίας. Τα εγχειρίδια απαριθμούν διάφορες τεχνικές (στέρηση ή δραστική μείωση ύπνου και τροφής, υπερβολική ζέστη ή κρύο ή υγρασία, παρατεταμένο στρίμωγμα ή καταπόνηση), με σκοπό την "πρόκληση φυσικής αδυναμίας" που θα επιφέρει "μείωση της ψυχολογικής ικανότητας για αντίσταση" (σ.92).
Κι εδώ, ωστόσο, η παραγωγικότητα της ανάκρισης απαιτεί ελεγχόμενη δοσολογία και, το κυριότερο, εναλλαγές: "Γεύματα και ύπνος που χορηγούνται ακανόνιστα, σε υπερβολικές ή ανεπαρκείς δόσεις, μετακινήσεις που προκύπτουν με βάση ένα μη διακριτό μοντέλο, φυσιολογικά αποπροσανατολίζουν έναν ανακρινόμενο και υπονομεύουν τη θέλησή του να αντισταθεί πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι μια παρατεταμένη στέρηση που οδηγεί σε ατονία" (σ.93).
Ειδική αναφορά γίνεται, φυσικά, στα αποτελέσματα της απομόνωσης. Μετά από αναλυτική επισκόπηση των σχετικών επιστημονικών πειραματισμών, το πρώτο εγχειρίδιο καταλήγει σε σαφή συμπεράσματα-οδηγίες:
"1. Οσο πληρέστερα ο χώρος εγκλεισμού εξαφανίζει τα ερεθίσματα των αισθητηρίων οργάνων, τόσο γρηγορότερα και βαθύτερα θα θιγεί ο ανακρινόμενος. Αποτελέσματα που παράγονται μονάχα ύστερα από βδομάδες σ' ένα κανονικό κελί, μπορούν να διπλασιαστούν μέσα σε ώρες ή μέρες σ' ένα κελί που δεν έχει φως (ή έχει ασθενικό τεχνητό φως που ποτέ δεν ποικίλλει), που είναι ηχομονωμένο, όπου οι μυρωδιές έχουν εξαφανιστεί, κ.λπ. Ενα περιβάλλον ακόμη περισσότερο υποκείμενο σε έλεγχο, όπως μια δεξαμενή νερού, είναι ακόμη πιο αποτελεσματικό.
2. Ενα πρώιμο αποτέλεσμα ενός τέτοιου περιβάλλοντος, είναι το άγχος. Πόσο σύντομα εμφανίζεται και πόσο ισχυρό είναι, εξαρτάται από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ατόμου.
3. Ο ανακριτής μπορεί να επωφεληθεί από το άγχος του αντικειμένου. Οσο ο ανακριτής συνδέεται στο μυαλό του αντικειμένου με την ανταμοιβή ενός μειωμένου άγχους, την ανθρώπινη επαφή και δραστηριότητα με νόημα, και συνεπώς με την παροχή ανακούφισης σε μια αυξανόμενη δυσφορία, ο ανακριτής αποκτά έναν αγαθοεργό ρόλο.
4. Η στέρηση ερεθισμάτων στερεί το μυαλό του αντικειμένου από την επαφή με τον εξωτερικό κόσμο και συνεπώς το εξαναγκάζει να στραφεί προς τον εαυτό του. Την ίδια στιγμή, μια υπολογισμένη παροχή ερεθισμάτων κατά τη διάρκεια της ανάκρισης κάνει το αντικείμενο που έχει καταπέσει να βλέπει τον ανακριτή σαν μια πατρική μορφή. Το αποτέλεσμα, συνήθως, είναι η ενίσχυση των τάσεων του αντικειμένου προς τη συμμόρφωση" (σ.93).
Τελευταίο στάδιο της "καταναγκαστικής ανάκρισης" αποτελεί ο καθεαυτό βασανισμός -ο "πόνος", όπως επιγράφεται το σχετικό υποκεφάλαιο. Τα εγχειρίδια απαξιούν ν' ασχοληθούν με τις τεχνικές λεπτομέρειες, προτιμώντας να εστιάσουν την προσοχή τους στα στρατηγικά ερωτήματα: Σε ποια φάση της ανάκρισης πρέπει να γίνουν τα βασανιστήρια; Ποιες είναι οι ανεπιθύμητες παρενέργειές τους πάνω στην ποιότητα του τελικού προϊόντος;
Τελικό συμπέρασμα: παν μέτρον άριστον! Υπερβολικός βασανισμός του "αντικειμένου" εμπεριέχει τον κίνδυνο ψευδούς ομολογίας του για να γλιτώσει απ' τους πόνους (σ.94). Κάποιοι ανακρινόμενοι, πάλι, μπορεί να διακατέχονται από μαζοχιστικές τάσεις (και να τη βρίσκουν) ή από συμπλέγματα ενοχής, από τα οποία απαλλάσσονται με τον πόνο (σ.93-4). Ενα τρίτο ενδεχόμενο είναι, άνθρωποι "με σημαντικό ηθικό ή διανοητικό ανάστημα" να δουν στα βασανιστήρια "μια επιβεβαίωση της πεποίθησης ότι βρίσκονται στα χέρια υποδεέστερων και η αποφασιστικότητά τους να μην υποταχθούν να ενισχυθεί" (σ.94).
Ανοικτό παραμένει, τέλος, το ιδανικό τάιμινγκ του βασανισμού. Αν γίνει μετά τις άλλες μεθόδους, προδίδει την αδυναμία του ανακριτή. Αν πάλι προηγηθεί, ενδεχόμενη αποτυχία του προδιαγράφει την αποτυχία και των υπόλοιπων μέσων (σ.95).
Υπνωση και νάρκωση
Ενα θέμα που απασχολεί εκτεταμένα το εγχειρίδιο του 1963, είναι αυτό της ανάκρισης με ύπνωση ή της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών για την απόσπαση ομολογίας (σ.95-100). Οι συντάκτες του εξετάζουν μία προς μία τις σχετικές επιφυλάξεις των τότε επιστημόνων, με μια προφανή τάση υποστήριξης αυτών των "επαναστατικών" μεθόδων.
Είκοσι χρόνια αργότερα, επικρατεί ένα πολύ πιο επιφυλακτικό κλίμα. "Η φερεγγυότητα των απαντήσεων που δίνονται από ένα αντικείμενο σε κατάσταση ύπνωσης είναι εξαιρετικά αμφίβολη", διαβάζουμε στο εγχειρίδιο του 1983. "Οι απαντήσεις του βασίζονται συχνά στις υποδείξεις του 'εξεταστή' και είναι διαστρεβλωμένες ή κατασκευασμένες" (§ L13). Ανάλογος προβληματισμός επικρατεί και για τις δυνατότητες της νάρκωσης: "Δεν υπάρχει φάρμακο που μπορεί να εξαναγκάσει κάθε αντικείμενο να αποκαλύψει όλες τις πληροφορίες που γνωρίζει" (§ L15).
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι είναι περιττή κάθε προσπάθεια επηρεασμού των ανακρινόμενων, έστω και με βάση ψευδή δεδομένα. Οι εκπαιδευτές της CIA συνιστούν, αντίθετα, τη χρησιμοποίηση τεχνασμάτων όπως "το μαγικό δωμάτιο" ή τα "εικονικά χάπια" (στην πραγματικότητα, αθώα ζάχαρη) που δημιουργούν στα θύματα την εντύπωση ότι βρίσκονται κάτω από την επίδραση υπνωτιστή ή ψυχοφαρμάκων. Η λειτουργία τους, και στις δύο περιπτώσεις, "είναι να προκαλέσουν συνθηκολόγηση του αντικειμένου, να το κάνουν να μετατοπιστεί από την αντίσταση στη συνεργασία", παρέχοντάς του "μια δικαιολογία για τη συμμόρφωσή του, η οποία αποτελεί τη μοναδική οδό διαφυγής από την καταθλιπτική κατάστασή του" (§ L16).
Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;
Ο επιστημονικός δάκτυλος
Μια ενδιαφέρουσα πλευρά των εγχειριδίων της CIA που παρουσιάζουμε εδώ αφορά την επιστημονική τεκμηρίωση των ανακριτικών μεθόδων που προτείνουν, με βάση τα πορίσματα της ιατρικής, της ψυχολογίας και των κοινωνικών επιστημών. Ταυτόχρονα, στις σελίδες τους αποτυπώνεται με τον πιο εύγλωττο τρόπο η διαπλοκή μιας μερίδας της επιστημονικής κοινότητας με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αμερικανικού κράτους και των κάθε λογής συμμάχων του.
Οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν κυρίως την "Ανάκριση Αντικατασκοπίας" (1963), που χρησίμευσε ως πρότυπο και για τα μεταγενέστερα εγχειρίδια. Οι συντάκτες της αναπτύσσουν ένα "δημιουργικό διάλογο" με κορυφαίους επιστήμονες της εποχής και τα πορίσματά τους, εντοπίζοντας τρόπους αξιοποίησής τους ή αντικρούοντας τις επιφυλάξεις τους για κάποιες ανακριτικές μεθόδους (κυρίως την ύπνωση και τη νάρκωση).
"Η ανάκριση μιας ανθεκτικής πηγής που είναι επιτελικό στέλεχος ή μέλος μιας υπηρεσίας του Παραπετάσματος ή μιας παράνομης κομμουνιστικής οργάνωσης είναι ένα από τα πλέον απαιτητικά επαγγελματικά καθήκοντα", εξηγεί η εισαγωγή του εγχειριδίου. "Ο ανακριτής χρειάζεται κάθε δυνατή βοήθεια. Και μια κύρια πηγή βοήθειας σήμερα είναι τα επιστημονικά πορίσματα. Είναι αλήθεια ότι οι αμερικανοί ψυχολόγοι έχουν αφιερώσει κάπως περισσότερη προσοχή στις ανακριτικές τεχνικές των κομμουνιστών, ιδιαίτερα στην 'πλύση εγκεφάλου', απ' ό,τι στις πρακτικές των ΗΠΑ. Ωστόσο, έχουν διεξαγάγει επιστημονικές έρευνες πάνω σε πολλά αντικείμενα που συνδέονται στενά με την ανάκριση: τις επιπτώσεις της εξασθένησης και της απομόνωσης, τις αντιδράσεις στον πόνο και το φόβο, την ύπνωση και την επαυξημένη υποβλητικότητα, τη νάρκωση, κ.λπ. Αυτή η δουλειά είναι αρκετά συναφής και σημαντική, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η σοβαρή συζήτηση περί ανάκρισης χωρίς αναφορά στις ψυχολογικές έρευνες που διεξήχθησαν την τελευταία δεκαετία". Διευκρινίζεται, πάντως, ότι "έχει καταβληθεί κάθε προσπάθεια, ώστε αυτά τα πορίσματα να μεταφράζονται στη δική μας γλώσσα, αντί για την ορολογία που χρησιμοποιείται από τους ψυχολόγους".
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται η μελέτη της παρατιθέμενης βιβλιογραφίας (σ.110-22). Περιλαμβάνει συνολικά 46 τίτλους, με σχολιασμό του περιεχομένου και των δυνατοτήτων αξιοποίησής τους από τον φιλομαθή ανακριτή: υπηρεσιακά εγχειρίδια του αμερικανικού στρατού και της CIA, βιβλία και άρθρα δημοσιευμένα στην υπηρεσιακή επιθεώρηση Studies of Intelligence ή σε επιστημονικά περιοδικά (Public Opinion Quarterly, Sociometry, International Journal of Psychoanalysis, Bulletin of the N.Y. Academy of Medicine, κ.ά.).
Κατά τον αποχαρακτηρισμό του εγγράφου, κρίθηκε σκόπιμο να περαστούν με μπλάνκο τα στοιχεία έξι από αυτές τις πηγές. Μιας έβδομης, πάλι, που τιτλοφορείται "Ανάκριση" κι αποτελεί το περιεχόμενο μιας "ωριαίας διάλεξης για το ζήτημα", έχουν απαλειφθεί τα πραγματικά στοιχεία του (επισήμως "ανώνυμου") συγγραφέα. Πιθανότατα πρόκειται για επιστήμονα υπεράνω πάσης υποψίας, που η αποκάλυψη της σχέσης του με τη CIA θα ψιλοαμαύρωνε το βιογραφικό του.
Και η εναπομείνασα βιβλιογραφία παραμένει πάντως αρκετά διδακτική, όσον αφορά τη σχέση "ιδιωτών" ερευνητών με το σκληρό πυρήνα των μυστικών υπηρεσιών.
Μια "μελέτη για την ανάπτυξη βελτιωμένων τεχνικών ανάκρισης", π.χ., συντάχθηκε το 1959 από τον καθηγητή Αλμπερτ Μπίντερμαν, βάσει συμβολαίου που ανατέθηκε στο "Γραφείο Ερευνας Κοινωνικών Επιστημών Α.Ε." (ιδιωτικό ερευνητικό κέντρο συνδεδεμένο με το American University της Ουάσιγκτον). "Οπως φαίνεται από τη συχνότητα των παραπομπών, αυτό το βιβλίο ήταν μια από τις πιο χρήσιμες δουλειές που συμβουλευτήκαμε", σημειώνει ο συγγραφέας του εγχειριδίου, εκτιμώντας ότι και οι περισσότεροι από τους ανακριτές της υπηρεσίας θα μπορούσαν "να επωφεληθούν απ' αυτό".
Ο Μπίντερμαν ήταν ένας από τους επιφανέστερους κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και κοινωνιοψυχολόγους των μεταπολεμικών ΗΠΑ. Υποθέτουμε, βέβαια, ότι στη δημόσια δραστηριότητά του θα εξόρκιζε με αποτροπιασμό κάθε συσχετισμό της επιστημονικής του δουλειάς με συνταγές βασανιστηρίων. Το διαπιστώνουμε και από τα επίσημα βιογραφικά που δημοσιεύθηκαν, από τα ΜΜΕ και τις επιστημονικές ενώσεις των ΗΠΑ, την επαύριο του θανάτου του (16.6.2003): επισήμως, ο εκλιπών ασχολούνταν απλώς με τη "χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς", τις ανακριτικές τεχνικές των κομμουνιστών και τη στατιστική καταγραφή της εγκληματικότητας...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Tomas Blanton & Peter Kornbluch
"Prisoner abuse: Patterns from the Past" (National Security Archive Electronic Briefing Book no 122, http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB122/index.htm). Ηλεκτρονική συλλογή ντοκουμέντων της CIA κι άλλων αμερικανικών υπηρεσιών, με θέμα της "τεχνικές ανάκρισης". Ο βασικός κορμός της αποτελείται από τα εγχειρίδια του 1963 και του 1983 που παρουσιάζουμε εδώ.
ΔΕΙΤΕ
Κώστα Γραβρά
"Κατάσταση πολιορκίας" (Etat de Siege) (1973). Εξαιρετικό πολιτικό θρίλερ με θέμα την απαγωγή, ανάκριση κι εκτέλεση του Νταν Μιτριόνε, εκπαιδευτή των λατινοαμερικανικών αστυνομιών στις σύγχρονες "τεχνικές ανάκρισης" της CIA, από τους αντάρτες πόλης Τουπαμάρος της Ουρουγουάης (1970). Το σενάριο της ταινίας, μαζί με τα σχετικά τεκμήρια της πραγματικής υπόθεσης, έχει κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα (Αθήναι 1974, εκδ. Ευκλείδης).
Τζον Μάλκοβιτς
"Ο χορευτής του επάνω ορόφου" (The dancer upstairs) (2002).
Η σύγχρονη αντιτρομοκρατική οπτική για την εξάρθρωση του παγκοσμιοποιημένου "εσωτερικού εχθρού". Θέμα της ταινίας, η καταδίωξη και σύλληψη του ηγέτη των περουβιανών ανταρτών του μαοϊκού "Φωτεινού Μονοπατού" -κατάλληλα μασκαρεμένου για τις ανάγκες της ταινίας, έτσι ώστε ο "μαρξισμός λενινισμός" να συνδυάζεται με το θρησκευτικό (και έμμεσα τον ισλαμικό) φονταμενταλισμό. Οι μέθοδοι των "αντιτρομοκρατών" παρουσιάζονται σχεδόν αγγελικές, η δε επιτυχία τους αποδίδεται σ' έναν συνδυασμό αστυνομικής ευφυΐας και υψηλής τεχνολογίας, που θυμίζει έντονα την εγχώρια ημιεπίσημη εκδοχή σχετικά με την εξάρθρωση της 17Ν. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι, τέλος, η παρουσίαση της ταινίας του Γαβρά "Κατάσταση πολιορκίας" (αντίγραφο της οποίας εντοπίζεται στη γιάφκα του "αρχηγού"), σαν δείγμα της "προπαγάνδας των τρομοκρατών".
(Ελευθεροτυπία, 13/6/2004)
http://www.iospress.gr/ios2004/ios20040613a.htm
Πολύ κακώς ξαφνιάστηκε η υφήλιος με τις αποκαλύψεις για τα αμερικανικά βασανιστήρια στο Ιράκ. Αν μη τι άλλο, οι επίσημες οδηγίες της CIA περί "καταναγκαστικής ανάκρισης" των συλλαμβανόμενων "αντικειμένων", έχουν αποχαρακτηριστεί εδώ κι εφτά ολόκληρα χρόνια.
Ενάμιση μήνα μετά την αποκάλυψη των συστηματικών βασανιστηρίων που διαπράττονται από τον αμερικανικό στρατό και τους "συμβεβλημένους ιδιώτες" της CIA στις ιρακινές φυλακές, μια "παράπλευρη διαρροή" από τα αμερικανικά αρχεία μάς επιτρέπει να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα του όλου συστήματος.
Πρόκειται για δύο αναλυτικές οδηγίες του Λάνγκλεϊ, σχετικά με τον τρόπο διενέργειας των ανακρίσεων, που αποχαρακτηρίστηκαν το 1997 ύστερα από επίμονες προσπάθειες δημοσιογράφων της εφημερίδας Baltimore Sun. Εδώ κι ένα μήνα είναι προσπελάσιμες στο σύνολό τους, σε μορφή PDF, στο δικτυακό τόπο του μη κυβερνητικού οργανισμού National Security Archive.
Το πρώτο ντοκουμέντο είναι ένα 128σέλιδο απόρρητο εγχειρίδιο, συνταγμένο τον Ιούλιο του 1963, με τίτλο "Ανακρίσεις Αντικατασκοπίας" (Counterintelligence Interrogation). Ως συντάκτης του φέρεται μια μυστηριώδης ακροστοιχίδα (KUBARK), η οποία στην πραγματικότητα είναι ένα από τα "υπηρεσιακά" ψευδώνυμα της CIA.
Η ύλη του καλύπτει όλη τη διαδικασία, από την προπαρασκευή της ανάκρισης (ψυχογράφημα της "πηγής", συλλογή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, προετοιμασία του χώρου) μέχρι τους δύο βασικούς τύπους ανακριτικής διαδικασίας: "μη καταναγκαστική" (non coercive) και "καταναγκαστική" (coercive).
Το αντίτυπο που δόθηκε στη δημοσιότητα έχει υποστεί συνολικά 48 μικρές ή μεγάλες περικοπές, για λόγους "εθνικής ασφαλείας" και "προστασίας των πηγών" της υπηρεσίας. Μεταξύ άλλων, έχουν απαλειφθεί 4 από τις 50 ερωτήσεις που κάθε ανακριτής οφείλει να θέτει (ως "υπενθύμιση") στον εαυτό του, καθώς κι ένα μέρος της βιβλιογραφίας. Το κεφάλαιο ωστόσο που ασχολείται με την "καταναγκαστική ανάκριση αντιστεκόμενων πηγών" (σ.82-104), και θα μας απασχολήσει κατά κύριο λόγο εδώ, έχει αποχαρακτηριστεί σχεδόν στο σύνολό του.
Το δεύτερο ντοκουμέντο απέχει από το πρώτο μια ολόκληρη δεκαετία, αλλά στην ουσία το αντιγράφει. Ο τίτλος του είναι "Εκπαιδευτικό εγχειρίδιο εκμετάλλευσης ανθρώπινων πόρων" (Human Resource Exploitation Training Manual -1983) και χρησιμοποιήθηκε στη δεκαετία του '80 για την εκπαίδευση ανακριτών από τις ίδιες τις ΗΠΑ ή από διάφορες "συμμαχικές" χώρες (ανάμεσά τους, ουκ ολίγες τριτοκοσμικές δικτατορίες).
Το περιεχόμενό του αναπαράγει εκτενώς τις αντίστοιχες διατυπώσεις του προηγούμενου εγχειριδίου. Τυπικά, πρόκειται για αντιγραφή του αδιαβάθμητου "Project Χ" του αμερικανικού στρατού. Το τελευταίο αφορούσε "την ανάπτυξη ενός εξαγώγιμου εκπαιδευτικού πακέτου συλλογής πληροφοριών, για την παροχή σε λατινοαμερικανικές χώρες των τεχνικών καταπολέμησης των εξεγέρσεων που μάθαμε στο Βιετνάμ" και, σύμφωνα με μια έκθεση του 1991 προς τον τότε υπουργό Aμυνας Ντικ Τσένι, αντέγραφε σε μεγάλο βαθμό το προϋπάρχον απόρρητο εγχειρίδιο FM 30-18. Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι αυτό το τελευταίο και το "KUBARK" του 1963 ταυτίζονται, εν όλω ή εν μέρει.
Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε μπροστά στο "μητρικό" ντοκουμέντο που καθόρισε την ανακριτική πολιτική των αμερικανικών υπηρεσιών (και των δορυφόρων τους) για κάμποσες δεκαετίες. Οπως διαπιστώνουμε, παρά την προσθήκη κάποιων (χειρόγραφων!) "διορθώσεων" μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου Ιράν-Κόντρας, οι βασικές συνταγές του εξακολουθούν λίγο πολύ να εφαρμόζονται μέχρι σήμερα -κι όχι μόνο στο Ιράκ. Aρα, μάλλον δεν χρειάζεται να περιμένουμε άλλα σαράντα χρόνια, μέχρις ότου δημοσιοποιηθούν οι κανονισμοί του Αμπού Γκράιμπ και του Γκουαντανάμο, για να καταλάβουμε πώς ακριβώς διεξάγεται ο παγκόσμιος "αντιτρομοκρατικός" πόλεμος της κυβέρνησης Μπους!
Αποδόμηση προσωπικότητας
Τι ακριβώς προβλέπουν αυτά τα εγχειρίδια; Το πιο εντυπωσιακό, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι η εξουσιοδότηση προς τους ανακριτές για χρησιμοποίηση βίας, προκειμένου να αποσπάσουν τις επιθυμητές ομολογίες και καταθέσεις. Είναι η εξονυχιστική πρόβλεψη (και προετοιμασία) όλων εκείνων των μικρολεπτομερειών που αποσκοπούν στο ψυχολογικό "σπάσιμο" του "υπόπτου", από τη σύλληψή του μέχρι την ολοκλήρωση της ανάκρισης.
Διαβάζοντας τις υπηρεσιακές οδηγίες, διαπιστώνεις πως η φωτογραφημένη φρικαλεότητα των κατοχικών φυλακών του Ιράκ δεν είναι καθόλου τυχαία, ούτε απλό υποπροϊόν μιας κτηνώδους αποικιακής εκστρατείας. Τα πάντα είναι μελετημένα, έτσι ώστε το πρώτο θύμα να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπόσταση των συλληφθέντων.
Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. "Ο τρόπος και το τάιμινγκ της σύλληψης μπορούν να συνεισφέρουν ουσιαστικά στους σκοπούς του ανακριτή", ξεκαθαρίζει το εγχειρίδιο του 1963. "Αυτό στο οποίο αποβλέπουμε, είναι να εξασφαλίσουμε πως ο τρόπος της σύλληψης επιφέρει, ει δυνατόν, έκπληξη κι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διανοητική δυσφορία". Ο ύποπτος πρέπει να συλληφθεί "σε στιγμή που το περιμένει ελάχιστα κι όταν η πνευματική και φυσική αντίστασή του βρίσκεται στο ναδίρ". Ως ιδανικός χρόνος υποδεικνύονται οι μεταμεσονύκτιες ώρες ή, εναλλακτικά, το βραδάκι (σ.85).
Ελέω λογοκρισίας, το πρώτο ντοκουμέντο δεν μας δίνει άλλες λεπτομέρειες. Αυτό του 1983, ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι "είναι σημαντικό, αυτοί που κάνουν τη σύλληψη να συμπεριφερθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να εντυπωσιάσουν το αντικείμενο με την αποτελεσματικότητά τους. Το αντικείμενο πρέπει να αφυπνιστεί βάναυσα κι αμέσως να του δεθούν τα μάτια και να του περαστούν χειροπέδες" (§ F1). Οι σκηνές των πάνοπλων Ράμπο που μπουκάρουν νυχτιάτικα σε σπίτια, δένουν πισθάγκωνα και κουκουλώνουν με τσουβάλια τους συλληφθέντες, δεν αποσκοπούν λοιπόν μονάχα στην τρομοκράτηση των θεατών. Υλοποιούν, ταυτόχρονα, το πρώτο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας.
Εξίσου καλά υπολογισμένα είναι όσα έπονται. Οι συλληφθέντες "πρέπει να παραμείνουν σιωπηλοί όλη την ώρα. Δεν πρέπει ποτέ να τους επιτραπεί να μιλήσουν μεταξύ τους". Το ίδιο και οι συλλαμβάνοντες, που "πρέπει να έχουν εκπαιδευτεί να μιλάνε στους φυλακισμένους μονάχα όταν αυτό είναι αναγκαίο" (§ F4). "Το αντικείμενο μεταφέρεται στις εγκαταστάσεις [της ανάκρισης] με χειροπέδες και δεμένα τα μάτια, και πρέπει να παραμείνει έτσι σε όλη τη διαδικασία" (§ F9). Μοναδική εξαίρεση προβλέπεται κατά τη φωτογράφησή του -αλλά και τότε ακόμη, συνιστάται "προσοχή κατά την απομάκρυνση του δεσίματος των ματιών" (§ F13).
Ακολουθεί γδύσιμο και ντους, με τα μάτια πάντα δεμένα. Κατόπιν, "στο αντικείμενο παρέχεται εξονυχιστική ιατρική εξέταση, συμπεριλαμβανόμενων όλων των κοιλοτήτων του σώματος, από το γιατρό ή το νοσοκόμο των εγκαταστάσεων" (§ F14). Διαπιστώνουμε, έτσι, ότι ο Σαντάμ μάλλον την έβγαλε φτηνά στον επικοινωνιακό εξευτελισμό του: το βίντεο που είδαμε στις οθόνες μας, περιορίστηκε στην εξέταση της στοματικής του "κοιλότητας" -και μόνον αυτής...
Το αποφασιστικό στάδιο για την αποδόμηση της προσωπικότητας του κρατούμενου έρχεται αμέσως μετά. "Η συνθήκες κράτησης πρέπει να ρυθμιστούν έτσι ώστε να ενισχυθεί στο αντικείμενο η αίσθηση ότι έχει αποκοπεί από όσα γνωρίζει και του προκαλούν ασφάλεια, κι ότι έχει καταβυθιστεί μέσα στο αλλόκοτο", εξηγεί το εγχειρίδιο του 1963. "Το ζήτημα είναι ότι η αίσθηση ταυτότητας του ανθρώπου εξαρτάται από μια συνέχεια όσον αφορά το περιβάλλον, τις συνήθειες, την εμφάνιση, τις ενέργειες, τις σχέσεις του με τους άλλους κλπ. Η κράτηση επιτρέπει στον ανακριτή να κόψει αυτούς τους δεσμούς" (σ.86).
Η αποκοπή ξεκινά με την εξωτερική εμφάνιση του συλληφθέντος: "Τα ρούχα του αφαιρούνται αμέσως, επειδή ο οικείος ρουχισμός ενισχύει την ταυτότητα και ως εκ τούτου την ικανότητα αντίστασης. Αν ο ανακρινόμενος είναι ιδιαίτερα περήφανος ή καλοβαλμένος, ίσως είναι χρήσιμο να του χορηγηθεί μια στολή που του πέφτει υπερβολικά μεγάλη και να μην του δοθεί ζώνη, έτσι ώστε να χρειάζεται να κρατά με το χέρι τo παντελόνι του" (σ.86).
Προβλεπόμενη είναι και η απουσία τουαλέτας στο χώρο κράτησης, ούτως ώστε "το αντικείμενο να είναι υποχρεωμένο να ζητά, προκειμένου ν' ανακουφιστεί. Θα πρέπει τότε να του δίνεται ένα δοχείο ή να συνοδεύεται από τον φρουρό στο μπάνιο. Ο φρουρός στέκεται δίπλα του, όλη την ώρα που βρίσκεται στο μπάνιο" (§ Ε27).
Πρόβλημα συνιστά, όμως, "η αντικατάσταση της μιας ρουτίνας με μiα άλλη", που θα επέτρεπε την ανασυγκρότηση της προσωπικότητας του κρατούμενου σε νέα βάση: "Η απάθεια μπορεί να είναι μια πολύ αποτελεσματική άμυνα στη διάρκεια της ανάκρισης". Δουλειά του ανακριτή, συνεπώς, είναι ο "έλεγχος του περιβάλλοντος" του "αντικειμένου", με "καθορισμό της δίαιτας, του ύπνου και άλλων βασικών λειτουργιών" του με σκοπό τον "αποπροσανατολισμό" του και τη "δημιουργία αισθημάτων φόβου κι ανημπόριας" (σ.87).
Πονηρές εξομολογήσεις
Ειδικό κεφάλαιο -και μάλιστα αγρίως λογοκριμένο- είναι αφιερωμένο στην εξονυχιστική εξέταση (screening) του ανακρινόμενου από ψυχολόγο ή άλλο ειδικευμένο υπάλληλο της υπηρεσίας, πριν ξεκινήσει αυτή καθεαυτή η ανάκριση. Σκοπός της προκαταρκτικής αυτής "συνέντευξης" είναι η σκιαγράφηση της ψυχολογίας του θύματος, έτσι ώστε να αποκαλυφθούν τα τρωτά σημεία του και να προβλεφθεί η παραπέρα στάση του: "Μια εκτίμηση για το αν ο ανακρινόμενος θα είναι συνεργάσιμος ή ατίθασος είναι ουσιώδης στο σχεδιασμό, γιατί πολύ διαφορετικές μέθοδοι χρησιμοποιούνται στο χειρισμό αυτών των δύο τύπων" (σ.33). Η συνέντευξη θεωρείται περιττή μονάχα αν "η ανάκριση είναι ελάσσονος σημασίας ή ο ανακρινόμενος είναι απόλυτα συνεργάσιμος" (σ.30).
Ενδιαφέρουσες είναι εδώ οι πρακτικές συμβουλές του εγχειριδίου: "Ο εξεταστής ενδιαφέρεται να κάνει το αντικείμενο να μιλήσει για τον εαυτό του. Αφ' ής στιγμής αρχίσει η ροή, ο εξεταστής πρέπει να προσπαθήσει να μην την διακόπτει με ερωτήσεις, χειρονομίες ή άλλες διακοπές, μέχρις ότου συγκεντρωθούν αρκετές πληροφορίες που να επιτρέπουν ένα χοντρικό καθορισμό του ανθρώπινου τύπου. Το αντικείμενο είναι πιθανότερο να μιλήσει ελεύθερα, αν οι τρόποι του εξεταστή είναι φιλικοί και υπομονετικοί. [...] Η συμπαράταξη με το αντικείμενο εναντίον των εχθρών του, και σχόλια όπως 'Αυτό ήταν άδικο. Δεν είχαν δικαίωμα να σου φερθούν έτσι', θα προσθέσουν ψυχοσυναισθηματική επαφή και θα προωθήσουν περαιτέρω αποκαλύψεις" (σ.32).
Οι πληροφορίες που ενδιαφέρουν δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της κύριας ανάκρισης, αλλά με τα βιώματα εκείνα που θεωρούνται καθοριστικά για την προσωπικότητα του "αντικειμένου": παιδικά χρόνια, σχολικό κι εργασιακό περιβάλλον, σχέση του με τους "ηγέτες της ομάδας". Και, φυσικά, προσωπικές αδυναμίες: "Αν κάποιος απεχθάνεται τις κατσαρίδες", εξηγεί χαρακτηριστικά στη Baltimore Sun (28.1.97) ένας λατινοαμερικάνος στρατιωτικός που το 1983 παρακολούθησε αυτά τα σεμινάρια της CIA, "τότε μπορεί να είναι πολύ πιο συνεργάσιμος αν υπάρχουν κατσαρίδες να γυροφέρνουν μέσα στο δωμάτιό του".
Στην περίπτωση δε των ανδροκρατικών αραβικών κοινωνιών, υποθέτουμε εμείς, τη θέση των κατσαρίδων μπορεί άνετα να πάρει ο σεξουαλικός εξευτελισμός των (αρσενικών) κρατουμένων από τις στρατιωτίνες των ΗΠΑ...
Φόβος, εξασθένιση, πόνος
Εξαιρετικά μεγάλη σημασία, οι οδηγίες της CIA αποδίδουν στην τρομοκράτηση του ανακρινόμενου. "Η απειλή καταναγκασμού συνήθως εξασθενεί ή καταστρέφει την αντίσταση πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι ο ίδιος ο καταναγκασμός", σημειώνει χαρακτηριστικά το εγχειρίδιο του 1963 (σ.90). Με ιδιαίτερη έμφαση επισημαίνεται η ανάγκη ψυχραιμίας του ανακριτή κατά τη διατύπωση των απειλών, αλλά και παροχής στον ανακρινόμενο του αναγκαίου χρόνου για να το ξανασκεφτεί -και να υποκύψει (σ.91). Εξίσου σημαντική θεωρείται η υποβολή μιας "λογικής δικαιολογίας" γι' αυτή τη συνθηκολόγηση: "Η απειλή, όπως και όλες οι άλλες τεχνικές καταναγκασμού, είναι κατεξοχήν αποτελεσματική όταν συνοδεύεται από την υποβολή μιας διεξόδου από το δίλημμα, ένα εξορθολογισμό αποδεκτό από τον ανακρινόμενο" (σ.91).
Το εγχειρίδιο του 1983 φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι, "αν το αντικείμενο αρνείται να συμμορφωθεί μετά τη διατύπωση της απειλής, αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί. Αν δεν πραγματοποιηθεί, τότε και οι επόμενες απειλές θα αποδειχθούν αναποτελεσματικές" (§ L11). Και τα δύο συμφωνούν, πάντως, ότι οι απειλές θανάτωσης είναι κατά κανόνα αντιπαραγωγικές: οι ευαίσθητοι κρατούμενοι καταρρέουν ολοκληρωτικά, ενώ οι ψύχραιμοι απλώς συνειδητοποιούν πως "αν σιωπήσουν για πάντα, τότε ο ανακριτής έχει αποτύχει" (σ.92).
Η εξασθένιση του ανακρινόμενου συνιστά ένα άλλο κεφάλαιο της όλης μεθοδολογίας. Τα εγχειρίδια απαριθμούν διάφορες τεχνικές (στέρηση ή δραστική μείωση ύπνου και τροφής, υπερβολική ζέστη ή κρύο ή υγρασία, παρατεταμένο στρίμωγμα ή καταπόνηση), με σκοπό την "πρόκληση φυσικής αδυναμίας" που θα επιφέρει "μείωση της ψυχολογικής ικανότητας για αντίσταση" (σ.92).
Κι εδώ, ωστόσο, η παραγωγικότητα της ανάκρισης απαιτεί ελεγχόμενη δοσολογία και, το κυριότερο, εναλλαγές: "Γεύματα και ύπνος που χορηγούνται ακανόνιστα, σε υπερβολικές ή ανεπαρκείς δόσεις, μετακινήσεις που προκύπτουν με βάση ένα μη διακριτό μοντέλο, φυσιολογικά αποπροσανατολίζουν έναν ανακρινόμενο και υπονομεύουν τη θέλησή του να αντισταθεί πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι μια παρατεταμένη στέρηση που οδηγεί σε ατονία" (σ.93).
Ειδική αναφορά γίνεται, φυσικά, στα αποτελέσματα της απομόνωσης. Μετά από αναλυτική επισκόπηση των σχετικών επιστημονικών πειραματισμών, το πρώτο εγχειρίδιο καταλήγει σε σαφή συμπεράσματα-οδηγίες:
"1. Οσο πληρέστερα ο χώρος εγκλεισμού εξαφανίζει τα ερεθίσματα των αισθητηρίων οργάνων, τόσο γρηγορότερα και βαθύτερα θα θιγεί ο ανακρινόμενος. Αποτελέσματα που παράγονται μονάχα ύστερα από βδομάδες σ' ένα κανονικό κελί, μπορούν να διπλασιαστούν μέσα σε ώρες ή μέρες σ' ένα κελί που δεν έχει φως (ή έχει ασθενικό τεχνητό φως που ποτέ δεν ποικίλλει), που είναι ηχομονωμένο, όπου οι μυρωδιές έχουν εξαφανιστεί, κ.λπ. Ενα περιβάλλον ακόμη περισσότερο υποκείμενο σε έλεγχο, όπως μια δεξαμενή νερού, είναι ακόμη πιο αποτελεσματικό.
2. Ενα πρώιμο αποτέλεσμα ενός τέτοιου περιβάλλοντος, είναι το άγχος. Πόσο σύντομα εμφανίζεται και πόσο ισχυρό είναι, εξαρτάται από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ατόμου.
3. Ο ανακριτής μπορεί να επωφεληθεί από το άγχος του αντικειμένου. Οσο ο ανακριτής συνδέεται στο μυαλό του αντικειμένου με την ανταμοιβή ενός μειωμένου άγχους, την ανθρώπινη επαφή και δραστηριότητα με νόημα, και συνεπώς με την παροχή ανακούφισης σε μια αυξανόμενη δυσφορία, ο ανακριτής αποκτά έναν αγαθοεργό ρόλο.
4. Η στέρηση ερεθισμάτων στερεί το μυαλό του αντικειμένου από την επαφή με τον εξωτερικό κόσμο και συνεπώς το εξαναγκάζει να στραφεί προς τον εαυτό του. Την ίδια στιγμή, μια υπολογισμένη παροχή ερεθισμάτων κατά τη διάρκεια της ανάκρισης κάνει το αντικείμενο που έχει καταπέσει να βλέπει τον ανακριτή σαν μια πατρική μορφή. Το αποτέλεσμα, συνήθως, είναι η ενίσχυση των τάσεων του αντικειμένου προς τη συμμόρφωση" (σ.93).
Τελευταίο στάδιο της "καταναγκαστικής ανάκρισης" αποτελεί ο καθεαυτό βασανισμός -ο "πόνος", όπως επιγράφεται το σχετικό υποκεφάλαιο. Τα εγχειρίδια απαξιούν ν' ασχοληθούν με τις τεχνικές λεπτομέρειες, προτιμώντας να εστιάσουν την προσοχή τους στα στρατηγικά ερωτήματα: Σε ποια φάση της ανάκρισης πρέπει να γίνουν τα βασανιστήρια; Ποιες είναι οι ανεπιθύμητες παρενέργειές τους πάνω στην ποιότητα του τελικού προϊόντος;
Τελικό συμπέρασμα: παν μέτρον άριστον! Υπερβολικός βασανισμός του "αντικειμένου" εμπεριέχει τον κίνδυνο ψευδούς ομολογίας του για να γλιτώσει απ' τους πόνους (σ.94). Κάποιοι ανακρινόμενοι, πάλι, μπορεί να διακατέχονται από μαζοχιστικές τάσεις (και να τη βρίσκουν) ή από συμπλέγματα ενοχής, από τα οποία απαλλάσσονται με τον πόνο (σ.93-4). Ενα τρίτο ενδεχόμενο είναι, άνθρωποι "με σημαντικό ηθικό ή διανοητικό ανάστημα" να δουν στα βασανιστήρια "μια επιβεβαίωση της πεποίθησης ότι βρίσκονται στα χέρια υποδεέστερων και η αποφασιστικότητά τους να μην υποταχθούν να ενισχυθεί" (σ.94).
Ανοικτό παραμένει, τέλος, το ιδανικό τάιμινγκ του βασανισμού. Αν γίνει μετά τις άλλες μεθόδους, προδίδει την αδυναμία του ανακριτή. Αν πάλι προηγηθεί, ενδεχόμενη αποτυχία του προδιαγράφει την αποτυχία και των υπόλοιπων μέσων (σ.95).
Υπνωση και νάρκωση
Ενα θέμα που απασχολεί εκτεταμένα το εγχειρίδιο του 1963, είναι αυτό της ανάκρισης με ύπνωση ή της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών για την απόσπαση ομολογίας (σ.95-100). Οι συντάκτες του εξετάζουν μία προς μία τις σχετικές επιφυλάξεις των τότε επιστημόνων, με μια προφανή τάση υποστήριξης αυτών των "επαναστατικών" μεθόδων.
Είκοσι χρόνια αργότερα, επικρατεί ένα πολύ πιο επιφυλακτικό κλίμα. "Η φερεγγυότητα των απαντήσεων που δίνονται από ένα αντικείμενο σε κατάσταση ύπνωσης είναι εξαιρετικά αμφίβολη", διαβάζουμε στο εγχειρίδιο του 1983. "Οι απαντήσεις του βασίζονται συχνά στις υποδείξεις του 'εξεταστή' και είναι διαστρεβλωμένες ή κατασκευασμένες" (§ L13). Ανάλογος προβληματισμός επικρατεί και για τις δυνατότητες της νάρκωσης: "Δεν υπάρχει φάρμακο που μπορεί να εξαναγκάσει κάθε αντικείμενο να αποκαλύψει όλες τις πληροφορίες που γνωρίζει" (§ L15).
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι είναι περιττή κάθε προσπάθεια επηρεασμού των ανακρινόμενων, έστω και με βάση ψευδή δεδομένα. Οι εκπαιδευτές της CIA συνιστούν, αντίθετα, τη χρησιμοποίηση τεχνασμάτων όπως "το μαγικό δωμάτιο" ή τα "εικονικά χάπια" (στην πραγματικότητα, αθώα ζάχαρη) που δημιουργούν στα θύματα την εντύπωση ότι βρίσκονται κάτω από την επίδραση υπνωτιστή ή ψυχοφαρμάκων. Η λειτουργία τους, και στις δύο περιπτώσεις, "είναι να προκαλέσουν συνθηκολόγηση του αντικειμένου, να το κάνουν να μετατοπιστεί από την αντίσταση στη συνεργασία", παρέχοντάς του "μια δικαιολογία για τη συμμόρφωσή του, η οποία αποτελεί τη μοναδική οδό διαφυγής από την καταθλιπτική κατάστασή του" (§ L16).
Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;
Ο επιστημονικός δάκτυλος
Μια ενδιαφέρουσα πλευρά των εγχειριδίων της CIA που παρουσιάζουμε εδώ αφορά την επιστημονική τεκμηρίωση των ανακριτικών μεθόδων που προτείνουν, με βάση τα πορίσματα της ιατρικής, της ψυχολογίας και των κοινωνικών επιστημών. Ταυτόχρονα, στις σελίδες τους αποτυπώνεται με τον πιο εύγλωττο τρόπο η διαπλοκή μιας μερίδας της επιστημονικής κοινότητας με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αμερικανικού κράτους και των κάθε λογής συμμάχων του.
Οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν κυρίως την "Ανάκριση Αντικατασκοπίας" (1963), που χρησίμευσε ως πρότυπο και για τα μεταγενέστερα εγχειρίδια. Οι συντάκτες της αναπτύσσουν ένα "δημιουργικό διάλογο" με κορυφαίους επιστήμονες της εποχής και τα πορίσματά τους, εντοπίζοντας τρόπους αξιοποίησής τους ή αντικρούοντας τις επιφυλάξεις τους για κάποιες ανακριτικές μεθόδους (κυρίως την ύπνωση και τη νάρκωση).
"Η ανάκριση μιας ανθεκτικής πηγής που είναι επιτελικό στέλεχος ή μέλος μιας υπηρεσίας του Παραπετάσματος ή μιας παράνομης κομμουνιστικής οργάνωσης είναι ένα από τα πλέον απαιτητικά επαγγελματικά καθήκοντα", εξηγεί η εισαγωγή του εγχειριδίου. "Ο ανακριτής χρειάζεται κάθε δυνατή βοήθεια. Και μια κύρια πηγή βοήθειας σήμερα είναι τα επιστημονικά πορίσματα. Είναι αλήθεια ότι οι αμερικανοί ψυχολόγοι έχουν αφιερώσει κάπως περισσότερη προσοχή στις ανακριτικές τεχνικές των κομμουνιστών, ιδιαίτερα στην 'πλύση εγκεφάλου', απ' ό,τι στις πρακτικές των ΗΠΑ. Ωστόσο, έχουν διεξαγάγει επιστημονικές έρευνες πάνω σε πολλά αντικείμενα που συνδέονται στενά με την ανάκριση: τις επιπτώσεις της εξασθένησης και της απομόνωσης, τις αντιδράσεις στον πόνο και το φόβο, την ύπνωση και την επαυξημένη υποβλητικότητα, τη νάρκωση, κ.λπ. Αυτή η δουλειά είναι αρκετά συναφής και σημαντική, ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η σοβαρή συζήτηση περί ανάκρισης χωρίς αναφορά στις ψυχολογικές έρευνες που διεξήχθησαν την τελευταία δεκαετία". Διευκρινίζεται, πάντως, ότι "έχει καταβληθεί κάθε προσπάθεια, ώστε αυτά τα πορίσματα να μεταφράζονται στη δική μας γλώσσα, αντί για την ορολογία που χρησιμοποιείται από τους ψυχολόγους".
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται η μελέτη της παρατιθέμενης βιβλιογραφίας (σ.110-22). Περιλαμβάνει συνολικά 46 τίτλους, με σχολιασμό του περιεχομένου και των δυνατοτήτων αξιοποίησής τους από τον φιλομαθή ανακριτή: υπηρεσιακά εγχειρίδια του αμερικανικού στρατού και της CIA, βιβλία και άρθρα δημοσιευμένα στην υπηρεσιακή επιθεώρηση Studies of Intelligence ή σε επιστημονικά περιοδικά (Public Opinion Quarterly, Sociometry, International Journal of Psychoanalysis, Bulletin of the N.Y. Academy of Medicine, κ.ά.).
Κατά τον αποχαρακτηρισμό του εγγράφου, κρίθηκε σκόπιμο να περαστούν με μπλάνκο τα στοιχεία έξι από αυτές τις πηγές. Μιας έβδομης, πάλι, που τιτλοφορείται "Ανάκριση" κι αποτελεί το περιεχόμενο μιας "ωριαίας διάλεξης για το ζήτημα", έχουν απαλειφθεί τα πραγματικά στοιχεία του (επισήμως "ανώνυμου") συγγραφέα. Πιθανότατα πρόκειται για επιστήμονα υπεράνω πάσης υποψίας, που η αποκάλυψη της σχέσης του με τη CIA θα ψιλοαμαύρωνε το βιογραφικό του.
Και η εναπομείνασα βιβλιογραφία παραμένει πάντως αρκετά διδακτική, όσον αφορά τη σχέση "ιδιωτών" ερευνητών με το σκληρό πυρήνα των μυστικών υπηρεσιών.
Μια "μελέτη για την ανάπτυξη βελτιωμένων τεχνικών ανάκρισης", π.χ., συντάχθηκε το 1959 από τον καθηγητή Αλμπερτ Μπίντερμαν, βάσει συμβολαίου που ανατέθηκε στο "Γραφείο Ερευνας Κοινωνικών Επιστημών Α.Ε." (ιδιωτικό ερευνητικό κέντρο συνδεδεμένο με το American University της Ουάσιγκτον). "Οπως φαίνεται από τη συχνότητα των παραπομπών, αυτό το βιβλίο ήταν μια από τις πιο χρήσιμες δουλειές που συμβουλευτήκαμε", σημειώνει ο συγγραφέας του εγχειριδίου, εκτιμώντας ότι και οι περισσότεροι από τους ανακριτές της υπηρεσίας θα μπορούσαν "να επωφεληθούν απ' αυτό".
Ο Μπίντερμαν ήταν ένας από τους επιφανέστερους κοινωνιολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και κοινωνιοψυχολόγους των μεταπολεμικών ΗΠΑ. Υποθέτουμε, βέβαια, ότι στη δημόσια δραστηριότητά του θα εξόρκιζε με αποτροπιασμό κάθε συσχετισμό της επιστημονικής του δουλειάς με συνταγές βασανιστηρίων. Το διαπιστώνουμε και από τα επίσημα βιογραφικά που δημοσιεύθηκαν, από τα ΜΜΕ και τις επιστημονικές ενώσεις των ΗΠΑ, την επαύριο του θανάτου του (16.6.2003): επισήμως, ο εκλιπών ασχολούνταν απλώς με τη "χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς", τις ανακριτικές τεχνικές των κομμουνιστών και τη στατιστική καταγραφή της εγκληματικότητας...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Tomas Blanton & Peter Kornbluch
"Prisoner abuse: Patterns from the Past" (National Security Archive Electronic Briefing Book no 122, http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB122/index.htm). Ηλεκτρονική συλλογή ντοκουμέντων της CIA κι άλλων αμερικανικών υπηρεσιών, με θέμα της "τεχνικές ανάκρισης". Ο βασικός κορμός της αποτελείται από τα εγχειρίδια του 1963 και του 1983 που παρουσιάζουμε εδώ.
ΔΕΙΤΕ
Κώστα Γραβρά
"Κατάσταση πολιορκίας" (Etat de Siege) (1973). Εξαιρετικό πολιτικό θρίλερ με θέμα την απαγωγή, ανάκριση κι εκτέλεση του Νταν Μιτριόνε, εκπαιδευτή των λατινοαμερικανικών αστυνομιών στις σύγχρονες "τεχνικές ανάκρισης" της CIA, από τους αντάρτες πόλης Τουπαμάρος της Ουρουγουάης (1970). Το σενάριο της ταινίας, μαζί με τα σχετικά τεκμήρια της πραγματικής υπόθεσης, έχει κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα (Αθήναι 1974, εκδ. Ευκλείδης).
Τζον Μάλκοβιτς
"Ο χορευτής του επάνω ορόφου" (The dancer upstairs) (2002).
Η σύγχρονη αντιτρομοκρατική οπτική για την εξάρθρωση του παγκοσμιοποιημένου "εσωτερικού εχθρού". Θέμα της ταινίας, η καταδίωξη και σύλληψη του ηγέτη των περουβιανών ανταρτών του μαοϊκού "Φωτεινού Μονοπατού" -κατάλληλα μασκαρεμένου για τις ανάγκες της ταινίας, έτσι ώστε ο "μαρξισμός λενινισμός" να συνδυάζεται με το θρησκευτικό (και έμμεσα τον ισλαμικό) φονταμενταλισμό. Οι μέθοδοι των "αντιτρομοκρατών" παρουσιάζονται σχεδόν αγγελικές, η δε επιτυχία τους αποδίδεται σ' έναν συνδυασμό αστυνομικής ευφυΐας και υψηλής τεχνολογίας, που θυμίζει έντονα την εγχώρια ημιεπίσημη εκδοχή σχετικά με την εξάρθρωση της 17Ν. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι, τέλος, η παρουσίαση της ταινίας του Γαβρά "Κατάσταση πολιορκίας" (αντίγραφο της οποίας εντοπίζεται στη γιάφκα του "αρχηγού"), σαν δείγμα της "προπαγάνδας των τρομοκρατών".
(Ελευθεροτυπία, 13/6/2004)
http://www.iospress.gr/ios2004/ios20040613a.htm
Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011
Για την ελευθερία της συνείδησης
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: , Γράφει η Αννα Φραγκουδάκη
#Η πληροφορία ότι ενδέχεται στο νέο πρόγραμμα σπουδών του λυκείου να προταθεί ως επιλεγόμενο το μάθημα των Θρησκευτικών κινητοποίησε συλλόγους θεολόγων, διδάσκοντες Θεολογικών Σχολών και μέλη του Κλήρου, που αποστέλλουν στην Ιερά Σύνοδο και το υπουργείο Παιδείας διαμαρτυρίες για να εμποδίσουν να γίνει επίσημη πρόταση. Ζητούν παρέμβαση της εκκλησιαστικής ηγεσίας επικαλούμενοι τη σημασία της «θρησκευτικής αγωγής».
#Στις διαμαρτυρίες των συλλόγων θεολόγων διαφαίνεται ένα αίτημα συντεχνιακό, σχετικό με την πιθανή μείωση του αριθμού των μαθητών που θα επιλέγουν το μάθημα, άρα των αναγκών σε διδάσκοντες και των αντίστοιχων θέσεων εργασίας. Μολονότι όλες οι επαγγελματικές ομάδες δίνουν σήμερα επίμονες μάχες απέναντι στις αλλαγές με κριτήριο τα κλαδικά τους συμφέροντα, θα περίμενε κανείς από αυτήν την επαγγελματική κατηγορία στάση περισσότερο χριστιανική.
#Θα έπρεπε να σκεφτούν το πρωτεύον ζήτημα για τη θρησκευτική αγωγή, δηλαδή ότι το ελληνικό σχολείο διδάσκει δογματική κατήχηση και αυτό, όπως έχουν από χρόνια τεκμηριώσει νομικοί και θεολόγοι, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές για την ελευθερία της συνείδησης. Εργο του δημόσιου σχολείου είναι να διδάσκει θρησκειολογία και ιστορία των θρησκειών, ενώ η κατήχηση να είναιόπως εξ ορισμού είναι- έργο της Εκκλησίας. Πώς δεν αμφιβάλλουν με βάση τις αρχές του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος για την επιβολή της κατήχησης;
#Επιπλέον, σε διαμαρτυρία του (23/10), ένας σύλλογος θεολόγων από τη Βορειοδυτική Ελλάδα κάνει την πρόβλεψη ότι, εάν τα Θρησκευτικά γίνουν στο λύκειο μάθημα επιλεγόμενο, θα το επιλέγουν «λιγότεροι από το 1/3 των μαθητών». Οι αρμοδιότεροι για μια τέτοια πρόβλεψη θεωρούν ότι δύο στους τρεις μαθητές δεν επιθυμούν να διδάσκονται Θρησκευτικά. Αρα πρέπει να υποχρεώνονται, λένε οι θεολόγοι.
Με ποιο χριστιανικό κριτήριο άραγε;
Οχι μόνο δεν αναρωτιούνται για τα αίτια της άρνησης που οι ίδιοι βλέπουν στους μαθητές, όχι μόνο δεν αμφιβάλλουν ότι η κατήχηση είναι έργο του σχολείου, αλλά προτείνουν στην Ιερά Σύνοδο να πιέσει το υπουργείο ώστε η κατήχηση, ακριβώς επειδή δεν την θέλουν τα παιδιά, να επιβάλλεται και μάλιστα με ποινή τον κακό βαθμό.
http://www.tanea.gr/vivliodromio/?aid=4602922
#Η πληροφορία ότι ενδέχεται στο νέο πρόγραμμα σπουδών του λυκείου να προταθεί ως επιλεγόμενο το μάθημα των Θρησκευτικών κινητοποίησε συλλόγους θεολόγων, διδάσκοντες Θεολογικών Σχολών και μέλη του Κλήρου, που αποστέλλουν στην Ιερά Σύνοδο και το υπουργείο Παιδείας διαμαρτυρίες για να εμποδίσουν να γίνει επίσημη πρόταση. Ζητούν παρέμβαση της εκκλησιαστικής ηγεσίας επικαλούμενοι τη σημασία της «θρησκευτικής αγωγής».
#Στις διαμαρτυρίες των συλλόγων θεολόγων διαφαίνεται ένα αίτημα συντεχνιακό, σχετικό με την πιθανή μείωση του αριθμού των μαθητών που θα επιλέγουν το μάθημα, άρα των αναγκών σε διδάσκοντες και των αντίστοιχων θέσεων εργασίας. Μολονότι όλες οι επαγγελματικές ομάδες δίνουν σήμερα επίμονες μάχες απέναντι στις αλλαγές με κριτήριο τα κλαδικά τους συμφέροντα, θα περίμενε κανείς από αυτήν την επαγγελματική κατηγορία στάση περισσότερο χριστιανική.
#Θα έπρεπε να σκεφτούν το πρωτεύον ζήτημα για τη θρησκευτική αγωγή, δηλαδή ότι το ελληνικό σχολείο διδάσκει δογματική κατήχηση και αυτό, όπως έχουν από χρόνια τεκμηριώσει νομικοί και θεολόγοι, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές για την ελευθερία της συνείδησης. Εργο του δημόσιου σχολείου είναι να διδάσκει θρησκειολογία και ιστορία των θρησκειών, ενώ η κατήχηση να είναιόπως εξ ορισμού είναι- έργο της Εκκλησίας. Πώς δεν αμφιβάλλουν με βάση τις αρχές του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος για την επιβολή της κατήχησης;
#Επιπλέον, σε διαμαρτυρία του (23/10), ένας σύλλογος θεολόγων από τη Βορειοδυτική Ελλάδα κάνει την πρόβλεψη ότι, εάν τα Θρησκευτικά γίνουν στο λύκειο μάθημα επιλεγόμενο, θα το επιλέγουν «λιγότεροι από το 1/3 των μαθητών». Οι αρμοδιότεροι για μια τέτοια πρόβλεψη θεωρούν ότι δύο στους τρεις μαθητές δεν επιθυμούν να διδάσκονται Θρησκευτικά. Αρα πρέπει να υποχρεώνονται, λένε οι θεολόγοι.
Με ποιο χριστιανικό κριτήριο άραγε;
Οχι μόνο δεν αναρωτιούνται για τα αίτια της άρνησης που οι ίδιοι βλέπουν στους μαθητές, όχι μόνο δεν αμφιβάλλουν ότι η κατήχηση είναι έργο του σχολείου, αλλά προτείνουν στην Ιερά Σύνοδο να πιέσει το υπουργείο ώστε η κατήχηση, ακριβώς επειδή δεν την θέλουν τα παιδιά, να επιβάλλεται και μάλιστα με ποινή τον κακό βαθμό.
http://www.tanea.gr/vivliodromio/?aid=4602922
Κατήχηση και Σχολείο
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: , Γράφει η Αννα Φραγκουδάκη
#Ενας εκπαιδευτικός, που κάνει μεταπτυχιακά, συζητούσε πρόσφατα μαζί μου τα πολλά προβλήματα του σχολείου του, το οποίο έχει μεγάλο ποσοστό μαθητών άλλων χριστιανικών δογμάτων και άλλων θρησκειών. Η συζήτηση ξεκίνησε με την «οδυνηρή», όπως την ονόμασε, εμπειρία που είχε πριν από μερικές εβδομάδες με τον αγιασμό στην έναρξη της σχολικής χρονιάς. Σημειωτέον ο εκπαιδευτικός τυχαίνει να είναι θρησκευόμενος άνθρωπος. Η συζήτηση από τον αγιασμό πήγε σε όλα όσα αφορούν τη σχέση θρησκείας και σχολείου. Την πρωινή σχολική προσευχή, τον οργανωμένο εκκλησιασμό, τις θρησκευτικές εικόνες στις τάξεις, το μάθημα των Θρησκευτικών που είναι κατήχηση στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.
#Θεολόγοι και νομικοί έχουν τεκμηριώσει ότι η θρησκευτική κατήχηση από το σχολείο αντίκειται στις αρχές της ελευθερίας της συνείδησης, καθώς και στον ορθολογισμό που αποτελεί θεμέλιο της μετάδοσης γνώσεων. Τα αλλόθρησκα ή άλλων δογμάτων παιδιά στα σχολεία δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Υπάρχει στην εποχή μας μεγάλος αριθμός παιδιών που ανήκουν στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, αλλά η οικογένειά τους πιστεύει ότι η θρησκεία είναι ιδιωτικό θέμα συνείδησης. Μήπως λοιπόν δεν είναι πλέον στην εποχή μας η κατήχηση έργο του δημόσιου σχολείου αλλά, όπως στον υπόλοιπο δημοκρατικό κόσμο, είναι βασικό έργο της Εκκλησίας; Μήπως το σχολείο θα έπρεπε να διδάσκει θρησκειολογία και ιστορία των θρησκειών;
#Εχει πολλά πλεονεκτήματα η κατήχηση ως έργο της Εκκλησίας, αντί για σχολικό μάθημα, δηλαδή υποχρεωτικό και βαθμολογούμενο.
Οι μαθητές συμμετέχουν με τη θέλησή τους και όχι από υποχρέωση, ούτε παρακολουθούν κοιτάζοντας την ίδια ώρα με ζήλεια από το παράθυρο τους αλλόθρησκους απαλλαγμένους από το μάθημα να παίζουν στην αυλή. Αρα η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση γίνεται ενσυνείδητη και πολύ πιο σχετική με τις θρησκευτικές επιταγές. Τότε το σχολείο μπορεί στη θρησκειολογία να περιλάβει και μια επιλογή από αρχές κοινές σε όλες τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες και να τις διδάσκει ως ηθικές αξίες γενικά αποδεκτές. Στα ιερά κείμενα όλων, αν δεν κάνω λάθος, αυτών των θρησκειών βασικός κανόνας ηθικός είναι π.χ. η αγάπη και κατανόηση προς τον συνάνθρωπο.
http://www.tanea.gr/vivliodromio/?aid=4598306
#Ενας εκπαιδευτικός, που κάνει μεταπτυχιακά, συζητούσε πρόσφατα μαζί μου τα πολλά προβλήματα του σχολείου του, το οποίο έχει μεγάλο ποσοστό μαθητών άλλων χριστιανικών δογμάτων και άλλων θρησκειών. Η συζήτηση ξεκίνησε με την «οδυνηρή», όπως την ονόμασε, εμπειρία που είχε πριν από μερικές εβδομάδες με τον αγιασμό στην έναρξη της σχολικής χρονιάς. Σημειωτέον ο εκπαιδευτικός τυχαίνει να είναι θρησκευόμενος άνθρωπος. Η συζήτηση από τον αγιασμό πήγε σε όλα όσα αφορούν τη σχέση θρησκείας και σχολείου. Την πρωινή σχολική προσευχή, τον οργανωμένο εκκλησιασμό, τις θρησκευτικές εικόνες στις τάξεις, το μάθημα των Θρησκευτικών που είναι κατήχηση στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.
#Θεολόγοι και νομικοί έχουν τεκμηριώσει ότι η θρησκευτική κατήχηση από το σχολείο αντίκειται στις αρχές της ελευθερίας της συνείδησης, καθώς και στον ορθολογισμό που αποτελεί θεμέλιο της μετάδοσης γνώσεων. Τα αλλόθρησκα ή άλλων δογμάτων παιδιά στα σχολεία δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Υπάρχει στην εποχή μας μεγάλος αριθμός παιδιών που ανήκουν στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, αλλά η οικογένειά τους πιστεύει ότι η θρησκεία είναι ιδιωτικό θέμα συνείδησης. Μήπως λοιπόν δεν είναι πλέον στην εποχή μας η κατήχηση έργο του δημόσιου σχολείου αλλά, όπως στον υπόλοιπο δημοκρατικό κόσμο, είναι βασικό έργο της Εκκλησίας; Μήπως το σχολείο θα έπρεπε να διδάσκει θρησκειολογία και ιστορία των θρησκειών;
#Εχει πολλά πλεονεκτήματα η κατήχηση ως έργο της Εκκλησίας, αντί για σχολικό μάθημα, δηλαδή υποχρεωτικό και βαθμολογούμενο.
Οι μαθητές συμμετέχουν με τη θέλησή τους και όχι από υποχρέωση, ούτε παρακολουθούν κοιτάζοντας την ίδια ώρα με ζήλεια από το παράθυρο τους αλλόθρησκους απαλλαγμένους από το μάθημα να παίζουν στην αυλή. Αρα η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση γίνεται ενσυνείδητη και πολύ πιο σχετική με τις θρησκευτικές επιταγές. Τότε το σχολείο μπορεί στη θρησκειολογία να περιλάβει και μια επιλογή από αρχές κοινές σε όλες τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες και να τις διδάσκει ως ηθικές αξίες γενικά αποδεκτές. Στα ιερά κείμενα όλων, αν δεν κάνω λάθος, αυτών των θρησκειών βασικός κανόνας ηθικός είναι π.χ. η αγάπη και κατανόηση προς τον συνάνθρωπο.
http://www.tanea.gr/vivliodromio/?aid=4598306
Μητέρα Τερέζα – Η Απάτη της Καλκούτας
Στην Εκκλησία (ορθόδοξη και καθολική), είναι γνωστό το αξίωμα, πως όσο μεγαλύτερος απατεώνας ή εγκληματίας είναι κάποιος κατά την διάρκεια του βίου, τόσο μεγαλύτερος «άγιος» γίνεται. Σ’ αυτό το αξίωμα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, μια σύγχρονη «αγία» της καθολικής Εκκλησίας, που απολαμβάνει όμως γενικότερης εκτίμησης και είναι γνωστή και με το προσωνύμιο «η αγία των φτωχών»: Η Μητέρα Τερέζα.
Η Αγκνές Γκόντζε Μποζαντζιού (αυτό είναι το πραγματικό της όνομα), ήταν αλβανικής καταγωγής και γεννήθηκε στην πόλη των Σκοπίων το 1910, όταν αυτά βρισκόταν ακόμα υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εγκατέλειψε το σπίτι και την οικογένειά της, στα 18 της χρόνια, όταν αποφάσισε να ενσωματωθεί στην ιεραποστολική οργάνωση «Αδελφές του Λορέτο» και μέσω αυτής κατέληξε στην Ινδία το 1929. Το όνομα Τερέζα το επέλεξε το 1931, εμπνευσμένη από μια σχετικά πρόσφατη αγία της εποχής της, την Γαλλίδα καλόγρια Μαρί Φρανσουάζ Θιρεσί Μαρτέν, πιο γνωστή ως αγία Θηρεσία. Το «έργο» της έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα, ξεκινά περίπου το 1950, όταν ασκεί έντονες πιέσεις στον πνευματικό της, αρχιεπίσκοπο Περιέ, να μεσολαβήσει προς το Βατικανό και να ζητήσει άδεια για να ξεκινήσει το ιεραποστολικό της έργο, κάτι που τελικά έγινε.
Η Μητέρα Τερέζα, έτσι όπως την γνωρίζει ο πολύς κόσμος σήμερα, είναι ουσιαστικά ένα δημιούργημα της τηλεόρασης, καθώς μέσω αυτής έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό, το 1969, όταν και προβλήθηκε μια εκπομπή-αγιογραφία στον βρετανικό τηλεοπτικό σταθμό BBC με θέμα το υποτιθέμενο φιλανθρωπικό της έργο. Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε και βιβλίο με τίτλο «Κάτι όμορφο για τον Θεό». Έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, να διερευνηθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άρχισαν να αποδίδονται υπερφυσικές ιδιότητες στην Μητέρα Τερέζα. Στα πλαίσια των γυρισμάτων για την συγκεκριμένη εκπομπή, ο φωτογράφος του συνεργείου, πήγε να φωτογραφήσει το εσωτερικό των χώρων του ιδρύματος της Μητέρας Τερέζας. Οι συνθήκες φωτισμού δεν ήταν οι ιδανικές και το αποτέλεσμα θα ήταν απογοητευτικό. Τότε ο φωτογράφος θυμήθηκε πως είχε μαζί του, το νέο φιλμ της Κόντακ που είχε βγει στην αγορά εκείνη την εποχή και που υπόσχονταν αξιοπρεπή αποτελέσματα σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Ο φωτογράφος τράβηξε τις φωτογραφίες, ανάμεσα στις οποίες υπήρχε και κάποια με την Μητέρα Τερέζα. Όταν γύρισε στην Βρετανία για να τις εμφανίσει, έμεινε έκπληκτος με το αποτέλεσμα, καθώς η ευκρίνεια των φωτογραφιών ξεπέρασε και τις προσδοκίες του. Έκπληκτος έμεινε και ο υπεύθυνος παρουσιαστής της εκπομπής Malcolm Muggeridge, όχι όμως για τον ίδιο λόγο. Ο Muggeridge έδειχνε εντυπωσιασμένος από το φως που εμφανίζονταν γύρω από την εικόνα της Μητέρας Τερέζας και το απέδωσε σε κάτι θείο και υπερφυσικό. Τί κι αν αυτό το φως δεν ήταν τίποτε άλλο από παιχνίδια του φακού που είχαν σχέση με την αντανάκλαση του φωτός; Ο Muggeridge είχε ήδη αποφανθεί…
Έκτοτε, το όνομά της και το «έργο» της, έλαβε μυθικές διαστάσεις. Η απουσία οποιουδήποτε ελέγχου των ισχυρισμών της Μητέρας Τερέζας, σχετικά με το φιλανθρωπικό της έργο και τα ιδρύματά της, βοήθησε αρκετά στην εδραίωση της φήμης της, μέχρι που κάποιοι άπιστοι Θωμάδες, μπήκαν στη διαδικασία να διερευνήσουν το περιβόητο έργο της. Τα στοιχεία ήταν αρκετά και ικανά για να απομυθοποιήσουν την αγιοσύνη της Μητέρας Τερέζας και να της προσάψουν έναν πιο περιγραφικό τίτλο: «Η Απάτη της Καλκούτας».
Όταν πέθανε η Μητέρα Τερέζα, το Βατικανό έσπευσε να κινήσει τις διαδικασίες αγιοποίησης, παρ’ όλο που σύμφωνα με τους κανόνες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, χρειάζεται η παρέλευση 5 ετών από τον θάνατο κάποιου πριν αποφασιστεί η ενδεχόμενη αγιοποίησή του. Ο λόγος είναι για να μην λαμβάνονται αποφάσεις εν θερμώ κι εν μέσω ενός ενθουσιασμού και για να υπάρχει ο άφθονος χρόνος εξέτασης των όποιων ισχυρισμών περί αγιότητας, και το πιο βασικό: Πρέπει να «πιστοποιηθεί» κάποιο «θαύμα».
Στην περίπτωση όμως της Μητέρας Τερέζας, οι διαδικασίες αγιοποίησης, ξεκίνησαν από τον πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β’, σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό της, το 1997. Είναι γνωστό βέβαια, πως ο συγκεκριμένος πάπας, είχε πραγματοποιήσει τόσες αγιοποιήσεις, όσες όλοι μαζί οι προκάτοχοί του (σχεδόν 500).
Το απαιτούμενο θαύμα, δεν άργησε και πολύ να βρεθεί. Μια 35χρονη γυναίκα απ’ την Βεγγάλη, ονόματι Μόνικα Μπεσρά, ισχυρίσθηκε ότι είδε μια μυστηριώδη δέσμη φωτός να περικυκλώνει την εικόνα της Μητέρας Τερέζας που είχε στο σπίτι της κι από εκείνη τη στιγμή απαλλάχτηκε απ’ τους καρκινικούς όγκους που είχε. Φαίνεται πως το Βατικανό θεώρησε ισχυρότερη και πιο αξιόπιστη την μαρτυρία της γυναίκας από την μαρτυρία του γιατρού της Ραντζάν Μουσταφί, ο οποίος υποστήριξε, πως η Μπεσρά ουδέποτε είχε καρκινικούς όγκους, αλλά άσχετες με τον καρκίνο, κύστες, οι οποίες μάλιστα είχαν θεραπευτεί 9 μήνες πριν, με τα συμβατικά φάρμακα.
Παρ’ ότι όμως το πολυπόθητο «θαύμα» ευρέθη, εν τούτοις δεν έλειψαν και κάποιες επιφυλάξεις ως προς τις αντιδράσεις που θα μπορούσε να επιφέρει η ενδεχόμενη αγιοποίησή της, καθώς η Μητέρα Τερέζα είχε κάποιες θέσεις οι οποίες ενδεχομένως δεν θα έβρισκαν σύμφωνους ακόμα και σχετικά θρήσκους καθολικούς, ενώ φερόταν αναμεμιγμένη και σε οικονομικά σκάνδαλα. Η Μητέρα Τερέζα δεν ήταν και τόσο «φανατική» όσον αφορά την χειραφέτηση των γυναικών, τις οποίες θεωρούσε, κατά κάποιον τρόπο, σαν μηχανές αναπαραγωγής, ήταν κατά της αντισύλληψης, ενώ όταν παρέλαβε το Νόμπελ Ειρήνης το 1979 (για «τις εκστρατείες της σχετικά με την ενημέρωση για τη φτώχεια»), δεν δίστασε να δηλώσει πως «ή άμβλωση είναι καταστροφική για την ειρήνη» και πως «όταν μια μητέρα σκοτώσει το παιδί της, τι άλλο απομένει απ’ το να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον;», αφήνοντας άφωνο το ακροατήριο. Πολλοί φυσικά αναρωτήθηκαν, πως ήταν δυνατόν αυτή γυναίκα να διατυπώνει κρίσεις για την ερωτική συμπεριφορά, την αναπαραγωγή και τον οικογενειακό προσανατολισμό των άλλων, όταν αυτά, αποτελούσαν άγνωστα στοιχεία για την ίδια.
Η θρησκευτική της παράνοια γίνεται ακόμη πιο προφανής, όταν τολμά να ισχυρισθεί πως «το AIDS είναι μια δίκαιη τιμωρία, για την ανάρμοστη ερωτική συμπεριφορά». Κάποιοι ίσως θα ισχυριστούν, πως παρά την όποια γνώμη της για το AIDS, το ίδρυμά της στον Σαν Φραντζίσκο ονόματι «Δώρο Θεού», φιλοξενεί άστεγους φορείς του ιού του AIDS. Οι συνθήκες που επικρατούν εκεί όμως, είναι τουλάχιστον καταθλιπτικές. Δεν επιτρέπεται η τηλεόραση, το ποτό, το κάπνισμα, η επίσκεψη φίλων (ακόμα κι αν πεθάνουν), ενώ η χορήγηση μορφίνης (για τους πόνους) είναι αρκετά φειδωλή.
Η Μητέρα Τερέζα ήταν εναντίον του διαζυγίου. Αυτή της η θέση όμως δεν την εμπόδισε καθόλου να συγχαρεί την φίλη της πριγκίπισσα Νταϊάνα, όταν αυτή χώρισε με τον Κάρολο της Αγγλίας. Αυτή η υποκριτική θέση της Μητέρας Τερέζας, δεν διέφερε και πολύ από την πρακτική της Εκκλησίας στον παρελθόν, που πουλούσε συγχωροχάρτια στους πλούσιους, αφήνοντας έτσι ελεύθερο τον δρόμο προς την Κόλαση για τους φτωχούς.
Παρ’ ότι διαφημίζεται ως αγία των φτωχών, η πραγματικότητα λέει πως ήταν περισσότερο θεωρητική της φτώχειας και της αυτομαστίγωσης, παρά φίλη των ίδιων των φτωχών. Πίστευε πως ο ανθρώπινος πόνος είναι «δώρο» Θεού. Κι ενώ στους ξενώνες που διατηρούσε στην Καλκούτα για τους φτωχούς, δίδασκε την εγκράτεια και την υπομονή, η ίδια ζούσε πλουσιοπάροχα σε διάφορες πολυτελείς κατοικίες ανά τον κόσμο, όταν δε ο Θεός της έστελνε κι αυτής κάποια «δώρα», άφησε κατά μέρος τις αμπελοσοφίες και τις τριτοκοσμικές συνθήκες της Ινδίας και πήγαινε να νοσηλευτεί σε ακριβά νοσοκομεία (με προτίμηση στα αμερικανικά). Δίδασκε την σεμνότητα και την ταπεινότητα, αλλά η ίδια, αφήνοντας την μετριοφροσύνη κατά μέρος, φρόντισε να δώσει το όνομά της σε σχεδόν 500 μοναστήρια τα οποία ίδρυσε.
Η ξύλινη επίπεδη γλώσσα δεν θα μπορούσε να λείπει από το «οπλοστάσιο» του «θείου» λόγου της. Όταν ρωτήθηκε από κάποιον δημοσιογράφο, πως μπορεί να γίνει ένας κόσμος καλύτερος, όταν είναι γεμάτος φτωχούς, απάντησε με την γνωστή ξύλινη διπλωματική γλώσσα της Εκκλησίας: «Με το να χαμογελούν περισσότερο».
Την ίδια ξύλινη γλώσσα χρησιμοποίησε κι όταν κλήθηκε να σχολιάσει τον υπερπληθυσμό της Ινδίας σε σχέση με τα πιστεύω της περί άμβλωσης κι ελέγχου γεννήσεων: «Ο Θεός φροντίζει για τα πάντα. Για τα λουλούδια, για τα πουλιά, για οτιδήποτε έχει δημιουργήσει στον κόσμο. Κι αυτά τα μικρά παιδιά είναι η ζωή του. Ποτέ δεν θα είναι αρκετά».
Εύστοχα παρατηρεί όμως ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσκενς: «Αφού ο Θεός φροντίζει για τα πάντα, τότε τί λόγο ύπαρξης έχουν τα φιλανθρωπικά της ιδρύματα;».
Όταν, σημειώθηκε έκρηξη στο εργοστάσιο χημικών «Union Carbide» στην πόλη Μποπάλ, εξαιτίας έλλειψης μέτρων ασφαλείας, σκορπίζοντας τον θάνατο σε 2.500 άτομα και μολύνοντας ακόμη περισσότερα, η μητέρα Τερέζα έσπευσε στο σημείο αυτό. Εξοργισμένοι συγγενείς των θυμάτων, που την υποδέχτηκαν στο αεροδρόμιο, ζητούσαν την γνώμη της και την συμβουλή της για το τι θα έπρεπε να κάνουν. Και η Μητέρα Τερέζα την έδωσε: «Συγχωρέστε, συγχωρέστε, συγχωρέστε».
Κατά την επίσκεψή της σε μια από τις πιο μεγάλες φτωχογειτονιές του Νέου Δελχί, κάποιοι εξαθλιωμένοι κάτοικοι, της έκαναν την παρατήρηση πως χρειάζονται στέγη και δουλειά και όχι φιλανθρωπία. Το πνευματικό επίπεδο της Μητέρας Τερέζας έκανε και πάλι αισθητή την παρουσία του: «Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μάθουμε πρώτα, ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλον».
Τί ειρωνεία και τί υποκρισία όμως; Αυτή που προέτρεπε τους άλλους να «συγχωρούν» τους εγκληματίες, δεν συγχωρούσε την άμβλωση. Η υποκριτική στάση της Μητέρας Τερέζας, θα αναδειχθεί λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της, όταν και δημοσιεύθηκε η προσωπική της αλληλογραφία, μέσα απ’ την οποία διαφαίνεται, ότι όχι μόνο νιώθει κλυδωνισμένη την πίστη της, αλλά έχει και αμφιβολίες ακόμη και για την…ύπαρξη του ίδιου του Θεού! Του Θεού, τον οποίο επικαλούνταν συνεχώς κατά την διάρκεια του βίου της και πάνω στον οποίο έχτισε το φιλανθρωπικό της «έργο».
Κατηγορήθηκε ακόμη κι από μοναχές που είχαν θητεύσει δίπλα της, για τις ακραίες απόψεις τις, περί τυφλής πίστεως, υπακοής και εγκράτειας, αν και υποστήριζε το κατά συνθήκην ψεύδος, ακόμα και την παραβίαση των νόμων, εάν ήταν αναγκαίο. Είναι δε χαρακτηριστικό της εγκράτειας και της λιτότητας στην οποία επέβαλλε τις μοναχές, που υπήρχαν περιπτώσεις, που από την υπερβολική…εγκράτεια, οι καλόγριες κατέληγαν ακόμη και να ζητιανεύουν φαγητό! Η προβολή της εσκεμμένης εξαθλίωσης, ήταν μια τακτική της Μητέρας Τερέζας, με αντικειμενικό σκοπό την λήψη όλο και περισσότερων και μεγαλύτερων δωρεών.
Είναι γνωστές οι διασυνδέσεις της με ανθρώπους της εξουσίας και του πλούτου (κι όχι απαραίτητα του «Θεού»), ενώ δεν έλειψαν και οι κατηγορίες για υπεξαιρέσεις χρηματικών ποσών. Είχε επαφές με τα διάφορα δικτατορικά καθεστώτα της Αφρικής, ενώ δεχόταν χρήματα κι από τον δικτάτορα της Αϊτής Ντιβαλιέ που έκλεβε ασύστολα το δημόσιο ταμείο της χώρας του και εξόντωσε περί τους 60.000 συμπατριώτες του. Όταν επισκέφθηκε την Αλβανία, δεν παρέλειψε να καταθέσει στεφάνι και στον τάφο του δικτάτορα Ενβέρ Χότζα, ο οποίος αναγνώριζε μόνο έναν «θεό» στον οποίο επιτρέπονταν η λατρεία: Τον εαυτό του. Γνωστές ήταν επίσης οι δοσοληψίες της με τον απατεώνα τραπεζίτη Τσαρλς Κίτινγκ. Είναι δε χαρακτηριστικό, πως όταν ο Κίτινγκ οδηγήθηκε ενώπιον της αμερικανικής δικαιοσύνης, η Μητέρα Τερέζα απεύθυνε έκκληση στο δικαστήριο για επιεική αντιμετώπιση. Όταν αυτός καταδικάστηκε, η Μητέρα Τερέζα ουδέποτε επέστρεψε τα προϊόντα κλοπής που κατείχε (1 εκατομμύριο δολάρια), παρ’ ότι κλήθηκε από τον εισαγγελέα να το πράξει.
Η ίδια όταν ρωτήθηκε πόσα χρήματα διέθετε, απάντησε αόριστα «αμέτρητα». Παρ’ ότι όμως διέθετε οικονομική άνεση χάρις στις δωρεές και άλλους πόρους, όσοι άποροι κατέληγαν στους ξενώνες της (ακόμη και μέχρι 60 άτομα στο κάθε δωμάτιο και μέσα σε πρωτόγονες συνθήκες), δεν απολάμβαναν μιας αξιοπρεπούς ιατρικής περίθαλψης, αλλά γινόταν πειραματόζωα στα χέρια των Ινδών πρακτικών γιατρών, οι οποίοι «οφείλουν» πολλά στην Μητέρα Τερέζα για την εξάπλωση της φήμης τους. Το φαγητό ήταν φτωχότατο (συνήθως μια σούπα), ενώ το «ιατρικό» και «νοσηλευτικό» προσωπικό αποτελούνταν από ανειδίκευτους επί το πλείστον, μοναχούς και αδερφές, που δεν ήταν σε θέση όχι μόνο να παρέχουν τις απαραίτητες φροντίδες, αλλά ούτε και να διακρίνουν τις σοβαρές ή μεταδοτικές ασθένειες.
Οι αναφορές περί απουσίας βασικού φαρμακευτικού και ιατρικού υλικού, δεν είναι άγνωστες. Οι βελόνες ξαναχρησιμοποιούνταν σε διαφορετικό ασθενή κάθε φορά, ενώ τα αναλγητικά φάρμακα ήταν ανύπαρκτα. Η Μητέρα Τερέζα είχε μια περίεργη φιλοσοφία για τον ανθρώπινο πόνο. Έλεγε πως «το πιο όμορφο δώρο για κάποιον, είναι να συμμετέχει στα πάθη του Χριστού». Μαρτυρείται μάλιστα και μια περίπτωση κωμικοτραγική, που φανερώνει την παράνοια της συγκεκριμένης «αγίας». Όταν κάποιος καρκινοπαθής υπέφερε από αβάσταχτους πόνους, η Μητέρα Τερέζα προσπάθησε να τον ανακουφίσει, χρησιμοποιώντας ως βάλσαμο την…φιλοσοφία της περί ανθρώπινου πόνου, λέγοντάς του: «Υποφέρετε. Αυτό σημαίνει πως ο Ιησούς σάς φιλά!». Ο ασθενής τότε σε έξαλλη κατάσταση της απάντησε: «Τότε να πείτε στον Ιησού σας, να σταματήσει να με φιλά!». Όπως προαναφέρθηκε και παραπάνω όμως, η ίδια η Μητέρα Τερέζα, όταν έβλεπε τα δύσκολα με την υγεία της, προτιμούσε τις «αγκαλιές» των κλασικών γιατρών, παρά τα…φιλιά του Ιησού. Τα περισσότερα χρήματα απ’ τις δωρεές ακόμη και πολύ φτωχών ανθρώπων, αντί να ξοδεύονται για την ανακούφιση αναξιοπαθούντων, κατέληγαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς του ιδρύματος της Μητέρας Τερέζας. Στο σημείο αυτό, είναι πολύ χαρακτηριστική η αναφορά της Σούζαν Σιλντς, μιας εκ των υψηλά ιστάμενων καλογριών των ιδρυμάτων της Μητέρας Τερέζας (που αποχώρησε αηδιασμένη), η οποία έκανε λόγο για καταθέσεις 50 εκατομμυρίων δολαρίων, μόνο σε μια τράπεζα (Νέα Υόρκη).
Αρκετό φως στα φιλανθρωπικά ιδρύματα της Μητέρας Τερέζας, έριξε, μεταξύ άλλων, ο δημοσιογράφος Donal MacIntyre, ο οποίος απέκτησε πρόσβαση στο ορφανοτροφείο της «Νταγιά Νταν», υποδυόμενος τον εργαζόμενο. Οι εικόνες που περιγράφει είναι αποτρόπαιες. Δεκάδες παιδιά στοιβάζονταν σε έναν στενό θάλαμο, μερικά απ’ αυτά (παιδιά με ειδικές ανάγκες) δεμένα απ’ το πόδι στο κρεβάτι τους («σαν κατσίκια», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο δημοσιογράφος). Το ζεστό νερό και τα καθαρά ρούχα είναι σχεδόν ανύπαρκτα. «Ειδικοί» κατασκεύαζουν φάρμακα στον διάδρομο με γυμνά χέρια. Το φαγητό παρασκευάζεται κι αυτό στον διάδρομο, ενώ οι «υπεύθυνοι» ταΐζουν τα παιδιά με την βία, σε σημείο που να προκαλούνται και τραυματισμοί. Γενικότερα, η τήρηση στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Εν τέλει, ο δημοσιογράφος καταλήγει στην θλιβερή διαπίστωση, ότι το ορφανοτροφείο της Μητέρας Τερέζας, ελάχιστα διαφέρει από τα ορφανοτροφεία της Ρουμανίας που έγιναν γνωστά με την πτώση του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Και μια μικρή λεπτομέρεια εδώ, που καταδεικνύει και πάλι την αυτοπροβολή και τον εγωκεντρισμό της Μητέρας Τερέζας: Οι τοίχοι των θαλάμων, δεν κοσμούνται από κάτι που θα μπορούσε να αγγίξει τις παιδικές ψυχές (π.χ. ζωγραφιές). Η μόνη τους διακόσμηση είναι μηνύματα του τύπου «Η Μεγάλη μας Μητέρα», δηλαδή η Μητέρα Τερέζα, η οποία ως φαίνεται κατέτασσε τον εαυτό της μόλις ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από την Παναγία. Ο ίδιος δημοσιογράφος αναφερόμενος και στον οίκο ευγηρίας που διατηρούσε η Μητέρα Τερέζα, περιορίζεται να τον περιγράψει ως «λίγο καλύτερος από έναν βόθρο».
Ένας άλλος δημοσιογράφος που διερεύνησε την υπόθεση, ο Ίαν Ο’Ντόχερτι (εφημερίδα «Irish Independent»), είναι πολύ πιο σκληρός στην αποτίμησή του: «Αν υπάρχει Κόλαση, τότε η Μητέρα Τερέζα θα πρέπει να βρίσκεται ήδη εκεί». Αποκαλυπτικός είναι επίσης και ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσκενς μέσα από την εκπομπή με τίτλο «Ο άγγελος της Κολάσεως» (βίντεο: 1, 2, 3), η οποία αποτέλεσε τη βάση για την συγγραφή του βιβλίου «Μητέρα Τερέζα: Στη θεωρία και στην πράξη».
Μία εθελόντρια, η Μέρι Λούντον, δήλωσε αποτροπιασμό για τις εικόνες που συνάντησε: «Όλοι οι ασθενείς είναι με ξυρισμένα κεφάλια. Παλιά φορεία, χρησιμοποιούνται για κρεβάτια. Οι καρέκλες απουσιάζουν. Το ίδιο και τα παυσίπονα, ενώ η ιατρική περίθαλψη είναι πρωτόγονη. Παρά την ύπαρξη τεράστιων χρηματικών ποσών, η δαπάνη ακόμη και για τα πιο στοιχειώδη, είναι σχεδόν απαγορευμένη. Αντ’ αυτού, γίνεται επίκληση της φτώχειας και της εξαθλίωσης για να προκληθεί ο οίκτος που θα επιφέρει περισσότερες δωρεές. Θέρμανση στους υγρούς θαλάμους δεν υπάρχει, ακόμα και τον χειμώνα, με αποτέλεσμα, κάποιοι ασθενείς, αλλά και μοναχές να ασθενούν από φυματίωση».
Η Μητέρα Τερέζα, εκτός των άλλων, ήταν μυθομανής. Τα συνηθέστερα ψεύδη της, είχαν σχέση με το υποτιθέμενο φιλανθρωπικό της έργο, που όπως αποδείχτηκε το παραφούσκωσε αρκετά. Ισχυρίζονταν ότι το ίδρυμά της βοηθούσε μεγάλο αριθμό αναξιοπαθούντων, ο οποίος κάθε φορά ποίκιλλε: 1.000, 4.000, 7.000, 9.000. Στην πραγματικότητα όμως, οι εγκαταστάσεις δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν πάνω από μερικές εκατοντάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου και του προσωπικού. Ισχυρίσθηκε ότι το σχολείο της στην Καλκούτα, είχε 5.000 παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν εγγεγραμμένα πάνω από 100. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι είχε ιδρύσει στην Καλκούτα, 102 ιδρύματα οικογενειακής μέριμνας. Εκτεταμένη έρευνα που έγινε όμως, δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει ούτε ένα τέτοιο ίδρυμα. Οι ίδιες έρευνες έδειξαν, πως η Μητέρα Τερέζα, κατά την διάρκεια του βίου της στην Ινδία, παρ’ ότι υπήρξαν αρκετές φυσικές καταστροφές και επιδημίες, η φιλανθρωπική της παρουσία, εντοπίστηκε μόνο σε μια περίπτωση. Όλα αυτά τα παραφουσκωμένα στατιστικά στοιχεία (που υποτίθεται δεν την ενδιέφεραν), ήταν βέβαια πόλος έλξης και για αντίστοιχα γενναίες δωρεές που ενίσχυαν το -ουσιαστικά ανύπαρκτο- φιλανθρωπικό της έργο.
Οι Ινδοί ορθολογιστές νιώθουν ότι δυσφημείται η Ινδία και η Καλκούτα, μέσα από την Μητέρα Τερέζα, περνώντας στον κόσμο ως στερεότυπη εικόνα, μόνο την υποβαθμισμένη πλευρά τους. Και υπάρχει η εύλογη απορία, πως μπορεί μια εκατομμυριούχος να λέει ότι «ο πόνος των φτωχών είναι κάτι πολύ όμορφο και ο κόσμος διδάσκεται απ’ αυτό το παράδειγμα δυστυχίας»
http://www.pare-dose.net/?p=3364
Η Αγκνές Γκόντζε Μποζαντζιού (αυτό είναι το πραγματικό της όνομα), ήταν αλβανικής καταγωγής και γεννήθηκε στην πόλη των Σκοπίων το 1910, όταν αυτά βρισκόταν ακόμα υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εγκατέλειψε το σπίτι και την οικογένειά της, στα 18 της χρόνια, όταν αποφάσισε να ενσωματωθεί στην ιεραποστολική οργάνωση «Αδελφές του Λορέτο» και μέσω αυτής κατέληξε στην Ινδία το 1929. Το όνομα Τερέζα το επέλεξε το 1931, εμπνευσμένη από μια σχετικά πρόσφατη αγία της εποχής της, την Γαλλίδα καλόγρια Μαρί Φρανσουάζ Θιρεσί Μαρτέν, πιο γνωστή ως αγία Θηρεσία. Το «έργο» της έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα, ξεκινά περίπου το 1950, όταν ασκεί έντονες πιέσεις στον πνευματικό της, αρχιεπίσκοπο Περιέ, να μεσολαβήσει προς το Βατικανό και να ζητήσει άδεια για να ξεκινήσει το ιεραποστολικό της έργο, κάτι που τελικά έγινε.
Η Μητέρα Τερέζα, έτσι όπως την γνωρίζει ο πολύς κόσμος σήμερα, είναι ουσιαστικά ένα δημιούργημα της τηλεόρασης, καθώς μέσω αυτής έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό, το 1969, όταν και προβλήθηκε μια εκπομπή-αγιογραφία στον βρετανικό τηλεοπτικό σταθμό BBC με θέμα το υποτιθέμενο φιλανθρωπικό της έργο. Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε και βιβλίο με τίτλο «Κάτι όμορφο για τον Θεό». Έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, να διερευνηθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άρχισαν να αποδίδονται υπερφυσικές ιδιότητες στην Μητέρα Τερέζα. Στα πλαίσια των γυρισμάτων για την συγκεκριμένη εκπομπή, ο φωτογράφος του συνεργείου, πήγε να φωτογραφήσει το εσωτερικό των χώρων του ιδρύματος της Μητέρας Τερέζας. Οι συνθήκες φωτισμού δεν ήταν οι ιδανικές και το αποτέλεσμα θα ήταν απογοητευτικό. Τότε ο φωτογράφος θυμήθηκε πως είχε μαζί του, το νέο φιλμ της Κόντακ που είχε βγει στην αγορά εκείνη την εποχή και που υπόσχονταν αξιοπρεπή αποτελέσματα σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Ο φωτογράφος τράβηξε τις φωτογραφίες, ανάμεσα στις οποίες υπήρχε και κάποια με την Μητέρα Τερέζα. Όταν γύρισε στην Βρετανία για να τις εμφανίσει, έμεινε έκπληκτος με το αποτέλεσμα, καθώς η ευκρίνεια των φωτογραφιών ξεπέρασε και τις προσδοκίες του. Έκπληκτος έμεινε και ο υπεύθυνος παρουσιαστής της εκπομπής Malcolm Muggeridge, όχι όμως για τον ίδιο λόγο. Ο Muggeridge έδειχνε εντυπωσιασμένος από το φως που εμφανίζονταν γύρω από την εικόνα της Μητέρας Τερέζας και το απέδωσε σε κάτι θείο και υπερφυσικό. Τί κι αν αυτό το φως δεν ήταν τίποτε άλλο από παιχνίδια του φακού που είχαν σχέση με την αντανάκλαση του φωτός; Ο Muggeridge είχε ήδη αποφανθεί…
Έκτοτε, το όνομά της και το «έργο» της, έλαβε μυθικές διαστάσεις. Η απουσία οποιουδήποτε ελέγχου των ισχυρισμών της Μητέρας Τερέζας, σχετικά με το φιλανθρωπικό της έργο και τα ιδρύματά της, βοήθησε αρκετά στην εδραίωση της φήμης της, μέχρι που κάποιοι άπιστοι Θωμάδες, μπήκαν στη διαδικασία να διερευνήσουν το περιβόητο έργο της. Τα στοιχεία ήταν αρκετά και ικανά για να απομυθοποιήσουν την αγιοσύνη της Μητέρας Τερέζας και να της προσάψουν έναν πιο περιγραφικό τίτλο: «Η Απάτη της Καλκούτας».
Όταν πέθανε η Μητέρα Τερέζα, το Βατικανό έσπευσε να κινήσει τις διαδικασίες αγιοποίησης, παρ’ όλο που σύμφωνα με τους κανόνες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, χρειάζεται η παρέλευση 5 ετών από τον θάνατο κάποιου πριν αποφασιστεί η ενδεχόμενη αγιοποίησή του. Ο λόγος είναι για να μην λαμβάνονται αποφάσεις εν θερμώ κι εν μέσω ενός ενθουσιασμού και για να υπάρχει ο άφθονος χρόνος εξέτασης των όποιων ισχυρισμών περί αγιότητας, και το πιο βασικό: Πρέπει να «πιστοποιηθεί» κάποιο «θαύμα».
Στην περίπτωση όμως της Μητέρας Τερέζας, οι διαδικασίες αγιοποίησης, ξεκίνησαν από τον πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β’, σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό της, το 1997. Είναι γνωστό βέβαια, πως ο συγκεκριμένος πάπας, είχε πραγματοποιήσει τόσες αγιοποιήσεις, όσες όλοι μαζί οι προκάτοχοί του (σχεδόν 500).
Το απαιτούμενο θαύμα, δεν άργησε και πολύ να βρεθεί. Μια 35χρονη γυναίκα απ’ την Βεγγάλη, ονόματι Μόνικα Μπεσρά, ισχυρίσθηκε ότι είδε μια μυστηριώδη δέσμη φωτός να περικυκλώνει την εικόνα της Μητέρας Τερέζας που είχε στο σπίτι της κι από εκείνη τη στιγμή απαλλάχτηκε απ’ τους καρκινικούς όγκους που είχε. Φαίνεται πως το Βατικανό θεώρησε ισχυρότερη και πιο αξιόπιστη την μαρτυρία της γυναίκας από την μαρτυρία του γιατρού της Ραντζάν Μουσταφί, ο οποίος υποστήριξε, πως η Μπεσρά ουδέποτε είχε καρκινικούς όγκους, αλλά άσχετες με τον καρκίνο, κύστες, οι οποίες μάλιστα είχαν θεραπευτεί 9 μήνες πριν, με τα συμβατικά φάρμακα.
Παρ’ ότι όμως το πολυπόθητο «θαύμα» ευρέθη, εν τούτοις δεν έλειψαν και κάποιες επιφυλάξεις ως προς τις αντιδράσεις που θα μπορούσε να επιφέρει η ενδεχόμενη αγιοποίησή της, καθώς η Μητέρα Τερέζα είχε κάποιες θέσεις οι οποίες ενδεχομένως δεν θα έβρισκαν σύμφωνους ακόμα και σχετικά θρήσκους καθολικούς, ενώ φερόταν αναμεμιγμένη και σε οικονομικά σκάνδαλα. Η Μητέρα Τερέζα δεν ήταν και τόσο «φανατική» όσον αφορά την χειραφέτηση των γυναικών, τις οποίες θεωρούσε, κατά κάποιον τρόπο, σαν μηχανές αναπαραγωγής, ήταν κατά της αντισύλληψης, ενώ όταν παρέλαβε το Νόμπελ Ειρήνης το 1979 (για «τις εκστρατείες της σχετικά με την ενημέρωση για τη φτώχεια»), δεν δίστασε να δηλώσει πως «ή άμβλωση είναι καταστροφική για την ειρήνη» και πως «όταν μια μητέρα σκοτώσει το παιδί της, τι άλλο απομένει απ’ το να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον;», αφήνοντας άφωνο το ακροατήριο. Πολλοί φυσικά αναρωτήθηκαν, πως ήταν δυνατόν αυτή γυναίκα να διατυπώνει κρίσεις για την ερωτική συμπεριφορά, την αναπαραγωγή και τον οικογενειακό προσανατολισμό των άλλων, όταν αυτά, αποτελούσαν άγνωστα στοιχεία για την ίδια.
Η θρησκευτική της παράνοια γίνεται ακόμη πιο προφανής, όταν τολμά να ισχυρισθεί πως «το AIDS είναι μια δίκαιη τιμωρία, για την ανάρμοστη ερωτική συμπεριφορά». Κάποιοι ίσως θα ισχυριστούν, πως παρά την όποια γνώμη της για το AIDS, το ίδρυμά της στον Σαν Φραντζίσκο ονόματι «Δώρο Θεού», φιλοξενεί άστεγους φορείς του ιού του AIDS. Οι συνθήκες που επικρατούν εκεί όμως, είναι τουλάχιστον καταθλιπτικές. Δεν επιτρέπεται η τηλεόραση, το ποτό, το κάπνισμα, η επίσκεψη φίλων (ακόμα κι αν πεθάνουν), ενώ η χορήγηση μορφίνης (για τους πόνους) είναι αρκετά φειδωλή.
Η Μητέρα Τερέζα ήταν εναντίον του διαζυγίου. Αυτή της η θέση όμως δεν την εμπόδισε καθόλου να συγχαρεί την φίλη της πριγκίπισσα Νταϊάνα, όταν αυτή χώρισε με τον Κάρολο της Αγγλίας. Αυτή η υποκριτική θέση της Μητέρας Τερέζας, δεν διέφερε και πολύ από την πρακτική της Εκκλησίας στον παρελθόν, που πουλούσε συγχωροχάρτια στους πλούσιους, αφήνοντας έτσι ελεύθερο τον δρόμο προς την Κόλαση για τους φτωχούς.
Παρ’ ότι διαφημίζεται ως αγία των φτωχών, η πραγματικότητα λέει πως ήταν περισσότερο θεωρητική της φτώχειας και της αυτομαστίγωσης, παρά φίλη των ίδιων των φτωχών. Πίστευε πως ο ανθρώπινος πόνος είναι «δώρο» Θεού. Κι ενώ στους ξενώνες που διατηρούσε στην Καλκούτα για τους φτωχούς, δίδασκε την εγκράτεια και την υπομονή, η ίδια ζούσε πλουσιοπάροχα σε διάφορες πολυτελείς κατοικίες ανά τον κόσμο, όταν δε ο Θεός της έστελνε κι αυτής κάποια «δώρα», άφησε κατά μέρος τις αμπελοσοφίες και τις τριτοκοσμικές συνθήκες της Ινδίας και πήγαινε να νοσηλευτεί σε ακριβά νοσοκομεία (με προτίμηση στα αμερικανικά). Δίδασκε την σεμνότητα και την ταπεινότητα, αλλά η ίδια, αφήνοντας την μετριοφροσύνη κατά μέρος, φρόντισε να δώσει το όνομά της σε σχεδόν 500 μοναστήρια τα οποία ίδρυσε.
Η ξύλινη επίπεδη γλώσσα δεν θα μπορούσε να λείπει από το «οπλοστάσιο» του «θείου» λόγου της. Όταν ρωτήθηκε από κάποιον δημοσιογράφο, πως μπορεί να γίνει ένας κόσμος καλύτερος, όταν είναι γεμάτος φτωχούς, απάντησε με την γνωστή ξύλινη διπλωματική γλώσσα της Εκκλησίας: «Με το να χαμογελούν περισσότερο».
Την ίδια ξύλινη γλώσσα χρησιμοποίησε κι όταν κλήθηκε να σχολιάσει τον υπερπληθυσμό της Ινδίας σε σχέση με τα πιστεύω της περί άμβλωσης κι ελέγχου γεννήσεων: «Ο Θεός φροντίζει για τα πάντα. Για τα λουλούδια, για τα πουλιά, για οτιδήποτε έχει δημιουργήσει στον κόσμο. Κι αυτά τα μικρά παιδιά είναι η ζωή του. Ποτέ δεν θα είναι αρκετά».
Εύστοχα παρατηρεί όμως ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσκενς: «Αφού ο Θεός φροντίζει για τα πάντα, τότε τί λόγο ύπαρξης έχουν τα φιλανθρωπικά της ιδρύματα;».
Όταν, σημειώθηκε έκρηξη στο εργοστάσιο χημικών «Union Carbide» στην πόλη Μποπάλ, εξαιτίας έλλειψης μέτρων ασφαλείας, σκορπίζοντας τον θάνατο σε 2.500 άτομα και μολύνοντας ακόμη περισσότερα, η μητέρα Τερέζα έσπευσε στο σημείο αυτό. Εξοργισμένοι συγγενείς των θυμάτων, που την υποδέχτηκαν στο αεροδρόμιο, ζητούσαν την γνώμη της και την συμβουλή της για το τι θα έπρεπε να κάνουν. Και η Μητέρα Τερέζα την έδωσε: «Συγχωρέστε, συγχωρέστε, συγχωρέστε».
Κατά την επίσκεψή της σε μια από τις πιο μεγάλες φτωχογειτονιές του Νέου Δελχί, κάποιοι εξαθλιωμένοι κάτοικοι, της έκαναν την παρατήρηση πως χρειάζονται στέγη και δουλειά και όχι φιλανθρωπία. Το πνευματικό επίπεδο της Μητέρας Τερέζας έκανε και πάλι αισθητή την παρουσία του: «Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μάθουμε πρώτα, ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλον».
Τί ειρωνεία και τί υποκρισία όμως; Αυτή που προέτρεπε τους άλλους να «συγχωρούν» τους εγκληματίες, δεν συγχωρούσε την άμβλωση. Η υποκριτική στάση της Μητέρας Τερέζας, θα αναδειχθεί λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της, όταν και δημοσιεύθηκε η προσωπική της αλληλογραφία, μέσα απ’ την οποία διαφαίνεται, ότι όχι μόνο νιώθει κλυδωνισμένη την πίστη της, αλλά έχει και αμφιβολίες ακόμη και για την…ύπαρξη του ίδιου του Θεού! Του Θεού, τον οποίο επικαλούνταν συνεχώς κατά την διάρκεια του βίου της και πάνω στον οποίο έχτισε το φιλανθρωπικό της «έργο».
Κατηγορήθηκε ακόμη κι από μοναχές που είχαν θητεύσει δίπλα της, για τις ακραίες απόψεις τις, περί τυφλής πίστεως, υπακοής και εγκράτειας, αν και υποστήριζε το κατά συνθήκην ψεύδος, ακόμα και την παραβίαση των νόμων, εάν ήταν αναγκαίο. Είναι δε χαρακτηριστικό της εγκράτειας και της λιτότητας στην οποία επέβαλλε τις μοναχές, που υπήρχαν περιπτώσεις, που από την υπερβολική…εγκράτεια, οι καλόγριες κατέληγαν ακόμη και να ζητιανεύουν φαγητό! Η προβολή της εσκεμμένης εξαθλίωσης, ήταν μια τακτική της Μητέρας Τερέζας, με αντικειμενικό σκοπό την λήψη όλο και περισσότερων και μεγαλύτερων δωρεών.
Είναι γνωστές οι διασυνδέσεις της με ανθρώπους της εξουσίας και του πλούτου (κι όχι απαραίτητα του «Θεού»), ενώ δεν έλειψαν και οι κατηγορίες για υπεξαιρέσεις χρηματικών ποσών. Είχε επαφές με τα διάφορα δικτατορικά καθεστώτα της Αφρικής, ενώ δεχόταν χρήματα κι από τον δικτάτορα της Αϊτής Ντιβαλιέ που έκλεβε ασύστολα το δημόσιο ταμείο της χώρας του και εξόντωσε περί τους 60.000 συμπατριώτες του. Όταν επισκέφθηκε την Αλβανία, δεν παρέλειψε να καταθέσει στεφάνι και στον τάφο του δικτάτορα Ενβέρ Χότζα, ο οποίος αναγνώριζε μόνο έναν «θεό» στον οποίο επιτρέπονταν η λατρεία: Τον εαυτό του. Γνωστές ήταν επίσης οι δοσοληψίες της με τον απατεώνα τραπεζίτη Τσαρλς Κίτινγκ. Είναι δε χαρακτηριστικό, πως όταν ο Κίτινγκ οδηγήθηκε ενώπιον της αμερικανικής δικαιοσύνης, η Μητέρα Τερέζα απεύθυνε έκκληση στο δικαστήριο για επιεική αντιμετώπιση. Όταν αυτός καταδικάστηκε, η Μητέρα Τερέζα ουδέποτε επέστρεψε τα προϊόντα κλοπής που κατείχε (1 εκατομμύριο δολάρια), παρ’ ότι κλήθηκε από τον εισαγγελέα να το πράξει.
Η ίδια όταν ρωτήθηκε πόσα χρήματα διέθετε, απάντησε αόριστα «αμέτρητα». Παρ’ ότι όμως διέθετε οικονομική άνεση χάρις στις δωρεές και άλλους πόρους, όσοι άποροι κατέληγαν στους ξενώνες της (ακόμη και μέχρι 60 άτομα στο κάθε δωμάτιο και μέσα σε πρωτόγονες συνθήκες), δεν απολάμβαναν μιας αξιοπρεπούς ιατρικής περίθαλψης, αλλά γινόταν πειραματόζωα στα χέρια των Ινδών πρακτικών γιατρών, οι οποίοι «οφείλουν» πολλά στην Μητέρα Τερέζα για την εξάπλωση της φήμης τους. Το φαγητό ήταν φτωχότατο (συνήθως μια σούπα), ενώ το «ιατρικό» και «νοσηλευτικό» προσωπικό αποτελούνταν από ανειδίκευτους επί το πλείστον, μοναχούς και αδερφές, που δεν ήταν σε θέση όχι μόνο να παρέχουν τις απαραίτητες φροντίδες, αλλά ούτε και να διακρίνουν τις σοβαρές ή μεταδοτικές ασθένειες.
Οι αναφορές περί απουσίας βασικού φαρμακευτικού και ιατρικού υλικού, δεν είναι άγνωστες. Οι βελόνες ξαναχρησιμοποιούνταν σε διαφορετικό ασθενή κάθε φορά, ενώ τα αναλγητικά φάρμακα ήταν ανύπαρκτα. Η Μητέρα Τερέζα είχε μια περίεργη φιλοσοφία για τον ανθρώπινο πόνο. Έλεγε πως «το πιο όμορφο δώρο για κάποιον, είναι να συμμετέχει στα πάθη του Χριστού». Μαρτυρείται μάλιστα και μια περίπτωση κωμικοτραγική, που φανερώνει την παράνοια της συγκεκριμένης «αγίας». Όταν κάποιος καρκινοπαθής υπέφερε από αβάσταχτους πόνους, η Μητέρα Τερέζα προσπάθησε να τον ανακουφίσει, χρησιμοποιώντας ως βάλσαμο την…φιλοσοφία της περί ανθρώπινου πόνου, λέγοντάς του: «Υποφέρετε. Αυτό σημαίνει πως ο Ιησούς σάς φιλά!». Ο ασθενής τότε σε έξαλλη κατάσταση της απάντησε: «Τότε να πείτε στον Ιησού σας, να σταματήσει να με φιλά!». Όπως προαναφέρθηκε και παραπάνω όμως, η ίδια η Μητέρα Τερέζα, όταν έβλεπε τα δύσκολα με την υγεία της, προτιμούσε τις «αγκαλιές» των κλασικών γιατρών, παρά τα…φιλιά του Ιησού. Τα περισσότερα χρήματα απ’ τις δωρεές ακόμη και πολύ φτωχών ανθρώπων, αντί να ξοδεύονται για την ανακούφιση αναξιοπαθούντων, κατέληγαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς του ιδρύματος της Μητέρας Τερέζας. Στο σημείο αυτό, είναι πολύ χαρακτηριστική η αναφορά της Σούζαν Σιλντς, μιας εκ των υψηλά ιστάμενων καλογριών των ιδρυμάτων της Μητέρας Τερέζας (που αποχώρησε αηδιασμένη), η οποία έκανε λόγο για καταθέσεις 50 εκατομμυρίων δολαρίων, μόνο σε μια τράπεζα (Νέα Υόρκη).
Αρκετό φως στα φιλανθρωπικά ιδρύματα της Μητέρας Τερέζας, έριξε, μεταξύ άλλων, ο δημοσιογράφος Donal MacIntyre, ο οποίος απέκτησε πρόσβαση στο ορφανοτροφείο της «Νταγιά Νταν», υποδυόμενος τον εργαζόμενο. Οι εικόνες που περιγράφει είναι αποτρόπαιες. Δεκάδες παιδιά στοιβάζονταν σε έναν στενό θάλαμο, μερικά απ’ αυτά (παιδιά με ειδικές ανάγκες) δεμένα απ’ το πόδι στο κρεβάτι τους («σαν κατσίκια», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο δημοσιογράφος). Το ζεστό νερό και τα καθαρά ρούχα είναι σχεδόν ανύπαρκτα. «Ειδικοί» κατασκεύαζουν φάρμακα στον διάδρομο με γυμνά χέρια. Το φαγητό παρασκευάζεται κι αυτό στον διάδρομο, ενώ οι «υπεύθυνοι» ταΐζουν τα παιδιά με την βία, σε σημείο που να προκαλούνται και τραυματισμοί. Γενικότερα, η τήρηση στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Εν τέλει, ο δημοσιογράφος καταλήγει στην θλιβερή διαπίστωση, ότι το ορφανοτροφείο της Μητέρας Τερέζας, ελάχιστα διαφέρει από τα ορφανοτροφεία της Ρουμανίας που έγιναν γνωστά με την πτώση του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Και μια μικρή λεπτομέρεια εδώ, που καταδεικνύει και πάλι την αυτοπροβολή και τον εγωκεντρισμό της Μητέρας Τερέζας: Οι τοίχοι των θαλάμων, δεν κοσμούνται από κάτι που θα μπορούσε να αγγίξει τις παιδικές ψυχές (π.χ. ζωγραφιές). Η μόνη τους διακόσμηση είναι μηνύματα του τύπου «Η Μεγάλη μας Μητέρα», δηλαδή η Μητέρα Τερέζα, η οποία ως φαίνεται κατέτασσε τον εαυτό της μόλις ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από την Παναγία. Ο ίδιος δημοσιογράφος αναφερόμενος και στον οίκο ευγηρίας που διατηρούσε η Μητέρα Τερέζα, περιορίζεται να τον περιγράψει ως «λίγο καλύτερος από έναν βόθρο».
Ένας άλλος δημοσιογράφος που διερεύνησε την υπόθεση, ο Ίαν Ο’Ντόχερτι (εφημερίδα «Irish Independent»), είναι πολύ πιο σκληρός στην αποτίμησή του: «Αν υπάρχει Κόλαση, τότε η Μητέρα Τερέζα θα πρέπει να βρίσκεται ήδη εκεί». Αποκαλυπτικός είναι επίσης και ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσκενς μέσα από την εκπομπή με τίτλο «Ο άγγελος της Κολάσεως» (βίντεο: 1, 2, 3), η οποία αποτέλεσε τη βάση για την συγγραφή του βιβλίου «Μητέρα Τερέζα: Στη θεωρία και στην πράξη».
Μία εθελόντρια, η Μέρι Λούντον, δήλωσε αποτροπιασμό για τις εικόνες που συνάντησε: «Όλοι οι ασθενείς είναι με ξυρισμένα κεφάλια. Παλιά φορεία, χρησιμοποιούνται για κρεβάτια. Οι καρέκλες απουσιάζουν. Το ίδιο και τα παυσίπονα, ενώ η ιατρική περίθαλψη είναι πρωτόγονη. Παρά την ύπαρξη τεράστιων χρηματικών ποσών, η δαπάνη ακόμη και για τα πιο στοιχειώδη, είναι σχεδόν απαγορευμένη. Αντ’ αυτού, γίνεται επίκληση της φτώχειας και της εξαθλίωσης για να προκληθεί ο οίκτος που θα επιφέρει περισσότερες δωρεές. Θέρμανση στους υγρούς θαλάμους δεν υπάρχει, ακόμα και τον χειμώνα, με αποτέλεσμα, κάποιοι ασθενείς, αλλά και μοναχές να ασθενούν από φυματίωση».
Η Μητέρα Τερέζα, εκτός των άλλων, ήταν μυθομανής. Τα συνηθέστερα ψεύδη της, είχαν σχέση με το υποτιθέμενο φιλανθρωπικό της έργο, που όπως αποδείχτηκε το παραφούσκωσε αρκετά. Ισχυρίζονταν ότι το ίδρυμά της βοηθούσε μεγάλο αριθμό αναξιοπαθούντων, ο οποίος κάθε φορά ποίκιλλε: 1.000, 4.000, 7.000, 9.000. Στην πραγματικότητα όμως, οι εγκαταστάσεις δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν πάνω από μερικές εκατοντάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου και του προσωπικού. Ισχυρίσθηκε ότι το σχολείο της στην Καλκούτα, είχε 5.000 παιδιά, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν εγγεγραμμένα πάνω από 100. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι είχε ιδρύσει στην Καλκούτα, 102 ιδρύματα οικογενειακής μέριμνας. Εκτεταμένη έρευνα που έγινε όμως, δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει ούτε ένα τέτοιο ίδρυμα. Οι ίδιες έρευνες έδειξαν, πως η Μητέρα Τερέζα, κατά την διάρκεια του βίου της στην Ινδία, παρ’ ότι υπήρξαν αρκετές φυσικές καταστροφές και επιδημίες, η φιλανθρωπική της παρουσία, εντοπίστηκε μόνο σε μια περίπτωση. Όλα αυτά τα παραφουσκωμένα στατιστικά στοιχεία (που υποτίθεται δεν την ενδιέφεραν), ήταν βέβαια πόλος έλξης και για αντίστοιχα γενναίες δωρεές που ενίσχυαν το -ουσιαστικά ανύπαρκτο- φιλανθρωπικό της έργο.
Οι Ινδοί ορθολογιστές νιώθουν ότι δυσφημείται η Ινδία και η Καλκούτα, μέσα από την Μητέρα Τερέζα, περνώντας στον κόσμο ως στερεότυπη εικόνα, μόνο την υποβαθμισμένη πλευρά τους. Και υπάρχει η εύλογη απορία, πως μπορεί μια εκατομμυριούχος να λέει ότι «ο πόνος των φτωχών είναι κάτι πολύ όμορφο και ο κόσμος διδάσκεται απ’ αυτό το παράδειγμα δυστυχίας»
http://www.pare-dose.net/?p=3364
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)